Οι διατρητικές βόμβες και οι βόμβες διασποράς συγχέονται συχνά στη δημόσια συζήτηση, όμως πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικές κατηγορίες όπλων, με διαφορετική χρήση, διαφορετικό επιχειρησιακό σκοπό και διαφορετικό νομικό αποτύπωμα. Οι πρώτες σχεδιάζονται για να διαπερνούν σκυρόδεμα, βράχο ή οχυρωμένες εγκαταστάσεις πριν εκραγούν, ενώ οι δεύτερες ανοίγουν στον αέρα και διασκορπίζουν πολλά μικρότερα υποπυρομαχικά σε μεγάλη περιοχή.
Οι διατρητικές βόμβες, γνωστές και ως bunker busters, έχουν ως βασική αποστολή να πλήξουν σκληρούς ή υπόγειους στόχους, όπως καταφύγια, αποθήκες όπλων ή οχυρωμένες εγκαταστάσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αμερικανική GBU-57A/B Massive Ordnance Penetrator, η οποία, σύμφωνα με το Reuters, είναι βόμβα περίπου 30.000 λιβρών, σχεδιασμένη ειδικά για να καταστρέφει βαθιά υπόγεια οχυρά. Το Reuters ανέφερε επίσης ότι τέτοιες βόμβες χρησιμοποιήθηκαν στην επίθεση κατά του ιρανικού Fordow το 2025.
Οι βόμβες διασποράς, αντίθετα, δεν προορίζονται να «τρυπήσουν» έναν σκληρό στόχο. Ανοίγουν στην πρόσκρουση και απελευθερώνουν πολλά μικρότερα εκρηκτικά υποπυρομαχικά σε μεγάλη έκταση. Αυτό ακριβώς είναι που τις καθιστά τόσο αμφιλεγόμενες. Καλύπτουν ευρύ πεδίο και ένα μέρος των υποπυρομαχικών συχνά δεν εκρήγνυται αμέσως, με αποτέλεσμα να παραμένει στο έδαφος και να απειλεί αμάχους για χρόνια μετά τη σύγκρουση. Η Σύμβαση για τα Πυρομαχικά Διασποράς απαγορεύει τη χρήση, την παραγωγή, τη μεταφορά και την αποθήκευσή τους για τα κράτη που είναι συμβαλλόμενα μέρη.
Αυτό οδηγεί και στο κρίσιμο ερώτημα: είναι «νόμιμες» οι βόμβες διασποράς; Η ακριβής απάντηση είναι: όχι για όλους με τον ίδιο τρόπο. Για τα κράτη που έχουν προσχωρήσει στη Σύμβαση για τα Πυρομαχικά Διασποράς, η χρήση τους απαγορεύεται ρητά. Όμως η απαγόρευση δεν είναι ακόμη καθολική, επειδή δεν έχουν προσχωρήσει όλα τα κράτη στη σύμβαση. Ακόμη και για κράτη που δεν είναι μέρη της σύμβασης, εξακολουθούν να ισχύουν οι γενικοί κανόνες του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου: διάκριση μεταξύ στρατιωτικών στόχων και αμάχων, απαγόρευση αδιάκριτων επιθέσεων και αρχή της αναλογικότητας. Το ICRC επισημαίνει ακριβώς ότι οι επιθέσεις δεν μπορούν να είναι αδιάκριτες και ότι οι απώλειες αμάχων δεν πρέπει να είναι υπερβολικές σε σχέση με το αναμενόμενο στρατιωτικό όφελος.
Η διεθνής εμπειρία δείχνει γιατί οι βόμβες διασποράς βρίσκονται στο επίκεντρο τόσο σκληρής κριτικής. Το Cluster Munition Monitor 2025 καταγράφει νέα χρήση τέτοιων όπλων στην Ουκρανία από ρωσικές και ουκρανικές δυνάμεις κατά το 2024 και το πρώτο μισό του 2025, αλλά και νέα χρήση στη Μιανμάρ και στη Συρία. Η ίδια έκθεση σημειώνει ότι από την υιοθέτηση της σύμβασης το 2008 δεν έχουν υπάρξει αναφορές για νέα χρήση από κράτος που είναι συμβαλλόμενο μέρος.
Ως προς τις περιπτώσεις χρήσης, οι διατρητικές βόμβες συνδέονται συνήθως με επιθέσεις εναντίον υπόγειων ή βαριά οχυρωμένων στόχων. Πρόσφατο παράδειγμα ήταν το Fordow στο Ιράν, όπου, σύμφωνα με το Reuters, αναφέρθηκε χρήση bunker busters. Οι βόμβες διασποράς, από την άλλη, έχουν συνδεθεί ιστορικά με συγκρούσεις όπου το πλήγμα απλώνεται σε μεγάλη επιφάνεια και αφήνει πίσω του κατάλοιπα που συνεχίζουν να σκοτώνουν ή να τραυματίζουν και μετά το τέλος των επιχειρήσεων.
Μεταξύ των περιστατικών που καταγράφηκαν στον Κόλπο ήταν και το χτύπημα στο bulk carrier Star Gwyneth, το οποίο, σύμφωνα με το Reuters, επλήγη από άγνωστο βλήμα, χωρίς να υπάρξουν τραυματισμοί. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, στο συγκεκριμένο περιστατικό χρησιμοποιήθηκε βόμβα διασποράς.
Με απλά λόγια, το βασικό συμπέρασμα είναι καθαρό: οι διατρητικές βόμβες είναι όπλα για βαθιά, οχυρωμένα και συγκεκριμένα σημεία, ενώ οι βόμβες διασποράς είναι όπλα ευρείας κάλυψης, με πολύ πιο βαρύ ανθρωπιστικό αποτύπωμα λόγω των υποπυρομαχικών που μένουν πίσω. Και αυτός είναι ο λόγος που οι δεύτερες έχουν βρεθεί στο επίκεντρο μιας διεθνούς συνθήκης απαγόρευσης, ενώ οι πρώτες κρίνονται κυρίως υπό το γενικό πλαίσιο του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου και της νομιμότητας του συγκεκριμένου πλήγματος.