Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ούτε τη νομική κατάρτιση της Ζωής Κωνσταντοπούλου ούτε την επιμονή με την οποία η ίδια και η Πλεύση Ελευθερίας υπερασπίζονται την κοινοβουλευτική τους παρουσία. Όμως άλλο η μαχητικότητα και άλλο η μετατροπή της πολιτικής και της δικαστικής διαδικασίας σε διαρκές σκηνικό προσωπικής καταγραφής και έντασης.
Η Ζωή Κωνσταντοπούλου έχει πίσω της μια διαδρομή που δεν επιτρέπει εύκολες, πρόχειρες κρίσεις. Γνωρίζει τη νομική επιστήμη, γνωρίζει τους κοινοβουλευτικούς κανόνες, γνωρίζει πώς λειτουργούν οι θεσμοί. Επίσης, ακόμη και οι πολιτικοί της αντίπαλοι αναγνωρίζουν ότι η Πλεύση Ελευθερίας εμφανίζει συνέπεια σε επίπεδο παρουσίας στη Βουλή και στις επιτροπές. Με λίγους βουλευτές, αλλά με σταθερή συμμετοχή, το κόμμα της έχει καταφέρει να εκπέμπει εικόνα διαρκούς ετοιμότητας.
Αυτό, όμως, δεν αρκεί για να νομιμοποιεί μια συμπεριφορά που αυξανόμενα απομακρύνεται από το μέτρο που απαιτεί η θεσμική ιδιότητα μιας αρχηγού κόμματος.
Διότι εδώ δεν συζητάμε απλώς για μια έντονη πολιτική προσωπικότητα. Συζητάμε για μια δημόσια πρακτική που δείχνει να έχει παγιωθεί. Το κινητό μονίμως στο χέρι, η κάμερα προτεταμένη, (όπως η θεούσα Λουκά κρατάει μιά εκκλησιαστική εικόνα), η διαρκής καταγραφή, η αίσθηση ότι τα πάντα πρέπει να μετατρέπονται σε υλικό αντιπαράθεσης, καταγγελίας και πολιτικής αξιοποίησης.
Το θέαμα αυτό δεν είναι απλώς ατυχές. Είναι βαθιά προβληματικό.
Η πρόσφατη ένταση στη δίκη για τα «χαμένα» βίντεο των Τεμπών, με τη φραστική επίθεση προς την έδρα στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Λάρισας και με τις δημόσιες καταγγελίες για βιντεοσκόπηση εντός της διαδικασίας, έφερε ξανά στο προσκήνιο ένα ζήτημα που δεν είναι μόνο πολιτικό αλλά πρωτίστως θεσμικό. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της HuffPost Greece, ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης δήλωσε στις 2 Απριλίου 2026 ότι σχηματίζεται αυτεπάγγελτη δικογραφία για κακούργημα σε βάρος της Ζωής Κωνσταντοπούλου για βίντεο που καταγράφηκαν μέσα από τη δίκη και δημοσιεύθηκαν στα social media. Στο ίδιο δημοσίευμα καταγράφεται και η νέα ένταση με την πρόεδρο του δικαστηρίου.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος: ένας πολιτικός, και μάλιστα αρχηγός κόμματος, δεν μπορεί να λειτουργεί ως να βρίσκεται συνεχώς σε προσωπική ζωντανή μετάδοση. Η κοινοβουλευτική ιδιότητα δεν είναι άδεια για διαρκή σκηνοθεσία της έντασης. Η δικηγορική ιδιότητα δεν είναι λευκή επιταγή για να μετατρέπεται κάθε σύγκρουση με θεσμικούς παράγοντες σε δημόσιο υπερθέαμα.
Ακόμη πιο δυσάρεστη ήταν η εικόνα της αντιπαράθεσης με γυναίκα αστυνομικό στο δικαστήριο της Λάρισας, την οποία ο ίδιος ο υπουργός Δικαιοσύνης επικαλέστηκε δημόσια μιλώντας για κινηματογράφηση χωρίς συναίνεση. Και εδώ ανακύπτει ένα εύλογο ερώτημα: αν η ίδια σκηνή είχε εκτυλιχθεί με αντίστροφους ρόλους, αν δηλαδή ένας άνδρας πολιτικός είχε επιτεθεί λεκτικά με ανάλογο ύφος απέναντι σε μια γυναίκα αστυνομικό, ποια θα ήταν η δημόσια ερμηνεία της ίδιας της κυρίας Κωνσταντοπούλου; Δεν θα γινόταν λόγος για σεξισμό, για προσβολή, για κατάχρηση ισχύος απέναντι σε μια γυναίκα λειτουργό;
Η συνέπεια, όταν επικαλείσαι δικαιώματα και θεσμούς, κρίνεται και από το αν αποδέχεσαι τους ίδιους κανόνες για τον εαυτό σου.
Το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι αυτή η πρακτική μοιάζει πλέον με πολιτικό εθισμό. Σαν να μην αρκεί η παρουσία, ο λόγος, η επιχειρηματολογία, η κοινοβουλευτική παρέμβαση. Σαν να χρειάζεται πάντα και μια κάμερα, ένα στιγμιότυπο, μια εικόνα σύγκρουσης, μια νέα σκηνή έντασης που θα αναπαραχθεί και θα τροφοδοτήσει τον επόμενο κύκλο πόλωσης.
Αυτό, όμως, δεν είναι θεσμική μάχη. Είναι πολιτική περφόρμανς.
Και όσο κι αν αυτή η τακτική μπορεί πρόσκαιρα να της αποφέρει δημοσκοπικούς πόντους ή να συσπειρώνει ένα συγκεκριμένο ακροατήριο, δεν μπορεί να προβάλλεται ως παράδειγμα δημόσιας συμπεριφοράς. Δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως υπόδειγμα κοινοβουλευτισμού. Δεν μπορεί να βαφτίζεται «μαχητικότητα» κάθε φορά που ξεπερνώνται όρια ευπρέπειας, αυτοσυγκράτησης και θεσμικής επίγνωσης.
Η σύγκριση με παλαιότερες πολιτικές και νομικές φυσιογνωμίες είναι αναπόφευκτη. Ο πατέρας της, Νίκος Κωνσταντόπουλος, υπήρξε μια εμβληματική πολιτική και δικηγορική παρουσία. Αυστηρός, αιχμηρός, συχνά σκληρός στον λόγο του, αλλά πάντοτε εντός ενός πλαισίου θεσμικής σοβαρότητας. Μπορούσε να συγκρουστεί χωρίς να εκπίπτει. Μπορούσε να αποδομήσει χωρίς να μετατρέπει την παρέμβασή του σε σκηνή. Μπορούσε να είναι κοφτερός χωρίς να χάνει το μέτρο.
Και το μέτρο είναι ακριβώς αυτό που σήμερα λείπει.
Ας το πούμε καθαρά: το πρόβλημα δεν είναι οι γνώσεις της Ζωής Κωνσταντοπούλου. Ούτε η κατάρτισή της. Ούτε η εμπειρία της. Το πρόβλημα είναι ο τρόπος με τον οποίο επιλέγει να εμφανίζεται και να δρα δημόσια. Ένας τρόπος που συχνά ακυρώνει το ίδιο το επιχείρημα που θέλει να υπηρετήσει.
Γιατί όταν η εικόνα κυριαρχεί επί της ουσίας, όταν η σύγκρουση γίνεται αυτοσκοπός, όταν το κινητό γίνεται προέκταση της πολιτικής παρουσίας, τότε κάτι βαθύτερο έχει χαθεί: ο σεβασμός στον χώρο, στον θεσμό, στο όριο. Και χωρίς όρια, δεν υπάρχει ούτε σοβαρή πολιτική ούτε σοβαρή δικηγορία. Υπάρχει μόνο θόρυβος.