Σημαντική εξέλιξη καταγράφεται στην υπόθεση που αφορούσε τον πρόεδρο της ΓΣΕΕ, Γιάννη Παναγόπουλο, καθώς ο αρμόδιος εισαγγελέας έθεσε στο αρχείο τη δικογραφία για τα φερόμενα αδήλωτα εισοδήματα ύψους 3,2 εκατ. ευρώ, μετά τις εξηγήσεις που δόθηκαν και την αξιολόγηση των στοιχείων. Η εξέλιξη αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο όχι μόνο το περιεχόμενο της υπόθεσης, αλλά και τις αναφορές που γίνονται πλέον ανοιχτά για τον ρόλο της Αρχής και του επικεφαλής της, Χαράλαμπου Βουρλιώτη.
Η υπόθεση, που τις προηγούμενες ημέρες είχε λάβει μεγάλες διαστάσεις στη δημόσια συζήτηση, φαίνεται να κλείνει σε αυτό το στάδιο χωρίς περαιτέρω ποινική διερεύνηση. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, μετά την εξέταση των εξηγήσεων του προέδρου της ΓΣΕΕ «δεν προέκυψαν στοιχεία που να στοιχειοθετούν παράβαση», κάτι που οδήγησε στην αρχειοθέτηση της υπόθεσης.
Ο ίδιος ο Γιάννης Παναγόπουλος, σε δημόσια δήλωσή του, υποστήριξε ότι η τροπή αυτή επιβεβαιώνει πως δεν υπήρχε αντικείμενο ποινικής συνέχειας και έκανε λόγο για μια υπόθεση που παρουσιάστηκε επί εβδομάδες ως σοβαρή καταγγελία, αλλά τελικά κατέληξε «χωρίς αντικείμενο». Παράλληλα, επέμεινε ότι η δημόσια συζήτηση προηγήθηκε της θεσμικής διαδικασίας, αφήνοντας αιχμές για διαρροές, non papers και διαμόρφωση εντυπώσεων πριν ακόμη ολοκληρωθεί η κρίση της Δικαιοσύνης.
Ιδιαίτερο βάρος αποκτούν, ωστόσο, οι αναφορές του στον επικεφαλής της Αρχής, Χαράλαμπο Βουρλιώτη. Στη δήλωσή του, ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ υποστηρίζει ότι εφόσον οι σχετικοί ισχυρισμοί φέρονται να προέρχονται από τον επικεφαλής μιας Ανεξάρτητης Αρχής, τότε ανακύπτει «ακόμη πιο σοβαρό ζήτημα», καθώς, όπως σημειώνει, μια τέτοια Αρχή οφείλει να λειτουργεί με θεσμική ουδετερότητα, διαφάνεια και σεβασμό στις διαδικασίες και όχι μέσω διαρροών πριν από την ολοκλήρωση της κρίσης.
Με αυτόν τον τρόπο, η υπόθεση παύει να αφορά μόνο τον ίδιο τον συνδικαλιστή και αποκτά σαφέστερη θεσμική διάσταση. Η αρχειοθέτηση δεν αποφορτίζει απλώς τον Γιάννη Παναγόπουλο από το συγκεκριμένο σκέλος της έρευνας, αλλά αναζωπυρώνει τα ερωτήματα για το πώς διαχειρίστηκε δημοσίως η υπόθεση, ποιοι έδωσαν τον τόνο στη συζήτηση και αν υπήρξε προσπάθεια μετατόπισης της πολιτικής και κοινωνικής ατζέντας σε μια κρίσιμη χρονική συγκυρία.
Ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ συνδέει ευθέως τη χρονική στιγμή της πρώτης οργανωμένης δημοσιοποίησης των ισχυρισμών με τη συζήτηση για την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων και τον ενισχυμένο ρόλο της Συνομοσπονδίας, υποστηρίζοντας ότι η σύμπτωση αυτή γεννά «εύλογα και σοβαρά ερωτήματα». Στο ίδιο πλαίσιο, προαναγγέλλει ότι θα αξιοποιήσει κάθε νόμιμο μέσο για την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης και για την προστασία της προσωπικότητάς του αλλά και του θεσμικού ρόλου που εκπροσωπεί.
Η πλήρης δήλωσή του Γιάννη Παναγόπουλου
«Τις τελευταίες εβδομάδες εξελίχθηκε μια δημόσια συζήτηση γύρω από το πρόσωπό μου, η οποία στηρίχθηκε σε διαρροές, non papers και εικασίες, πριν καν ολοκληρωθεί η θεσμική διαδικασία και χωρίς να μου έχει επιδοθεί οποιοδήποτε επίσημο πόρισμα.
Σε ό,τι αφορά τη λεγόμενη «υπόθεση μη υποβολής δήλωσης πόθεν έσχες και αποκρυφθέντα εισοδήματα 3,2 εκατομμυρίων ευρώ», μετά την υποβολή των εξηγήσεών μου και την αξιολόγηση όλων των στοιχείων, ο αρμόδιος Εισαγγελέας έθεσε την υπόθεση στο αρχείο.
Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει με τον πιο επίσημο τρόπο ότι δεν προέκυψαν στοιχεία που να στοιχειοθετούν οποιαδήποτε παράβαση και, συνεπώς, δεν υπάρχει λόγος περαιτέρω ποινικής διερεύνησης.
Με απλά λόγια. Μια υπόθεση που παρουσιάστηκε επί εβδομάδες ως «σοβαρή καταγγελία» και «μεγάλο σκάνδαλο», κατέληξε χωρίς αντικείμενο.
Την ίδια στιγμή, για την πρώτη χρονικά υπόθεση, για την οποία εκδόθηκε διάταξη δέσμευσης, δεν έχουμε μέχρι σήμερα κληθεί να λάβουμε γνώση οποιουδήποτε πορίσματος, ενώ εκκρεμεί και η προσφυγή που έχουμε καταθέσει κατά της σχετικής διάταξης.
Κι όμως, στο επίπεδο της δημόσιας συζήτησης, όλα αυτά παρουσιάστηκαν ως ήδη κλεισμένα και δεδομένα. Δεν ήταν. Και αυτό δεν είναι μια λεπτομέρεια. Είναι η ουσία. Γιατί πριν μιλήσει η Δικαιοσύνη, κάποιοι φρόντισαν να μιλήσουν για αυτήν. Και όχι σε τυχαίο χρόνο.
Η πρώτη οργανωμένη δημοσιοποίηση των σχετικών ισχυρισμών συνέπεσε με τη συζήτηση στη Βουλή για μια ιστορικής σημασίας εξέλιξη που δεν είναι άλλη από την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων με ενισχυμένο ρόλο της ΓΣΕΕ, που επαναφέρουν δικαιώματα και καλύπτουν εκατοντάδες χιλιάδες εργαζομένους.
Η σύμπτωση αυτή γεννά εύλογα και σοβαρά ερωτήματα.
Ιδιαίτερα όταν τα όσα διακινήθηκαν φέρονται να προέρχονται από τον επικεφαλής Ανεξάρτητης Αρχής, κ. Βουρλιώτη, δημιουργείται ένα ακόμη πιο σοβαρό ζήτημα. Μια Ανεξάρτητη Αρχή οφείλει να λειτουργεί με θεσμική ουδετερότητα, διαφάνεια και σεβασμό στις διαδικασίες, όχι μέσω διαρροών και διαμόρφωσης εντυπώσεων πριν την ολοκλήρωση της κρίσης.
Όταν αυτό δεν τηρείται, δεν πλήττεται μόνο ένα πρόσωπο.
Πλήττεται η αξιοπιστία των θεσμών και η εμπιστοσύνη των πολιτών στο Κράτος Δικαίου.
Γιατί, σε μια τόσο κρίσιμη στιγμή για τον κόσμο της εργασίας, επιχειρήθηκε να μετατοπιστεί η δημόσια συζήτηση από το ουσιαστικό διακύβευμα σ’ ένα σκηνικό εντυπώσεων και αμφισβήτησης;
Ποιον εξυπηρετεί αυτή η επιλογή;
Για μένα, το διακύβευμα ήταν και παραμένει ένα. Η ενίσχυση της συλλογικής διαπραγμάτευσης, η αποκατάσταση των δικαιωμάτων των εργαζομένων και η ύπαρξη ενός ισχυρού, ανεξάρτητου συνδικαλιστικού κινήματος.
Σ’ αυτή τη διαδρομή, ήταν αναμενόμενο ότι θα υπάρξουν αντιδράσεις, πιέσεις και επιθέσεις. Όμως, η απάντηση δεν μπορεί να είναι η υποχώρηση.
Ως Πρόεδρος της ΓΣΕΕ, με πολυετή παρουσία και ευθύνη στον χώρο της εργασίας, έχω αποδείξει ότι μπορώ να αντέχω, να υπερασπίζομαι και να προχωρώ. Και αυτό θα συνεχίσω να κάνω, με ακόμη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα.
Με καθαρό λόγο, με θεσμική συνέπεια και με πλήρη επίγνωση της ευθύνης που μου έχουν αναθέσει οι εργαζόμενοι.
Ταυτόχρονα, τα ερωτήματα που προκύπτουν από τον τρόπο και το χρόνο διακίνησης αυτών των ισχυρισμών δεν μπορούν να μείνουν αναπάντητα.
Για τον λόγο αυτό, σε συνεργασία με τους νομικούς μου συμβούλους, θα αξιοποιήσω κάθε νόμιμο μέσο για την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης και την προστασία τόσο της προσωπικότητάς μου όσο και του θεσμικού ρόλου που εκπροσωπώ.
Η εμπιστοσύνη μου στη Δικαιοσύνη είναι δεδομένη. Όπως δεδομένη είναι και η δέσμευσή μου να συνεχίσω απρόσκοπτα το έργο για τους εργαζομένους.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, αυτό που κρίνεται δεν είναι ένα πρόσωπο, αλλά η δύναμη και η φωνή της εργασίας».