«Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Ελλάδα», το πρώτο ευχαριστώ που αναρτήθηκε σε Μέσο Ενημέρωσης της Κύπρου. Είναι άρθρο της ψηφιακής εφημερίδας OffsiteNews το οποίο αναδημοσιεύουμε αυτούσιο. Και μάλιστα ως σημαντική συνέχεια πρόσφατου άρθρου που έγραψε ο σύμβουλος έκδοσης της HuffPost Τέρενς Κουίκ με τίτλο «Η Κύπρος δεν κείται μακράν».

Editorial – Ένα μικρό νησιωτικό κράτος, για πρώτη φορά μέσα σε λίγες ώρες, είχε την πολυτέλεια να μην αισθανθεί μόνο του

Advertisement
Advertisement

Στην Κύπρο υπάρχει διαχρονικά μια έντονη ηττοπάθεια όσον αφορά τα εθνικά ζητήματα. Και δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί. Το πονεμένο παρελθόν του νησιού, τα τραύματα της ιστορίας και η αίσθηση εγκατάλειψης που πολλές φορές ένιωσε η κοινωνία, έχουν αφήσει βαθύ αποτύπωμα στον συλλογικό μας ψυχισμό.

Αυτό το τραύμα, όμως, με τα χρόνια δεν επουλώθηκε ποτέ πραγματικά. Και σε μεγάλο βαθμό αυτό οφείλεται στην παραφιλολογία που το συνόδευσε. Στην αποτυχία να διαβάσουμε την ιστορία ολοκληρωμένα από όλες τις πλευρές. Στις λανθασμένες μεταφράσεις και ερμηνείες καταστάσεων. Στην αναπαραγωγή «γεγονότων» που συχνά δεν βασίζονται σε πραγματικά στοιχεία αλλά σε πρόχειρες ερμηνείες, μισές αλήθειες και βολικούς μύθους που επαναλαμβάνονται μέχρι να θεωρηθούν δεδομένα. Όποια κι αν είναι η αιτία, το αποτέλεσμα είναι ότι αυτή η ανοιχτή πληγή παρέμεινε ζωντανή και καλλιέργησε ακριβώς αυτό που περιγράφεται παραπάνω: μια βαθιά ριζωμένη αίσθηση ηττοπάθειας.

Γι’ αυτό και κάθε φορά που συμβαίνει κάτι σοβαρό, ο θόρυβος, η αναστάτωση και ο πρωτόγνωρος πανικός μάς οδηγούν συχνά στο να κοιτάζουμε το δέντρο και να χάνουμε το δάσος.

Κι όμως, αυτή τη φορά η μεγάλη εικόνα ενδέχεται να είναι διαφορετική.

Αυτό που πολλοί παραλείψαμε μέσα στον καταιγισμό των ειδήσεων είναι ότι, ίσως για πρώτη φορά μετά από καιρό, κάθε κάτοικος αυτού του νησιού που έμεινε άγρυπνος τη νύχτα που έγινε γνωστό ότι ένα drone κατέπεσε σε «έδαφος» της Κυπριακής Δημοκρατίας, βρέθηκε μέσα σε λίγες μόλις ώρες να ακούει δια στόματος του Νίκου Δένδια ότι η Ελλάδα αποστέλλει άμεσα ενισχύσεις στον κυπριακό ελληνισμό.

Μια ανακοίνωση με τέτοιο βάρος, που κατάφερε να καθησυχάσει τον κόσμο, να μετριάσει τις ανησυχίες του και να τον κάνει να νιώσει μέρος μιας οικογένειας που για χρόνια πολλοί ένιωθαν πως τους είχε ξεχάσει. Μια ανακοίνωση δεν αρκεί προφανώς να επουλώσει ένα τραύμα πέντε δεκαετιών, αλλά το ότι το αμβλύνει, μόνο θετικά λειτουργεί.

Advertisement

Αν αφήσει κανείς στην άκρη τον θόρυβο, τον πανικό, τη δυσαρέσκεια και τους τίτλους των ειδήσεων, θα συνειδητοποιήσει κάτι απλό αλλά ουσιαστικό: ένα μικρό νησιωτικό κράτος, για πρώτη φορά μέσα σε λίγες ώρες, είχε την πολυτέλεια να μην αισθανθεί μόνο του.

Και αυτό οφείλεται πρωτίστως στην Ελλάδα, αλλά και στη Γαλλία, η οποία αντέδρασε ως υπεύθυνο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έσπευσε να προσφέρει βοήθεια.

Στον δημόσιο διάλογο πρέπει να υπάρξει ιεράρχηση προτεραιοτήτων. Λανθασμένοι χειρισμοί και επιχειρησιακές ανεπάρκειες μπορούν -και πρέπει- να συζητηθούν ψύχραιμα όταν η «κρίση» περάσει. Το τι πήγε σωστά και το τι πήγε λάθος μπορεί -και πρέπει- να συζητηθεί όταν η χώρα πάρει ανάσα, η νηφαλιότητα επιστρέψει και τα πεπραγμένα αποτυπωθούν με σαφήνεια.

Advertisement

Ειδάλλως, η συζήτηση θα χαθεί μέσα στον ορυμαγδό των εξελίξεων, λειτουργώντας τελικά αυτοκαταστροφικά και αυτοακυρωτικά για την ίδια.

Αυτό που μπορούμε όμως να πούμε σήμερα είναι κάτι πολύ πιο απλό.

Πρώτον, είναι μια στιγμή αρραγούς ενότητας για τον οικουμενικό ελληνισμό.

Advertisement

Δεύτερον, οι γρήγορες κινήσεις της κυπριακής πλευράς στο διπλωματικό πεδίο συνιστούν μια καθαρή επιτυχία.

Και τρίτον -ίσως το πιο σημαντικό- είναι μια στιγμή όπου ως κοινωνία μάς δίνεται η δυνατότητα να σταματήσουμε να λειτουργούμε μόνιμα με τη νοοτροπία του εγκαταλελειμμένου και να αναγνωρίσουμε ότι, τουλάχιστον αυτή τη φορά, δεν είμαστε μόνοι.

Για πολύ καιρό στην Κύπρο κυριαρχούσε η αίσθηση ότι σε μια κρίσιμη στιγμή θα μείνουμε μόνοι.

Advertisement

Αυτή τη φορά δεν συνέβη.

Advertisement

Όσο για το Ηνωμένο Βασίλειο και τις βάσεις που διατηρεί στο νησί -και που θεωρητικά αποτελούν έναν από τους ισχυρότερους στρατιωτικούς κόμβους της περιοχής- αυτό είναι μια συζήτηση που επίσης μπορεί -και πρέπει- να γίνει νηφάλια. Οι όροι, δηλαδή, με τους οποίους θα διεξαχθεί αυτή η συζήτηση, θα καθορίσει και το αν θα στεφθεί με επιτυχία. 

Ας μαντέψουμε το αποτέλεσμα, εάν αυτή γίνει με όρους παραπολιτικών “μυστικών” και πολιτικά περιχαρακωμένων αγκυλώσεων. Με γνώμονα την εγωιστική μανία κάποιων να “αυτοεπιβεβαιωθούν” ιστορικά, και όχι με σκοπό να συμβάλλουν στο πώς η συζήτηση αυτή θα επικαιροποιηθεί και θα πάει παρακάτω, με βελτιωμένες προοπτικές για την επίτευξη των στόχων της χώρας. Και ας σκεφτούμε το πόσο ωφέλιμα μπορεί να διεξαχθεί, αν οι όροι είναι εκείνοι της πολιτικής συμπερίληψης, της τεκμηρίωσης, και της θέσπισης ξεκάθαρων στόχων για το αύριο.

Μονάχα τότε ίσως να είμαστε στη θέση να εξετάσουμε σοβαρά αν πράγματι είναι σε θέση να ανταποκριθούν στον ρόλο που υποτίθεται ότι διαδραματίζουν ή αν απλώς οι δυνατότητές τους έχουν πλέον ξεπεραστεί από τις εξελίξεις.

Advertisement

Εξάλλου, η εικόνα που άφησαν θύμιζε λίγο έναν παλιό «προστάτη» της γειτονιάς – έναν «γκάνγκστερ» που κάποτε έταζε προστασία, αλλά πλέον δεν μπορεί να προστατεύσει ούτε το ίδιο του το μαγαζί.

Η μεγάλη εικόνα του τώρα, ωστόσο, παραμένει πως σε μια περιοχή που συχνά λειτουργεί με τη λογική της ισχύος, της αποτροπής και των γεωπολιτικών συμφερόντων, το μήνυμα που στάλθηκε ήταν απλό αλλά σημαντικό:

Η Κύπρος, τελικά, κείται κοντά.

Κοντά στην Ελλάδα.

Κοντά στην Ευρώπη.

Και -τουλάχιστον αυτή τη φορά- όχι μόνη.

Ευχαριστούμε, Ελλάδα.

Merci, la France.

Και βεβαίως, όσους άφησαν τα σπίτια τους και ήρθαν να συνδράμουν – τα πληρώματα σε θάλασσα και αέρα, τους ανθρώπους που αν τους ρωτήσεις θα σου πουν ότι απλώς “πράττουν το καθήκον τους”.

Editorial Board