«Αν κρατούσα σήμερα ένα πηδάλιο, θα ήθελα να πάω στα παράλια του Βοσπόρου». «Μου άρεσαν πολύ τα γλυκά του κουταλιού που έφτιαχνε η μητέρα, ειδικά το νεραντζάκι. Έψαχνα, να βρω πού έκρυβε τα βαζάκια με τα γλυκά, αλλά δεν κατάφερνα να τα εντοπίσω» είχε γράψει ο κ. Στάθης, ο αγαπητός πωλήτής της «Σχεδία» αναφερόμενος στα παιδικά του χρόνια.
Θύμησες που είχε μοιραστεί με όσους αγόραζαν το περιοδικό των αστέγων, που πουλούσε και ο ίδιος στο δρόμο, φορώντας το κόκκινο γιλέκο και συνομιλώντας με όσους σταματούσαν και αντάλλασαν λίγα λόγια μαζί του.
Ο αγαπητός κ. Στάθης, «με τα μπλε μάτια, το σμαραγδένιο χαμόγελο και τη μαλαματένια καρδιά δεν θα ξαναφορέσει το κόκκινο γιλέκο, δεν θα μας ξαναδώσει καραμελίτσα βουτύρου από εκείνες με το χρυσό περιτύλιγμα και την κόκκινη αγελαδίτσα, δεν θα μας αφηγηθεί άλλες ιστορίες για τους καλούς ανθρώπους που αγοράζουν τη “σχεδία” μας» έγραψε το περιοδικό κάνοντας γνωστή την απώλεια του.
Ο θάνατός του, μόνος στο σπίτι του στο Νέο Κόσμο, σκόρπισε τη θλίψη σε όσους τον ήξεραν ή τον είχαν συναντήσει σε κάποια έξοδο του Μετρό, σε κάποιο δρόμο.
Ένας ιδιαίτερα αγαπητός άνθρωπος που η «Σχεδία» αποχαιρετά με μια συγκινητική ανάρτηση:
«Ο κύριος Στάθης, ο Στάθης μας,
Ποιος ξέρει, ίσως να ταξιδεύει εκεί στα παράλια του Βοσπόρου. Ίσως, πάλι, να πλανάται πάνω από τα νερά της Κινέτας, όπου πλατσούριζε παιδί. Ή, ακόμη, και στις κατασκηνώσεις της Πεντέλης.
Είχε μέρες να φανεί και ανησυχήσαμε.
Πήγε ο Νικόλας το πρωί, να τον γυρέψει, να του χτυπήσει την πόρτα. Απέξω, ακουγόταν το ραδιοφωνάκι να παίζει ακόμη, τραγούδια τρυφερά, λυπημένα.
Τον βρήκε άψυχο, μόνο, στο διαμερισματάκι του, στον Νέο Κόσμο. Είχαν περάσει πέντε-έξι μέρες, μας είπαν οι άνθρωποι του ΕΚΑΒ.
Αχ, πόσο ευχόμαστε να λέγανε την απόλυτη αλήθεια όλα αυτά που μας έλεγες, για το καλό που σου έκανε στην ψυχή σου και στο νου σου η «σχεδία» και ο κόσμος γύρω της, σε αυτήν την τελευταία στροφή της ζωής σου.
Πόσο απολάμβανες να είσαι εκεί έξω με το κόκκινο γιλέκο και να ανταλλάσσεις κουβέντες και χαμόγελα με τον κόσμο όλο.
Πόσο στενοχωριόμαστε που δεν προλάβαμε να σε κεράσουμε από το δικό μας γλυκό νεραντζάκι.Να σε γλυκάνουμε, καλέ μας άνθρωπε, τόση χαρά που μας έδινες κάθε μέρα.
Θα σε ευχαριστούμε για πάντα για όλα αυτά που τόσο απλόχερα μας χάρισες.
Αντίο κύριε Στάθη».