Η υπόθεση των υποκλοπών επιστρέφει με τον πιο ενοχλητικό τρόπο για την κυβέρνηση, αλλά και για τους θεσμούς Δικαιοσύνης/Κοινοβουλίου που κλήθηκαν να τη διαχειριστούν. Γιατί όταν σε μια δικογραφία μπαίνουν πλέον όροι όπως «κατασκοπεία», όταν στα πιθανά θύματα περιλαμβάνονται υπουργοί, ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ, πολιτικοί αρχηγοί και δημοσιογράφοι, τότε το ζήτημα παύει να είναι απλώς ένα ακόμη πολιτικό σκάνδαλο. Γίνεται ζήτημα δημοκρατίας, θεσμικής αξιοπιστίας και εθνικής ασφάλειας.

Η υπόθεση των υποκλοπών δεν έπαψε ποτέ να στοιχειώνει το πολιτικό σύστημα και,κυρίως την κυβέρνηση. Απλώς τώρα επιστρέφει με νέο βάρος, νέα ευρήματα και ίσως για πρώτη φορά τόσο καθαρά, με τη σκιά ενός ενδεχόμενου κακουργηματικού πυρήνα στο κέντρο της. Το Predator, το λογισμικό που επί χρόνια η δημόσια συζήτηση προσπαθούσε να περιορίσει είτε σε μια «σκοτεινή ιδιωτική υπόθεση» είτε σε μια ιστορία χωρίς απτές αποδείξεις κρατικής εμπλοκής, επανέρχεται μέσα από μια απόφαση που κάθε άλλο παρά αφήνει περιθώρια για βολικές απλουστεύσεις.

Advertisement
Advertisement

Οι 1.930 σελίδες του σκεπτικού της απόφασης, με τις οποίες ο πρόεδρος Νίκος Ασκιανάκης οδηγήθηκε στην ενοχή τεσσάρων κατηγορουμένων, περιγράφουν ένα πλέγμα σχέσεων, υποδομών, τεχνογνωσίας και υποστήριξης που δεν παραπέμπει σε μια πρόχειρη ή ευκαιριακή επιχείρηση. Αντίθετα, παραπέμπει σε ένα οργανωμένο σύστημα παρακολούθησης, με διεθνή διάσταση, υψηλή επιχειρησιακή επάρκεια και σαφή προσανατολισμό προς κρατικού τύπου πελάτες.

Αυτό είναι και το πιο πολιτικά εκρηκτικό στοιχείο. Διότι, σύμφωνα με όσα αναδείχθηκαν στην ακροαματική διαδικασία, το Predator δεν εμφανίζεται ως ένα εργαλείο που θα μπορούσε εύκολα να χρησιμοποιηθεί από τυχαίους ιδιώτες. Περιγράφεται ως κορυφαίο μισθοφορικό κατασκοπευτικό λογισμικό, τέτοιου τύπου που συνήθως διατίθεται σε κρατικές υπηρεσίες, ακριβώς λόγω του κόστους, της υποδομής, της τεχνογνωσίας και – πάνω απ’ όλα – των νομικών και πολιτικών κινδύνων που συνεπάγεται η χρήση του.

Από εκεί και πέρα, η απόφαση κάνει κάτι ακόμη σοβαρότερο: βάζει στο τραπέζι ρητά τη διερεύνηση του αδικήματος της κατασκοπείας. Και δεν το κάνει θεωρητικά. Το κάνει συνδέοντας τις δυνατότητες του Predator με τη φύση των προσώπων που φέρονται να βρέθηκαν στο στόχαστρο: υπουργοί με κρίσιμα χαρτοφυλάκια, ο υπουργός Εξωτερικών, ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ, ανώτατοι αξιωματούχοι της ΕΛ.ΑΣ., πολιτικοί αντίπαλοι, αλλά και δημοσιογράφοι. Με απλά λόγια, η Δικαιοσύνη αναγνωρίζει ότι εδώ δεν συζητάμε μόνο για μια παραβίαση απορρήτου. Συζητάμε για πιθανή πρόσβαση σε κρατικά μυστικά, σε ευαίσθητες διαπραγματεύσεις, σε κρίσιμες πληροφορίες. Όπως αυτές που είχες το κινητό του ο πρώην υπουργός Χρήστος Σπίρτζης.

Ακριβώς γι’ αυτό και η υπόθεση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη για την κυβέρνηση. Όχι μόνο επειδή η αρχική διαχείριση υπήρξε αμυντική, αντιφατική και συχνά υποτιμητική για τη νοημοσύνη της κοινής γνώμης. Αλλά και επειδή όσα ακολούθησαν από ορισμένους ελεγκτικούς και θεσμικούς μηχανισμούς έμοιασαν, στην καλύτερη περίπτωση, ανεπαρκή. Η εικόνα επιφανειακών ελέγχων, θεσμικών εμποδίων και μιας επίμονης προσπάθειας να διαχωριστεί το Predator από κάθε κρατικό ίχνος, σήμερα δοκιμάζεται ξανά από τα ίδια τα δικαστικά δεδομένα.

Ιδιαίτερο βάρος έχει και η αναφορά σε στοιχεία που, σύμφωνα με το δικαστικό σκεπτικό, δείχνουν εμπλοκή της ΕΥΠ ή τουλάχιστον ένα κοινό κέντρο δράσης ανάμεσα στους χειριστές του Predator και πρόσωπα που σχετίζονται με την Υπηρεσία. Η υπόθεση της προπληρωμένης κάρτας, οι διαδρομές φόρτισής της, η σύνδεση με πρόσωπα που φέρονται να συνεργάζονταν με την ΕΥΠ, ακόμη και η παρουσία οχήματος της Krikel σε απόρρητη εγκατάσταση, συνθέτουν μια εικόνα που δεν επιτρέπει εύκολες διαψεύσεις ή πολιτικές υπεκΚαι εδώ βρίσκεται η ουσία: η νέα φάση της έρευνας δεν αφορά πια μόνο το «ποιος ήξερε» και το «ποιος παρακολουθούσε». Αφορά το αν λειτούργησε ένα παρακρατικού τύπου ή υβριδικό σύστημα επιτήρησης, με πιθανές κρατικές διασυνδέσεις, απέναντι σε πρόσωπα που βρίσκονταν στον

Δημοσκοπικά, το θέμα είναι ήδη βαρύ για την κυβέρνηση. Όχι μόνο γιατί επανέρχεται, αλλά γιατί επανέρχεται σε μια στιγμή όπου η κοινωνία έχει κουραστεί από τις μισές απαντήσεις, τις θεσμικές σιωπές και τη διαρκή μετάθεση ευθυνών. Οι υποκλοπές δεν αντιμετωπίζονται πια ως μια υπόθεση του χθες. Επιστρέφουν ως ανοιχτή πληγή.

Το μεγάλο ερώτημα είναι αν αυτή τη φορά ο φάκελος θα ανοίξει πραγματικά μέχρι το τέλος ή αν το πολιτικό σύστημα θα επιχειρήσει ξανά να τον διαχειριστεί ως ένα ακόμη επεισόδιο φθοράς. Μόνο που πλέον η λέξη «κατασκοπεία» αλλάζει τα πάντα. Και μαζί της αλλάζει και το διακύβευμα: δεν κρίνεται μόνο η αλήθεια μιας υπόθεσης, αλλά η αντοχή της ίδιας της δημοκρατίας.