Η ακρίβεια δεν είναι πια ένας οικονομικός δείκτης. Είναι η καθημερινή αγωνία του νοικοκυριού, το μόνιμο σοκ στην αντλία, η δυσφορία μπροστά στο ράφι, ο θυμός όταν ακόμη και τα βασικά γίνονται ακριβά. Και αν η κυβέρνηση πράγματι έχει αντιληφθεί το μέγεθος του προβλήματος, τότε δεν έχει άλλο περιθώριο για μισές απαντήσεις, αργές αντιδράσεις και πολιτικές αναμονής.
Το πρόβλημα είναι πλέον καθολικό. Δεν αφορά μόνο τα καύσιμα, ούτε μόνο τα τρόφιμα. Αφορά το συνολικό κόστος ζωής. Από τη βενζίνη και το πετρέλαιο μέχρι τα οπωροκηπευτικά, τα συσκευασμένα προϊόντα και τα είδη του νοικοκυριού, η αίσθηση που κυριαρχεί είναι μία: όλα ανεβαίνουν, ενώ οι αντοχές των πολιτών τελειώνουν.
Η κυβέρνηση δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι αιφνιδιάστηκε. Γνωρίζει πολύ καλά τι συμβαίνει. Γνωρίζει τι λένε οι μετρήσεις, τι δείχνουν τα στοιχεία της αγοράς, τι καταγράφεται στην κοινωνία. Γνωρίζει επίσης ότι η επίκληση γενικώς των «διεθνών συνθηκών» δεν αρκεί πια ως πολιτική απάντηση. Διότι ο πολίτης δεν κρίνει τη θεωρία. Κρίνει τον λογαριασμό.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το κρίσιμο ερώτημα: τι πρέπει να κάνει τώρα η κυβέρνηση, αν θέλει πράγματι να χτυπήσει την ακρίβεια σε όλες τις εκφάνσεις της;
Πρώτον, να προχωρήσει σε ουσιαστική μείωση της έμμεσης φορολογίας στα καύσιμα. Όχι με αόριστες συζητήσεις, όχι με διαρροές, όχι με το γνωστό «θα δούμε». Όταν το καύσιμο μετατρέπεται σε πολλαπλασιαστή ακρίβειας για ολόκληρη την οικονομία, η παρέμβαση στον ειδικό φόρο κατανάλωσης δεν είναι ιδεολογική επιλογή. Είναι εργαλείο άμυνας της κοινωνίας. Η μεταφορά, η τροφοδοσία, η παραγωγή, η διανομή, όλα επηρεάζονται από το ενεργειακό κόστος. Αρα, κάθε καθυστέρηση περνάει αυτούσια στον τελικό καταναλωτή.
Δεύτερον, να μειώσει τον ΦΠΑ στα βασικά είδη διατροφής. Εδώ η κυβερνητική ακαμψία είναι όλο και πιο δύσκολο να εξηγηθεί. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δίνει πλέον στα κράτη-μέλη μεγαλύτερη ευελιξία στους συντελεστές ΦΠΑ, ακόμη και δυνατότητα μηδενικού συντελεστή σε ορισμένες κατηγορίες βασικών αγαθών. Συνεπώς, το επιχείρημα ότι «δεν γίνεται» δεν στέκει πια. Το ζήτημα είναι καθαρά πολιτικό: θέλει ή δεν θέλει η κυβέρνηση να χρησιμοποιήσει τα περιθώρια που έχει;
Τρίτον, να εγκαταλείψει τη λογική των οριζόντιων επικοινωνιακών μέτρων και να περάσει σε στοχευμένες, μετρήσιμες παρεμβάσεις. Η αγορά δεν χρειάζεται άλλα συνθήματα. Χρειάζεται εντατικούς ελέγχους σε όλη την αλυσίδα, από την εισαγωγή και τη χονδρική έως το ράφι. Χρειάζεται πραγματική εποπτεία στα περιθώρια κέρδους, γρήγορα πρόστιμα, δημοσιοποίηση παραβατών και συνεχή παρακολούθηση των τιμών σε προϊόντα πρώτης ανάγκης. Οχι έκτακτες εξάρσεις αυστηρότητας για λίγες ημέρες, αλλά μόνιμο μηχανισμό πίεσης στην αγορά.
Τέταρτον, να στηρίξει την εγχώρια παραγωγή εκεί όπου η ακρίβεια γεννιέται πριν φτάσει στον καταναλωτή. Ο αγρότης, ο παραγωγός, η μικρή μεταποιητική μονάδα, ο μεταφορέας, δεν μπορούν να λειτουργούν με υψηλό κόστος ενέργειας, ακριβές πρώτες ύλες και περιορισμένη ρευστότητα και στη συνέχεια να ζητείται από αυτούς να συγκρατήσουν τις τιμές. Αν δεν υπάρξει στοχευμένη ανακούφιση στο κόστος παραγωγής, η ακρίβεια θα ανακυκλώνεται.
Πέμπτον, να ενισχύσει άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα εκείνων που σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος: χαμηλόμισθοι, συνταξιούχοι, οικογένειες με παιδιά, ενοικιαστές. Η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται μόνο με παρεμβάσεις στις τιμές, αλλά και με πραγματική ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης. Οταν οι μισθοί χάνουν την κούρσα από τις τιμές, η ανάπτυξη δεν γίνεται βίωμα. Γίνεται στατιστική.
Και εδώ έρχεται η μεγάλη αντίφαση της κυβερνητικής ρητορικής. Από τη μία πλευρά, επικαλείται τα δημοσιονομικά όρια. Από την άλλη, προβάλλει τη βελτίωση των εσόδων, την επιτυχία στην πάταξη της φοροδιαφυγής και τη δημιουργία μεγαλύτερου δημοσιονομικού χώρου. Δεν μπορούν να ισχύουν και τα δύο μόνο κατά το πολιτικά βολικό μέρος τους. Αν πράγματι υπάρχουν περισσότερα έσοδα χάρη στη σύλληψη φορολογητέας ύλης, τότε ένα ουσιαστικό μέρος αυτών πρέπει να επιστρέψει στην κοινωνία που πιέζεται.
Το επιχείρημα της δημοσιονομικής σοβαρότητας είναι υπαρκτό και δεν πρέπει να υποτιμάται. Αλλά η δημοσιονομική σοβαρότητα δεν μπορεί να μετατρέπεται σε κοινωνική αδράνεια. Ούτε μπορεί να σημαίνει ότι το κράτος παρακολουθεί την ακρίβεια να μονιμοποιείται και απλώς δηλώνει ότι «αξιολογεί τα δεδομένα». Η πολιτική, ιδίως σε συνθήκες παρατεταμένης πίεσης, κρίνεται από την ιεράρχηση. Και σήμερα η πρώτη ιεράρχηση οφείλει να είναι μία: πώς θα πέσει το κόστος ζωής.
Η κυβέρνηση, λοιπόν, δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι γνωρίζει το πρόβλημα. Αυτό θεωρείται δεδομένο. Χρειάζεται να αποδείξει ότι είναι διατεθειμένη να συγκρουστεί με τις αιτίες του. Να κόψει φόρους εκεί όπου πονά η κοινωνία. Να χρησιμοποιήσει τα ευρωπαϊκά εργαλεία που έχει στη διάθεσή της. Να μετατρέψει τα αυξημένα δημόσια έσοδα σε πραγματική ανακούφιση. Να βάλει φρένο στην κερδοσκοπία. Να δώσει μήνυμα ότι το κράτος δεν στέκεται απλώς απέναντι στην ακρίβεια ως παρατηρητής.
Γιατί στο τέλος, η ακρίβεια δεν είναι απλώς οικονομική δοκιμασία. Είναι βαθιά πολιτικό ζήτημα εμπιστοσύνης. Και αυτή η εμπιστοσύνη χάνεται κάθε φορά που η κοινωνία ακούει εξηγήσεις, ενώ ζητά λύσεις.