Στο επίκεντρο πολλών συζητήσεων τα πολύ τελευταία χρόνια, μπαίνει μια ιδέα που ακούγεται γνώριμη σε πολλούς. Ότι όσοι μεγάλωσαν τη δεκαετία του 1960 δεν έγιναν απλώς «σκληροί», αλλά ανέπτυξαν μια ιδιαίτερη μορφή ψυχικής ανθεκτικότητας. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η θέση δεν στηρίζεται μόνο σε πολιτισμική νοσταλγία, αλλά ακουμπά σε πραγματικές ψυχολογικές συζητήσεις γύρω από την αυτονομία, την ανοχή στη δυσφορία και το αίσθημα ελέγχου πάνω στη ζωή. Και  υποστηρίζει ότι η παιδική ηλικία των 60s χαρακτηριζόταν από περισσότερη ελευθερία, λιγότερη γονική παρέμβαση και πολύ μικρότερη συναισθηματική «διαχείριση» απ’ ό,τι σήμερα. Μέσα από αυτό το πλαίσιο, αναπτύχθηκε μια καθημερινή εξάσκηση στη δυσφορία: αναμονή, πλήξη, μικρές συγκρούσεις, ανεξάρτητη επίλυση προβλημάτων, λιγότερη άμεση διάσωση από τους ενήλικες.

Εκεί ακριβώς συνδέεται η συζήτηση με τη βιβλιογραφία. Η Diana Baumrind, σε κλασική της μελέτη που δημοσιεύθηκε το 1967 και βασίστηκε σε έρευνα του 1966, διαμόρφωσε ένα από τα πιο επιδραστικά πλαίσια για τα γονεϊκά στυλ, διακρίνοντας αυταρχικό, αυθεντικό και επιτρεπτικό μοντέλο. Η μελέτη αυτή δεν λέει ότι «όσο πιο σκληρή η ανατροφή, τόσο καλύτερο το παιδί», αλλά έθεσε τα θεμέλια για να σκεφτόμαστε συστηματικά πώς η γονεϊκή συμπεριφορά επηρεάζει την προσαρμογή, την αυτορρύθμιση και την κοινωνική συμπεριφορά των παιδιών.

Advertisement
Advertisement

Η πιο άμεση γέφυρα με το θέμα της ανθεκτικότητας έρχεται από τον ψυχολόγο Peter Gray. Στο ευρέως αναφερόμενο άρθρο του για την πτώση του ελεύθερου παιχνιδιού και την άνοδο της ψυχοπαθολογίας, υποστηρίζει ότι τις τελευταίες δεκαετίες η ανεξάρτητη, μη δομημένη δραστηριότητα των παιδιών μειώθηκε αισθητά, ενώ την ίδια περίοδο αυξήθηκαν δείκτες άγχους, κατάθλιψης και αίσθησης αβοηθησίας στους νέους. Η θέση του δεν είναι ότι το παρελθόν ήταν ιδανικό, αλλά ότι η υπερ-επιτηρούμενη παιδική ηλικία μπορεί να στερεί ευκαιρίες για αυτενέργεια, διαπραγμάτευση και ανάπτυξη μηχανισμών αντιμετώπισης.

Στο ίδιο νήμα εντάσσεται και η έννοια του locus of control, του κατά πόσο κάποιος νιώθει ότι ελέγχει τη ζωή του ή ότι παρασύρεται από εξωτερικές δυνάμεις. Η Jean Twenge, σε μετα-ανάλυση που καλύπτει την περίοδο 1960-2002, βρήκε ότι οι νεότερες γενιές στις ΗΠΑ μετατοπίστηκαν προς πιο «εξωτερικό» κέντρο ελέγχου. Σύμφωνα με τη μελέτη, ο μέσος φοιτητής του 2002 ήταν πιο εξωτερικά προσανατολισμένος από το 80% των φοιτητών των αρχών της δεκαετίας του 1960. Αυτό δεν αποδεικνύει μόνο του αιτιότητα, αλλά ενισχύει την ιδέα ότι η αίσθηση προσωπικής δράσης έχει υποχωρήσει.

Εδώ όμως χρειάζεται η κρίσιμη υποσημείωση που συχνά λείπει από τέτοιες αναγνώσεις: η ανθεκτικότητα δεν είναι το ίδιο πράγμα με τη σιωπή, την καταπίεση ή την έλλειψη φροντίδας. Ακόμη και το ίδιο το κείμενο του iefimerida αναγνωρίζει ότι η δεκαετία του 1960 παρήγαγε και σοβαρά «τυφλά σημεία»: στίγμα γύρω από την ψυχική υγεία, συναισθηματική καταστολή και δυσκολία στην έκφραση του πόνου.

Αυτό συμφωνεί με τη σύγχρονη ψυχολογική προσέγγιση. Η Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία ορίζει την ανθεκτικότητα όχι ως έμφυτη σκληρότητα, αλλά ως διαδικασία προσαρμογής απέναντι στη δυσκολία. Και επιμένει ότι οι προστατευτικοί παράγοντες δεν είναι μόνο η αυτονομία και οι δεξιότητες αντιμετώπισης, αλλά και οι σχέσεις στήριξης, η κοινότητα, η αίσθηση σκοπού και η δυνατότητα να ζητά κάποιος βοήθεια όταν τη χρειάζεται.

Με άλλα λόγια, το πιο χρήσιμο συμπέρασμα δεν είναι ότι «παλιά οι άνθρωποι ήταν καλύτεροι». Είναι ότι η σημερινή παιδική ηλικία ίσως έχει αφαιρέσει υπερβολικά πολλή τριβή από την καθημερινότητα, χωρίς πάντα να την αντικαθιστά με πραγματική ενδυνάμωση. Η έρευνα δείχνει πως η ανθεκτικότητα συνδέεται με την έκθεση σε διαχειρίσιμες δυσκολίες, αλλά και με την ύπαρξη υποστηρικτικών δεσμών. Ούτε η πλήρης εγκατάλειψη ούτε η υπερπροστασία φαίνεται να είναι η απάντηση.

Τι άλλο αξίζει να κρατήσουμε για το θέμα

Advertisement

Η βασική ιδέα στέκει περισσότερο ως αφορμή για συζήτηση παρά ως τελεσίδικη απόδειξη. Συνδέει εύστοχα τρεις άξονες: ελεύθερο παιχνίδι, ανοχή στη δυσφορία, εσωτερικό αίσθημα ελέγχου, Αλλά η επιστημονική εικόνα είναι πιο σύνθετη: η ανθεκτικότητα χτίζεται τόσο από την αυτονομία όσο και από την ασφάλεια σχέσεων.

Επίσης, αρκετές από τις μελέτες που επικαλούνται τέτοιου τύπου κείμενα είναι συσχετιστικές. Δηλαδή καταγράφουν παράλληλες τάσεις στον χρόνο, αλλά δεν μπορούν από μόνες τους να αποδείξουν ότι η μείωση της ελευθερίας στο παιχνίδι προκάλεσε ευθέως την αύξηση του άγχους ή της κατάθλιψης. Αυτό δεν ακυρώνει το επιχείρημα, αλλά το βάζει στη σωστή, πιο προσεκτική βάση.

Τέλος, η πιο σύγχρονη ανάγνωση του θέματος δεν είναι «επιστροφή στα 60s». Είναι κάτι πιο ρεαλιστικό: περισσότερος χώρος για πρωτοβουλία, λιγότερη άμεση παρέμβαση σε κάθε μικρή δυσκολία, περισσότερη εμπιστοσύνη στις δυνατότητες των παιδιών — αλλά χωρίς να χαθεί η συναισθηματική διαθεσιμότητα που παλαιότερες γενιές συχνά στερήθηκαν

Advertisement