Η υπόθεση που αποκαλύφθηκε στην Αθήνα δεν αφορά μόνο ένα αστυνομικό δελτίο. Αφορά και ένα πολύ πρακτικό, σχεδόν αγωνιώδες ερώτημα για όσους έχουν αγοράσει έργα τέχνης από γκαλερί ή εμπόρους: πώς μπορεί κανείς να καταλάβει αν αυτό που έχει στον τοίχο του είναι αυθεντικό ή ανήκει στη γκρίζα ζώνη των πλαστών, των λανθασμένων αποδόσεων και των «ύποπτων» πιστοποιήσεων; Οι ειδικοί συγκλίνουν σε ένα βασικό συμπέρασμα: η αυθεντικότητα δεν αποδεικνύεται από μία υπογραφή ή ένα χαρτί μόνο, αλλά από μια αλυσίδα στοιχείων.
Η επικαιρότητα δίνει αφορμή για το ερώτημα. Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα δημοσιεύματα, ο γνωστός γκαλερίστας Γιώργος Τσαγκαράκης συνελήφθη έπειτα από έρευνα της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος, ενώ σε χώρους της επιχείρησής του και σε αποθήκες εντοπίστηκαν εκατοντάδες έργα που εξετάζονται ως πιθανά πλαστά. Σε ορισμένα ρεπορτάζ αναφέρεται ότι από περίπου 300 έργα που ελέγχθηκαν, γνήσια κρίθηκαν μόνο επτά, ενώ έχουν αναφερθεί επίσης μετρητά, αμφορείς, εικόνες και άλλα αντικείμενα που τέθηκαν στο μικροσκόπιο των Αρχών. Η υπόθεση βρίσκεται στη Δικαιοσύνη και οι ισχυρισμοί ελέγχονται.
Για έναν αγοραστή, το πρώτο πράγμα που πρέπει να καταλάβει είναι ότι η αυθεντικότητα ενός έργου δεν κρίνεται «με το μάτι» μόνο. Οι μεγάλοι οίκοι και οι ειδικοί authentication δίνουν βάρος πρωτίστως στην προέλευση του έργου, το λεγόμενο provenance: ποιος το είχε, πότε το απέκτησε, σε ποια έκθεση εμφανίστηκε, αν έχει περάσει από δημοπρασία, αν έχει δημοσιευθεί σε κατάλογο ή σε catalogue raisonné. Όσο πιο καθαρή και συνεχής είναι αυτή η διαδρομή, τόσο ισχυρότερο είναι το επιχείρημα υπέρ της αυθεντικότητας.
Το δεύτερο είναι τα συνοδευτικά έγγραφα. Απόδειξη αγοράς, τιμολόγιο, condition report, πιστοποιητικό αυθεντικότητας, αλληλογραφία με γκαλερί, δελτία αποστολής, παλαιότερες εκτιμήσεις, φωτογραφίες από εκθέσεις: όλα μετράνε. Όμως εδώ κρύβεται και η μεγαλύτερη παγίδα, γιατί τα χαρτιά μπορεί επίσης να είναι κατασκευασμένα ή παραπλανητικά. Το FBI έχει καταγράψει υποθέσεις στις οποίες πλαστά έργα πωλούνταν μαζί με ψεύτικη τεκμηρίωση ακριβώς για να φαίνονται νόμιμα και πειστικά. Με άλλα λόγια, το χαρτί βοηθά, αλλά δεν αρκεί από μόνο του.
Το τρίτο είναι το ίδιο το έργο ως φυσικό αντικείμενο. Υπογραφή, χρονολόγηση, υλικά, καμβάς, χαρτί, κορνίζα, πίσω μέρος του πίνακα, ετικέτες μεταφοράς ή έκθεσης, φθορές, τρόπος παλαίωσης: όλα αυτά εξετάζονται. Οι ειδικοί επιμένουν ότι ακόμη και όταν μια υπογραφή μοιάζει σωστή, αυτό δεν αποδεικνύει τίποτα από μόνο του. Αντίθετα, κοιτάζουν αν η τεχνική, το μέσο, η επιφάνεια και τα ίχνη του χρόνου ταιριάζουν πραγματικά με την περίοδο και τη γνωστή πρακτική του καλλιτέχνη.
Υπάρχουν, επίσης, συγκεκριμένες κόκκινες σημαίες που πρέπει να βάζουν κάποιον σε υποψίες. Έργο με ασαφή ιστορία ιδιοκτησίας. Πιστοποιητικό που δεν αναφέρει λεπτομερώς τίτλο, διαστάσεις, υλικό και εικόνα του έργου. Τιμή υπερβολικά χαμηλή για το όνομα που φέρει. Πωλητής που πιέζει για γρήγορη απόφαση ή αποφεύγει να δώσει πλήρη στοιχεία. Και φυσικά, έργο που αποδίδεται σε σημαντικό δημιουργό αλλά δεν εμφανίζεται πουθενά σε εκθέσεις, καταλόγους ή αρχεία αγοράς.
Αν κάποιος έχει ήδη αγοράσει έργο και τώρα ανησυχεί, η πιο ασφαλής κίνηση είναι να μην ξεκινήσει από δημόσιες αναρτήσεις ή από «γνωστούς που ξέρουν». Ξεκινά από φάκελο. Συγκεντρώνει όλα τα διαθέσιμα έγγραφα, φωτογραφίζει το έργο μπροστά και πίσω, καταγράφει διαστάσεις, υπογραφές, αυτοκόλλητα, αριθμούς, σφραγίδες και κάθε στοιχείο που μπορεί να το ταυτοποιήσει. Μετά απευθύνεται σε ανεξάρτητο πραγματογνώμονα ή ιστορικό τέχνης με ειδίκευση στον συγκεκριμένο καλλιτέχνη ή στην περίοδο, όχι στον ίδιο τον πωλητή.
Στις πιο σοβαρές περιπτώσεις, ακολουθεί τεχνικός και επιστημονικός έλεγχος. Μικροσκόπηση, ανάλυση χρωστικών, υπεριώδης ή υπέρυθρη εξέταση, έλεγχος υποστρώματος, χαρτιού ή καμβά μπορούν να δείξουν αν τα υλικά συνάδουν με την εποχή στην οποία υποτίθεται ότι δημιουργήθηκε το έργο. Αυτές οι μέθοδοι, βέβαια, συνήθως δεν «βαφτίζουν» ένα έργο αυθεντικό από μόνες τους· λειτουργούν περισσότερο ως τρόπος να αποκλειστεί το ψεύδος και να εντοπιστούν ασυμβατότητες.
Ένα ακόμη πρακτικό βήμα είναι ο έλεγχος σε βάσεις δεδομένων ή αρχεία κλεμμένων έργων και πολιτιστικών αντικειμένων, ιδιαίτερα όταν υπάρχει αμφιβολία όχι μόνο για την αυθεντικότητα αλλά και για τη νόμιμη προέλευση. Η Interpol επισημαίνει ότι η εγκληματικότητα γύρω από την πολιτιστική κληρονομιά συνδέεται συχνά με οργανωμένα δίκτυα, ενώ διαθέτει και εργαλεία όπως το ID-Art για αναζήτηση και τεκμηρίωση αντικειμένων.
Το κρίσιμο, πάντως, για τον απλό αγοραστή είναι άλλο: δεν χρειάζεται να αποδείξει μόνος του ότι εξαπατήθηκε πριν κινηθεί. Αν υπάρχει σοβαρή υποψία, χρειάζεται να διασφαλίσει τα στοιχεία, να ζητήσει ανεξάρτητη γνωμάτευση και, αν προκύπτουν ενδείξεις απάτης, να μιλήσει με δικηγόρο και, όπου χρειάζεται, με τις αρμόδιες αρχές. Σε διεθνές επίπεδο, η πρακτική είναι σαφής: τεκμηρίωση, εξειδικευμένη γνωμοδότηση, επικοινωνία με τον πωλητή και νομική διεκδίκηση εφόσον η αναπαράσταση της αυθεντικότητας ήταν ψευδής.
Η αγορά τέχνης ζει από την εμπιστοσύνη. Και ακριβώς γι’ αυτό υποθέσεις σαν τη σημερινή δεν αφορούν μόνο όσους εμπλέκονται ποινικά, αλλά και κάθε άνθρωπο που κάποτε μπήκε σε μια γκαλερί, ερωτεύτηκε ένα έργο και πίστεψε τον λόγο του πωλητή. Η αυθεντικότητα, τελικά, δεν είναι συναίσθημα. Είναι έρευνα, διασταύρωση και απόσταση από τη βιασύνη. Και ίσως αυτό να είναι το πιο χρήσιμο μάθημα για κάθε επόμενο αγοραστή.