Η διαδικασία ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για την υπόθεση παράνομων αγροτικών επιδοτήσεων του ΟΠΕΚΕΠΕ στις Σέρρες ξεκίνησε, φέρνοντας στο φως σημαντικά ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία και τους μηχανισμούς ελέγχου του Οργανισμού. Η υπόθεση αφορά δεκάδες κατηγορουμένους που φέρονται να έλαβαν αχρεωστήτως μεγάλα χρηματικά ποσά μέσω επιδοτήσεων κατά την περίοδο 2016–2018.
Αρχικά στο εδώλιο επρόκειτο να καθίσουν 32 άτομα, τα οποία αντιμετώπιζαν κακουργηματικές κατηγορίες για παράνομη είσπραξη επιδοτήσεων που συνολικά υπερβαίνουν τις 250.000 ευρώ. Ωστόσο, κατά την προηγούμενη συνεδρίαση, επτά από τους κατηγορουμένους επέλεξαν να κάνουν χρήση της διαδικασίας της ποινικής διαπραγμάτευσης. Οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι ομολόγησαν την ενοχή τους και επέστρεψαν ποσό 165.000 ευρώ, γεγονός που οδήγησε στην επιβολή μειωμένων ποινών. Συγκεκριμένα, το δικαστήριο τους επέβαλε ποινές φυλάκισης που κυμαίνονται από δύο έτη και τρεις μήνες έως τρία έτη, με τριετή αναστολή, ενώ για έναν εξ αυτών διατάχθηκε και η δήμευση ποσού 20.000 ευρώ από τραπεζικούς του λογαριασμούς.
Με την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, η εισαγγελέας της έδρας Ευγενία Κυβέλου εισηγήθηκε την απόρριψη των ενστάσεων που είχαν υποβάλει οι κατηγορούμενοι. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν ενστάσεις περί ακυρότητας της διαδικασίας, καθώς και ένσταση σχετικά με το κλητήριο θέσπισμα. Το δικαστήριο υιοθέτησε την πρόταση της εισαγγελέως, επιτρέποντας έτσι την απρόσκοπτη συνέχιση της δίκης.
Παράνομες επιδοτήσεις στις Σέρρες: Η πρώτη κατάθεση
Ο κύκλος των μαρτυρικών καταθέσεων άνοιξε με την κατάθεση υπαλλήλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, η οποία υπηρετεί ως προϊσταμένη στο τμήμα ελέγχων Μακεδονίας – Θράκης. Η μάρτυρας εξήγησε ότι η υπηρεσία της κλήθηκε να αποστείλει στοιχεία για έντεκα πρόσωπα προκειμένου να διαπιστωθεί εάν είχαν λάβει επιδοτήσεις, διευκρινίζοντας ότι η υπηρεσία απάντησε στα ερωτήματα που τέθηκαν μέσω σχετικού εγγράφου.
Κατά την κατάθεσή της ανέφερε ότι τα δικαιολογητικά που συνοδεύουν τις αιτήσεις επιδοτήσεων δεν ελέγχονται κατά τη στιγμή της υποβολής τους. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι στον ΟΠΕΚΕΠΕ ο όρος «αγροτεμάχιο» χρησιμοποιείται για να περιγράψει την έκταση μιας ενιαίας καλλιέργειας, η οποία μπορεί να αποτελείται από διαφορετικές ιδιοκτησίες. Όπως σημείωσε, την επίμαχη περίοδο 2016–2018 δεν υπήρχε δυνατότητα καταχώρισης λεπτομερών στοιχείων σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των εκτάσεων, αλλά μόνο βασικές πληροφορίες, όπως ποιος εμφανίζεται ως μισθωτής και ποιος ως εκμισθωτής.
Σε ερωτήσεις της προέδρου του δικαστηρίου σχετικά με τον έλεγχο των μισθωτηρίων συμβολαίων, η μάρτυρας απάντησε ότι η εγκύκλιος ελέγχων δεν προέβλεπε σχετική διαδικασία. Όπως εξήγησε, στον πρώτο έλεγχο που πραγματοποιήθηκε εντοπίστηκαν ελλείψεις σε αρκετά μισθωτήρια. Οι ενδιαφερόμενοι υπέβαλαν ενστάσεις και προσκόμισαν επιπλέον έγγραφα που τεκμηρίωναν την ιδιοκτησία των εκτάσεων, με αποτέλεσμα ορισμένοι να δικαιωθούν. Τα αποτελέσματα των ελέγχων καταχωρούνται στο πληροφοριακό σύστημα, ωστόσο, όπως τόνισε, δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί διασταυρωτικός έλεγχος ώστε να προσδιοριστεί το ύψος των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών.
Η ίδια αναφέρθηκε και στο σύστημα των αγροτικών επιδοτήσεων, εξηγώντας ότι υπάρχουν διαφορετικά είδη ενισχύσεων που μπορούν να διεκδικήσουν οι αγρότες. Σε αρκετές περιπτώσεις, ένα επιλέξιμο αγροτεμάχιο αρκεί για να ενεργοποιήσει δικαιώματα επιδότησης, ανάλογα με το πρόγραμμα. Όπως είπε χαρακτηριστικά, ορισμένες επιδοτήσεις είναι εκτατικές, ενώ άλλες συνδέονται με την παραγωγή συγκεκριμένων προϊόντων.
Κατά την εξέτασή της από την εισαγγελέα, η μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι οι δηλώσεις που υποβάλλονται μέσω του συστήματος ΟΣΔΕ, καθώς και τα συνοδευτικά παραστατικά, δεν ελέγχονται συστηματικά. Σύμφωνα με την ίδια, έλεγχοι πραγματοποιούνται κυρίως όταν υπάρχουν καταγγελίες. Μάλιστα, σημείωσε ότι από το 2014 δεν πραγματοποιείται δειγματοληπτικός διοικητικός έλεγχος για τα μισθωτήρια.
Αναφερόμενη στην υπόθεση που εξετάζεται, η μάρτυρας ανέφερε ότι η διαδικασία ελέγχου ξεκίνησε μετά από έγγραφο που απέστειλε η Οικονομική Αστυνομία προς τον Οργανισμό. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι ο έλεγχος της νομιμότητας των συνημμένων εγγράφων, όπως περιπτώσεις χωρίς υπογραφές ή με κενές σελίδες, δεν αποτελεί αρμοδιότητα του ΟΠΕΚΕΠΕ αλλά των Κέντρων Υποδοχής Δηλώσεων (ΚΥΔ) και των ενδιαφερομένων παραγωγών.
Τέλος, η μάρτυρας εξήγησε ότι τα ποσά που καταβάλλονται αχρεωστήτως δεν μπορούν να καταλογιστούν άμεσα ως οφειλές. Για να εγγραφούν στο βιβλίο οφειλετών απαιτείται προηγουμένως διασταυρωτικός έλεγχος όλων των στοιχείων της δήλωσης. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, μετά το 2015 δεν έχει πραγματοποιηθεί τέτοιος έλεγχος από τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Η διαδικασία προβλέπει πρώτα την ολοκλήρωση του ελέγχου, την έκδοση αποτελεσμάτων, τη δυνατότητα υποβολής ενστάσεων και στη συνέχεια είτε τον συμψηφισμό με μελλοντικές ενισχύσεις είτε την επιστροφή των χρημάτων.
Σχετικά με τα ποσοστά ανακρίβειας στις δηλώσεις, η μάρτυρας διευκρίνισε ότι εάν μια δήλωση παρουσιάζει σημαντική απόκλιση, μπορεί να απορριφθεί. Όπως εξήγησε, υπάρχουν συγκεκριμένα ποσοστά απόκλισης – όπως 30%, 50% ή και 80% – τα οποία λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση των δηλώσεων.
Ο δεύτερος μάρτυρας
Στο βήμα του μάρτυρα ανέβηκε στη συνέχεια ο προϊστάμενος της Νομαρχιακής Μονάδας Πιερίας του ΟΠΕΚΕΠΕ, ο οποίος είχε αναλάβει τον έλεγχο τεσσάρων εκ των κατηγορουμένων παραγωγών. Όπως κατέθεσε, η υπόθεση διαβιβάστηκε στον οργανισμό από την Εισαγγελία Σερρών, μετά από καταγγελία, γεγονός που οδήγησε στην έναρξη ελέγχου.
Κατά τον ίδιο, στον πρωτοβάθμιο έλεγχο είχε απορριφθεί το σύνολο των δηλωμένων αγροτεμαχίων, καθώς τα μισθωτήρια που είχαν υποβληθεί κρίθηκαν μη νομότυπα. Στο επόμενο στάδιο, οι παραγωγοί υπέβαλαν ενστάσεις και είχαν προθεσμία δέκα ημερών να καταθέσουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά.
«Εξετάσαμε εκ νέου τα μισθωτήρια για να διαπιστώσουμε αν ήταν νομότυπα. Οι παραγωγοί όφειλαν να τα προσκομίσουν στα ΚΥΔ και στον δευτεροβάθμιο έλεγχο μάς κατατέθηκαν τα σωστά έγγραφα», ανέφερε ο μάρτυρας.
Κατά την εξέτασή του από την εισαγγελέα, ερωτήθηκε για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε από την επιτροπή ενστάσεων και αν οι σχετικοί έλεγχοι καταγράφονταν αναλυτικά. Ο μάρτυρας απάντησε ότι πραγματοποιήθηκε γεωχωρικός έλεγχος των αγροτεμαχίων, διευκρινίζοντας όμως ότι δεν υπήρχε υποχρέωση να αποτυπωθεί αναλυτικά στο πόρισμα.
Σε επόμενες ερωτήσεις για το αν ελέγχθηκαν στοιχεία ιδιοκτησίας μέσω του Κτηματολογίου ή των δηλώσεων Ε9, απάντησε αρνητικά. Όπως εξήγησε, ακόμη και στην περίπτωση που είχαν γίνει μεταγενέστερες τροποποιήσεις στις δηλώσεις Ε9, η υπηρεσία δεν είχε τη δυνατότητα να το διαπιστώσει. Στο ενδεχόμενο οι δηλώσεις να είχαν μεταβληθεί εκ των υστέρων, αναγνώρισε ότι θα μπορούσε να έχει παραπλανηθεί η υπηρεσία. Πρόσθεσε ωστόσο ότι η επαναλαμβανόμενη δήλωση του ίδιου αγροτεμαχίου για τρία συνεχόμενα έτη αποτελούσε ένδειξη συνέπειας, αν και παραδέχθηκε ότι ο συγκεκριμένος έλεγχος δεν είχε αποτυπωθεί εγγράφως.
Ακολούθησε η κατάθεση υπαλλήλου του ΟΠΕΚΕΠΕ στη Θεσσαλονίκη, η οποία είχε εξετάσει έξι παραγωγούς στο πλαίσιο της διαδικασίας ενστάσεων. Όπως ανέφερε, της ανατέθηκε να επανεξετάσει τις ενστάσεις των παραγωγών, ενώ στον φάκελο υπήρχαν και σημειώματα των συναδέλφων που είχαν πραγματοποιήσει τον πρωτοβάθμιο έλεγχο. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα μισθωτήρια είχαν αρχικά απορριφθεί ως μη νομότυπα και ζητήθηκε η υποβολή νέων παραστατικών.
Η ίδια σημείωσε ότι το αποτέλεσμα της εξέτασης δεν ήταν ενιαίο για όλους τους παραγωγούς: σε ορισμένες περιπτώσεις οι ενστάσεις έγιναν πλήρως δεκτές, ενώ σε άλλες απορρίφθηκαν.
Απαντώντας σε σχετική ερώτηση της προέδρου, εξήγησε ότι η πλήρης αποδοχή σε μία περίπτωση οφειλόταν στο γεγονός ότι ο συγκεκριμένος παραγωγός διέθετε περιορισμένο αριθμό αγροτεμαχίων και για τρία συνεχόμενα έτη είχε προσκομίσει νομότυπα μισθωτήρια, ενώ ήταν και ο μοναδικός από τους έξι που δεν εμφάνιζε περίπτωση υπεκμίσθωσης.
Αντίθετα, απορρίφθηκαν περιπτώσεις στις οποίες διαπιστώθηκε ότι τα δηλωμένα στρέμματα είχαν προστεθεί εκ των υστέρων στις δηλώσεις Ε9. Σε σχετική ερώτηση της εισαγγελέως για το αν σε αυτές τις περιπτώσεις η υπηρεσία παραπλανήθηκε, η μάρτυρας απάντησε ότι, κατά την εκτίμησή της, πράγματι συνέβη κάτι τέτοιο.
Πηγή: dikastiko.gr