Η ανάρτηση της Μαρίας Καρυστιανού για τα τρία χρόνια από τη φονική σύγκρουση στα Τέμπη άνοιξε νέο μέτωπο. Αυτή τη φορά εντός του ίδιου του πένθους. Συγγενείς θυμάτων καταγγέλλουν ότι το βίντεο «σοκάρει», «αναπαράγει ωμό υλικό» και – κυρίως – ότι μετατρέπει τη μνήμη σε πολιτικό αφήγημα, την ώρα που η ίδια αντιμετωπίζεται πλέον από μερίδα οικογενειών, όχι μόνο ως μητέρα θύματος, αλλά ως πρόσωπο με πολιτική ατζέντα.

Στον αντίποδα, η Καρυστιανού επιμένει πως ο στόχος είναι ένας: «δικαιοσύνη, λογοδοσία και να μη συμβεί ποτέ ξανά».

Advertisement
Advertisement

Η πιο ηχηρή δημόσια διαφωνία ήρθε από τον Παύλο Ασλανίδη, πρόεδρο του Συλλόγου Θυμάτων των Τεμπών, ο οποίος περιέγραψε την αντίδραση γονιών που ενημερώθηκαν για το βίντεο σε εκδήλωση μνήμης στην Καισαριανή.

Όπως είπε, «όσοι γονείς ήταν εκεί και πληροφορήθηκαν για το βίντεο σοκαρίστηκαν» και εξήγησε ότι «δεν τους άρεσε γιατί είναι πολύ σκληρές οι εικόνες». Μετέφερε, μάλιστα, την προσωπική διάσταση της οδύνης: «η γυναίκα μου… έκλαιγε. Είδε εικόνες που δεν είχε ξαναδεί». Για τον ίδιο, το αποτέλεσμα ξεπερνά τα όρια της αντοχής των οικογενειών: «…είδα χθες το όνομα του γιου μου σε ένα μάρμαρο και λύγισα… όχι να δεις αυτό το πράγμα, νομίζω ήταν λάθος».

Πίσω από τη φράση «ήταν λάθος» βρίσκεται ένα σταθερό επιχείρημα που επαναλαμβάνουν αρκετοί συγγενείς: ότι η μνήμη δεν μπορεί να λειτουργεί ως επανατραυματισμός. Ότι η δικαίωση είναι υπόθεση θεσμών και Δικαιοσύνης, αλλά το πένθος δεν αντέχει την αναπαραγωγή ωμού υλικού, ειδικά όταν περιλαμβάνει φωνές ανθρώπων που χάθηκαν.

Ακόμη πιο αιχμηρή ήταν η δημόσια παρέμβαση της Κατερίνας Βουτσινά, η οποία ζήτησε από την Καρυστιανού να μην αναφέρεται ξανά στο «57» και να μη συμπεριλαμβάνει τον αδελφό της, Γιάννη Βουτσινά, στο πλαίσιο των αναφορών της.

Στην ανάρτησή της χρησιμοποίησε τη φράση που έγινε σημείο αναφοράς της αντιπαράθεσης: ότι η υπόθεση της απώλειας «δεν έχει καμία δουλειά σε πολιτικό σποτάκι», προσθέτοντας πως η Καρυστιανού είναι πολιτικός και προειδοποιώντας πως, αν δεν εισακουστεί, θα κινηθεί νομικά.

Advertisement

Για τους συγγενείς που συμμερίζονται αυτή τη γραμμή, το ζήτημα δεν είναι αν «θυμόμαστε». Είναι πώς θυμόμαστε και ποιος μιλά στο όνομα των νεκρών. Η οργή τους εστιάζει στο ότι, από τη στιγμή που η δημόσια εικόνα της Καρυστιανού έχει «πολιτικοποιηθεί» στα μάτια τους, κάθε οπτικοακουστικό υλικό μοιάζει λιγότερο με μνημόσυνο και περισσότερο με μήνυμα προς ακροατήριο.

Το “timing” και η πολιτική σκιά: «Δεν μπορείς να ανακοινώνεις κόμμα… είναι σαν να παρατάς τη μάχη»

Στην ίδια τοποθέτηση, ο Παύλος Ασλανίδης έβαλε στο τραπέζι τον παράγοντα που, όπως λέει, «θολώνει» την εικόνα: τη συζήτηση για πολιτική κάθοδο/δημιουργία κόμματος.

Advertisement

Αναγνώρισε ότι «είναι δικαίωμα του καθενός να πολιτευτεί», όμως επέμεινε ότι το «timing… δεν ήταν το καλύτερο». Να δίνει η Καρυστιανού ημερομηνία ίδρυσης κόμματος, τρεις μέρες πριν την μαύρη επέτειο, σημειώνοντας ότι «δεν μπορεί τέτοιες ώρες να ανακοινώνεις ότι θα κάνεις κόμμα… είναι σαν να παρατάς τη μάχη».

Εδώ βρίσκεται και ο πυρήνας της ρήξης. Για μερίδα συγγενών, η δημόσια παρουσία γύρω από τα Τέμπη πρέπει να παραμένει αυστηρά προσανατολισμένη στη δικαστική διερεύνηση, στη λογοδοσία και στην τεκμηρίωση. Κάθε πολιτικό «σήμα» – ακόμη κι αν δεν είναι επίσημη εξαγγελία– λειτουργεί, κατά τους ίδιους, σαν μετατόπιση του κέντρου βάρους: από τη δικαιοσύνη στην προσωπική επιρροή.

Τι λέει η Μαρία Καρυστιανού: «Δεν ζητάμε εκδίκηση – διψάμε για δικαιοσύνη»

Advertisement

Στο βίντεο/μήνυμά της για την επέτειο, η Καρυστιανού παρουσιάζει τα Τέμπη όχι ως «ατύχημα», αλλά ως «διαχρονικό έγκλημα» και υποστηρίζει ότι τα 57 θύματα «δεν ήταν απλοί αριθμοί», αλλά «πρόσωπα με ζωή, όνειρα, οικογένειες».

Στον πιο χαρακτηριστικό άξονα του μηνύματός της επιμένει: «Δεν ζητάμε εκδίκηση, διψάμε για δικαιοσύνη», καλώντας σε συμμετοχή στη συγκέντρωση της 28ης Φεβρουαρίου και καταλήγοντας με τη φράση: «Όταν ένα κράτος φροντίζει να ξεχνάμε, εμείς οι πολίτες οφείλουμε να θυμόμαστε».

Για τους υποστηρικτές της, αυτή είναι η ουσία: ότι η κοινωνία δεν πρέπει να «κλείσει» την υπόθεση, ότι η πίεση των πολιτών κρατά τη μνήμη ενεργή και τη λογοδοσία ανοιχτή. Για τους επικριτές της, όμως, ο τρόπος – η αισθητική, η επιλογή υλικού και ο τόνος – είναι αυτός που μετατρέπει το μήνυμα σε πεδίο σύγκρουσης.

Advertisement

Το παράδοξο είναι πως, παρά τη σφοδρότητα, υπάρχει και κοινός τόπος: σχεδόν όλοι οι συγγενείς μιλούν για ανάγκη δικαιοσύνης, για «άπλετο φως» και για ευθύνη που δεν μπορεί να ξεχαστεί. Η διαφωνία δεν είναι στον στόχο. Είναι στο ποιος έχει το ηθικό δικαίωμα της εκπροσώπησης, στο πότε και με ποια μέσα.

Advertisement

Και όσο η επέτειος βαραίνει, τόσο η δημόσια συζήτηση μετακινείται από το «να μη συμβεί ξανά»  στο πιο δύσκολο ερώτημα: Πώς κρατάς ζωντανή τη μνήμη χωρίς να την κάνεις πολιτικό όπλο ή να την αφήσεις να γίνει κομματική σημαία.