Ο ουρανός του Βροντάδου στη Χίο φωτίστηκε και φέτος το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου από χιλιάδες ρουκέτες, καθώς ο ιστορικός ρουκετοπόλεμος ανάμεσα στις ενορίες του Αγίου Μάρκου και της Παναγίας Ερειθιανής πραγματοποιήθηκε τελικά κανονικά, παρά την ένταση, τις συλλήψεις και τους σοβαρούς τραυματισμούς που είχαν προηγηθεί κατά την προετοιμασία.
Η φετινή αναμέτρηση των δύο ενοριών εξελίχθηκε σε ένα θέαμα που, για ακόμη μία χρονιά, προσέλκυσε πλήθος κατοίκων, επισκεπτών από την Ελλάδα και το εξωτερικό, αλλά και δημοσιογραφικές αποστολές. Οι ρίψεις ξεκίνησαν δοκιμαστικά νωρίτερα το βράδυ και κορυφώθηκαν λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, ενώ είχαν προβλεφθεί και παύσεις για την ασφαλή μετακίνηση των πιστών προς τις εκκλησίες. Στα δημοσιευμένα ρεπορτάζ έως το πρωί της Κυριακής δεν υπήρχε αναφορά σε θύμα από την φετινή νύχτα της Ανάστασης.
Ωστόσο, το φετινό Πάσχα στον Βροντάδο δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένο από όσα προηγήθηκαν. Λίγες ημέρες πριν από την Ανάσταση, σοβαρό ατύχημα σε χώρο κατασκευής ρουκετών οδήγησε σε τραυματισμούς και εγκαύματα, με πέντε νεαρούς να μεταφέρονται στο Νοσοκομείο Χίου και τέσσερις να παραμένουν για νοσηλεία, ενώ ακολούθησαν συλλήψεις και δικαστικές εξελίξεις. Σε νεότερες αναφορές, γινόταν λόγος για επτά συλληφθέντες, από τους οποίους οι τρεις αφέθηκαν ελεύθεροι και οι υπόλοιποι παρέμεναν υπό νοσηλεία ή αντιμέτωποι με τη διαδικασία της Δικαιοσύνης.
Αυτό ακριβώς είναι και το διπλό πρόσωπο του ρουκετοπόλεμου: από τη μία ένα έθιμο βαθιά ριζωμένο στην τοπική ταυτότητα της Χίου και από την άλλη μια πρακτική που επαναφέρει κάθε χρόνο τη συζήτηση για τα όρια της παράδοσης, της ασφάλειας και της νομιμότητας.
Οι ρίζες του έθιμου
Οι ρίζες του εθίμου χάνονται στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Σύμφωνα με τον Δήμο Χίου, δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες για το πότε και πώς ακριβώς ξεκίνησε, ενώ ελάχιστα είναι γνωστά για την ιστορία του πριν από το 1950. Μαρτυρίες αναφέρουν ότι στα παλιά χρόνια τα παιδιά των δύο ενοριών επιδίδονταν σε πετροπόλεμο με σφεντόνες και ότι το στοιχείο της αντιπαλότητας ανάμεσα στις δύο γειτονικές ενορίες προϋπήρχε της σημερινής μορφής του εθίμου.
Η επικρατέστερη εκδοχή θέλει το έθιμο να συνδέεται με την οθωμανική περίοδο, όταν οι Χιώτες φέρεται να αντικατέστησαν τα κανονάκια που χρησιμοποιούσαν για τον εορτασμό της Ανάστασης με αυτοσχέδιες ρουκέτες, είτε επειδή οι Οθωμανοί είχαν απαγορεύσει τη χρήση κανονιών είτε επειδή είχαν κατασχέσει τον σχετικό οπλισμό. Παρότι αυτή η αφήγηση επαναλαμβάνεται συχνά στη δημόσια σφαίρα και στην τουριστική προβολή του εθίμου, οι ιστορικές πηγές παραμένουν περιορισμένες και δεν τεκμηριώνουν με απόλυτη βεβαιότητα το ακριβές σημείο εκκίνησής του.
Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι το έθιμο επιβίωσε στον χρόνο, πέρασε από περιόδους διακοπής και έντασης, και εξελίχθηκε σε μια ετήσια «μάχη» με συμβολικό στόχο τα καμπαναριά των δύο ναών. Η «νίκη» κρίνεται παραδοσιακά από το ποια πλευρά θα πετύχει περισσότερα χτυπήματα στον στόχο της απέναντι εκκλησίας.
Πίσω, όμως, από το οπτικό υπερθέαμα κρύβεται μια μακρά και απαιτητική προετοιμασία. Οι ομάδες των δύο ενοριών δεν οργανώνονται μόνο τις τελευταίες ημέρες πριν από το Πάσχα. Πηγές από τη Χίο, αλλά και παλαιότερα ρεπορτάζ, αναφέρουν ότι η προετοιμασία διαρκεί μήνες, ενώ σε ορισμένες περιγραφές σημειώνεται πως μικροί και μεγάλοι ασχολούνται όλο τον χρόνο με την αναμονή και την προετοιμασία της μεγάλης βραδιάς. Οι ρουκέτες κατασκευάζονται χειροποίητα και σε πολύ μεγάλους αριθμούς, ενώ στη συνέχεια στήνονται σε ξύλινες βάσεις, τους γνωστούς ρουκετοσύρτες, για να πάρουν την κατάλληλη τροχιά.
Το γεγονός ότι η προετοιμασία απλώνεται σε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα εξηγεί και γιατί το έθιμο δεν είναι για την τοπική κοινωνία μια απλή τουριστική ατραξιόν της μίας νύχτας. Είναι μια διαδικασία με κοινωνική, οικογενειακή και συμβολική διάσταση, που μεταφέρεται από γενιά σε γενιά και οργανώνει σε μεγάλο βαθμό τον πασχαλινό κύκλο του Βροντάδου.
Την ίδια στιγμή, η ιστορία του ρουκετοπόλεμου συνοδεύεται και από τραυματικά περιστατικά. Σε εξώδικα και δημόσιες παρεμβάσεις κατοίκων έχει καταγραφεί ότι το 2007 δύο άνθρωποι υπέστησαν καθολικά εγκαύματα, ενώ το 2014 ένας 51χρονος έχασε τη ζωή του κατά την προετοιμασία των ρουκετών. Τα περιστατικά αυτά επιστρέφουν κάθε χρόνο στη δημόσια συζήτηση ως υπενθύμιση ότι η επικινδυνότητα δεν είναι θεωρητική.
Αντίστοιχα διαρκές είναι και το ζήτημα των ζημιών σε περιουσίες. Εδώ και χρόνια κάτοικοι της περιοχής διαμαρτύρονται για φθορές σε σπίτια, σπασμένα παράθυρα, μικρές εστίες φωτιάς και καταστροφές σε υποδομές. Ήδη από παλαιότερα ρεπορτάζ καταγραφόταν ότι ο δήμος αναλάμβανε κόστος πρόληψης και αποκατάστασης ζημιών, ενώ και σήμερα συνεχίζει να καλύπτει με συρματοπλέγματα εκκλησίες και δεκάδες γειτονικές κατοικίες για να περιοριστεί ο κίνδυνος. Φέτος, σύμφωνα με δημοσιευμένες πληροφορίες, προστατεύτηκαν περίπου 35 με 40 κατοικίες.
Με άλλα λόγια, οι φωτιές και οι ζημιές σε περιουσίες δεν είναι μια υποθετική πλευρά του εθίμου αλλά μέρος της πραγματικότητας που οι τοπικές Αρχές προσπαθούν κάθε χρόνο να διαχειριστούν με προληπτικά μέτρα, καλύψεις, καθαρισμούς και δεσμεύσεις για αποκατάσταση. Για τη φετινή διοργάνωση, πάντως, μέχρι το πρωί της Κυριακής δεν είχαν δημοσιοποιηθεί συγκεκριμένες πληροφορίες για εκτεταμένες καταστροφές από τη νυχτερινή διεξαγωγή, πέρα από τα συνήθη ίχνη που αφήνει πίσω του το έθιμο.
Ο ρουκετοπόλεμος του Βροντάδου παραμένει, έτσι, ένα έθιμο που συμπυκνώνει όλη την αντίφαση της ελληνικής παράδοσης: συγκίνηση, συλλογική μνήμη, τοπική υπερηφάνεια και εντυπωσιασμό, αλλά ταυτόχρονα φόβο, αντιδράσεις και ανοιχτά ερωτήματα για το πώς μπορεί να επιβιώσει χωρίς να πληρώνεται κάθε φορά βαρύ τίμημα. Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό διακύβευμα της επόμενης ημέρας στη Χίο: όχι αν ο ουρανός φωτίστηκε ξανά, αλλά αν το έθιμο μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει χωρίς να απειλεί ζωές και σπίτια.