Η επίμονη κόπωση, οι μυϊκοί πόνοι, οι διαταραχές του ύπνου ή οι ανεξήγητες ενοχλήσεις μπορεί να αποτελούν πρώιμες ενδείξεις ενός αυτοάνοσου νοσήματος. Ωστόσο, για πολλές γυναίκες, η αναζήτηση της αιτίας αυτών των συμπτωμάτων αποδεικνύεται μια μακρά και συχνά αποθαρρυντική διαδικασία. Αντί να οδηγηθούν εγκαίρως στη σωστή διάγνωση, ορισμένες πληροφορούνται ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οφείλονται στο άγχος ή σε άλλους ψυχολογικούς παράγοντες.
Αυτή την ανισότητα στην ιατρική αντιμετώπιση αναδεικνύει νέα διεθνής μελέτη των Πανεπιστημίων Κέιμπριτζ και Ανατολικής Αγγλίας, η οποία δημοσιεύθηκε στις 12 Οκτωβρίου 2026 στο επιστημονικό περιοδικό eClinicalMedicine.
Οι ερευνητές εξέτασαν τις μαρτυρίες 6.607 ανθρώπων με αυτοάνοσα νοσήματα, διαπιστώνοντας ότι οι γυναίκες ανέφεραν συχνότερα λανθασμένες διαγνώσεις που συνέδεαν τα συμπτώματά τους με ψυχιατρικά ή ψυχοσωματικά αίτια. Παράλληλα, χρειάζονταν περισσότερο χρόνο και περισσότερες επισκέψεις σε γιατρούς μέχρι να λάβουν τη σωστή διάγνωση.
Τι έδειξαν τα στοιχεία
Σύμφωνα με τη μελέτη, το 43% των γυναικών ανέφερε ότι τα συμπτώματά του είχαν αποδοθεί λανθασμένα σε κάποια ψυχιατρική αιτία, έναντι 33% των ανδρών.
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η διαφορά στις περιπτώσεις όπου τα συμπτώματα χαρακτηρίστηκαν ψυχοσωματικά, δηλαδή θεωρήθηκε ότι προκαλούνταν ή επιδεινώνονταν από ψυχολογικούς παράγοντες. Το αντίστοιχο ποσοστό έφτανε το 34% στις γυναίκες, έναντι 22% στους άνδρες.
Αφού συνεκτίμησαν παράγοντες όπως η ηλικία, το είδος της νόσου, η γεωγραφική περιοχή και η οικονομική κατάσταση, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι γυναίκες είχαν κατά 46% μεγαλύτερες σχετικές πιθανότητες να αναφέρουν λανθασμένη ψυχιατρική διάγνωση και κατά 74% μεγαλύτερες σχετικές πιθανότητες να αναφέρουν λανθασμένη ψυχοσωματική διάγνωση.
Η διαφορά αποτυπώθηκε και στον χρόνο αναμονής. Για τους άνδρες, το συχνότερα αναφερόμενο διάστημα από την εμφάνιση των συμπτωμάτων έως τη διάγνωση ήταν μικρότερο των τριών μηνών. Για τις γυναίκες, αντίθετα, ήταν από ένα έως δύο χρόνια.
Γιατί είναι δύσκολη η διάγνωση των αυτοάνοσων νοσημάτων
Τα αυτοάνοσα νοσήματα εμφανίζονται όταν το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται λανθασμένα στους ιστούς του ίδιου του οργανισμού. Σε αυτά περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η ρευματοειδής αρθρίτιδα, ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, η σκλήρυνση κατά πλάκας και ορισμένες παθήσεις του θυρεοειδούς.
Η διάγνωσή τους δεν είναι πάντοτε εύκολη. Συμπτώματα όπως η εξάντληση, ο πόνος, οι διαταραχές της διάθεσης και οι δυσκολίες στον ύπνο εμφανίζονται και σε πολλές άλλες καταστάσεις. Επιπλέον, ορισμένα αυτοάνοσα νοσήματα εξελίσσονται σταδιακά, με εκδηλώσεις που μεταβάλλονται με την πάροδο του χρόνου.
Αυτή η πολυπλοκότητα μπορεί να δυσκολέψει τους γιατρούς να εντοπίσουν την πραγματική αιτία των συμπτωμάτων. Το πρόβλημα, σύμφωνα με τους ερευνητές, ανακύπτει όταν μια ψυχολογική ερμηνεία υιοθετείται πρόωρα, χωρίς να έχουν διερευνηθεί επαρκώς άλλες πιθανές αιτίες.
«Τα ευρήματά μας αναδεικνύουν ότι οι ψυχολογικές εξηγήσεις ή οι εξηγήσεις που σχετίζονται με την ψυχική υγεία μπορεί να δίνονται υπερβολικά νωρίς», επισημαίνει η επικεφαλής της μελέτης, δρ Μέλανι Σλόαν. Όπως διευκρινίζει, αυτό μπορεί να συμβεί και στα δύο φύλα, αλλά οι γυναίκες φαίνεται να είναι περισσότερο ευάλωτες σε τέτοιου είδους λανθασμένες διαγνώσεις.
Οι συνέπειες πέρα από την καθυστέρηση της θεραπείας
Η λανθασμένη διάγνωση δεν συνεπάγεται μόνο καθυστέρηση στην κατάλληλη ιατρική φροντίδα. Μπορεί επίσης να επηρεάσει βαθιά τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον ασθενή και τον γιατρό.
Όταν ένας άνθρωπος αισθάνεται ότι τα συμπτώματά του αμφισβητούνται ή υποτιμώνται, ενδέχεται να δυσκολευτεί να αναζητήσει ξανά βοήθεια ή να αρχίσει να αμφιβάλλει για την ίδια του την αντίληψη σχετικά με την υγεία του.
Προηγούμενη μελέτη της ίδιας ερευνητικής ομάδας, που δημοσιεύθηκε το 2025 στο περιοδικό Rheumatology, είχε εξετάσει τις μακροχρόνιες επιπτώσεις τέτοιων εμπειριών σε ασθενείς με συστηματικά αυτοάνοσα ρευματικά νοσήματα. Τα ευρήματα ανέδειξαν τον επίμονο ψυχολογικό αντίκτυπο που μπορεί να έχει η αίσθηση ότι τα συμπτώματα δεν αντιμετωπίστηκαν με τη δέουσα σοβαρότητα.
Τι χρειάζεται να αλλάξει στην ιατρική αντιμετώπιση
Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι η νέα μελέτη βασίστηκε στις αναφορές των συμμετεχόντων για τις προσωπικές τους εμπειρίες. Επομένως, δεν μπορεί από μόνη της να αποδείξει τα αίτια των διαφορών ανάμεσα στα δύο φύλα ούτε να τεκμηριώσει ότι κάθε αναφερόμενη λανθασμένη διάγνωση οφειλόταν σε προκατάληψη.
Ωστόσο, τα αποτελέσματα αναδεικνύουν την ανάγκη να αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερη προσοχή η διαγνωστική αβεβαιότητα, ιδιαίτερα όταν τα συμπτώματα επιμένουν ή μεταβάλλονται.
Οι ερευνητές προτείνουν να επανεξετάζονται οι αρχικές διαγνωστικές εκτιμήσεις όταν προκύπτουν νέα στοιχεία, να διασφαλίζεται η συνέχεια της ιατρικής παρακολούθησης και να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η περιγραφή των συμπτωμάτων από τους ίδιους τους ασθενείς.
Η ουσιαστική πρόκληση δεν είναι να αποκλείονται οι ψυχολογικοί παράγοντες από την ιατρική αξιολόγηση, αλλά να μην αποτελούν μια βιαστική εξήγηση για συμπτώματα που δεν έχουν ακόμη διερευνηθεί επαρκώς.
Με πληροφορίες από The Guardian, eClinicalMedicine, University of Cambridge, Rheumatology