Πολλοί από εμάς χρησιμοποιούμε στοματικό διάλυμα, με την πεποίθηση ότι πρέπει να αποτελεί αποαναπόσπαστο μέρος της στοματικής μας υγιεινής. Ενώ υπάρχουν και οι φορές που απλώς το συχνά ξεχνάμε ή το παραλείπουμε τελείως, θεωρώντας ότι είναι απλώς ένα «έξτρα» βήμα για φρέσκια αναπνοή.
Η αλήθεια είναι ότι δεν είναι πάντα ξεκάθαρο αν πρέπει να το χρησιμοποιούμε συχνά ή αν είναι απαραίτητο. Σύμφωνα με ειδικούς, για πολλούς ανθρώπους, η σωστή φροντίδα με βούρτσισμα, νήμα και καθαρισμό γλώσσας συνήθως αρκεί, ενώ το στοματικό διάλυμα μπορεί να είναι απλώς συμπληρωματικό, ανάλογα με τις ανάγκες και τα συστατικά του.
Διχασμός ειδικών και οι κίνδυνοι του στοματικού διαλύματος
Όπως αναφέρεται σε άρθρο στο yahoo.com οι οδοντίατροι διαφωνούν σχετικά με την αναγκαιότητα του στοματικού διαλύματος. Όρισμένοι υποστηρίζουν ότι ένα σωστά επιλεγμένο διάλυμα μπορεί να βοηθήσει, καθώς φτάνει σε σημεία που η οδοντόβουρτσα και το νήμα δεν φτάνουν, ενώ άλλοι θεωρούν ότι πρόκειται απλώς για συμπληρωματικό μέσο, δίνοντας προτεραιότητα στο βούρτσισμα, το νήμα και τον καθαρισμό της γλώσσας.
Η χρήση του από μόνη της δεν αντικαθιστά το βούρτσισμα και δεν απομακρύνει πλήρως την πλάκα, ενώ η έντονη αίσθηση καύσου που μερικές φορές νιώθουμε (σ.σ. γνωστή ως σύνδρομο καυσαλγίας στόματος / Burning Mouth Syndrome- BMS), είναι μια χρόνια κατάσταση που προκαλεί κάψιμο, τσούξιμο ή μούδιασμα στη γλώσσα, τα χείλη ή τον ουρανίσκο, συχνά χωρίς εμφανείς βλάβες συνήθως οφείλεται σε αλκοόλ ή αρωματικές ουσίες και μπορεί να προκαλέσει ξηροστομία ή ερεθισμό.
Επιπλέον στο ίδιο άρθρο τονίζεται ότι ορισμένα διαλύματα περιέχουν αντιμικροβιακά συστατικά που καταστρέφουν και τα «καλά» βακτήρια, διαταράσσοντας τη φυσική ισορροπία του στόματος και αυξάνοντας τον κίνδυνο για προβλήματα όπως μυκητιάσεις.
Προσοχή στην ισορροπία των μικροβίων στο στόμα
Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε στο nature.com έδειξε ότι οι στοματικές πλύσεις με βάση τη χλωρεξιδίνη ένα κοινό αντιμικροβιακό συστατικό σε πολλά στοματικά διαλύματα αλλάζουν σημαντικά τη σύνθεση της στοματικής μικροχλωρίδας και προκαλούν πιο όξινο περιβάλλον στο σάλιο, μειώνοντας τα νιτρώδη άλατα που βοηθούν στη ρύθμιση του pH και στην υγεία του στόματος.
Ενδέχεται να επηρεάσει την αρτηριακή πίεση/διαβήτη
Έρευνα που δημοσιεύτηκε σε επιστημονικό περιοδικό (pubmed) έδειξε ότι η χρήση αντιβακτηριακού στοματικού διαλύματος για τρεις ημέρες μείωσε τη δυνατότητα των μικροβίων να μετατρέπουν νιτρικά σε νιτρώδη, και συνδέθηκε με ελαφρά αύξηση της συστολικής πίεσης σε άτομα με ήδη υψηλή πίεση περίπου 2,3 χιλιοστά υδραργύρου (mmHg).
Επιπλέον μια διαφορετική δημοσιευμένη ανάλυση (icns.es ) δείχνει ότι η μακροχρόνια, τακτική χρήση στοματικών διαλυμάτων μπορεί να συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο υπέρτασης και διαβήτη, πιθανότατα επειδή η συνεπής καταστροφή της μικροχλωρίδας επηρεάζει την παραγωγή νιτρικού οξειδίου ενός παράγοντα που βοηθά στη ρύθμιση της πίεσης του αίματος.
Η χρήση των στοματικών διαλυμάτων δεν φαίνεται να μειώνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο
Μια μεγάλη μελέτη παρατήρησης σχεδόν 19 ετών που δημοσιεύθηκε στο nature.com έδειξε ότι η καλή στοματική υγιεινή (βούρτσισμα και νήμα) μειώνει τον κίνδυνο θανάτου από καρδιαγγειακά νοσήματα, αλλά η πρόσθετη χρήση στοματικού διαλύματος δεν αυξάνει ούτε μειώνει σημαντικά αυτόν τον κίνδυνο.
Φυσικές και εναλλακτικές λύσεις
Μια επιστημονική μελέτη (sciencedaily.com) δείχνει ότι στοματικά διαλύματα με φυσικά συστατικά, όπως εκχύλισμα σκόρδου (Allium sativum), μπορεί να έχουν σημαντική αντιβακτηριδιακή δράση και σε κάποιες περιπτώσεις να εξισώνονται ή και να ξεπερνούν την αποτελεσματικότητα της χλωρεξιδίνης. Ενώ ταυτόχρονα έχουν πιθανώς πιο ήπιες παρενέργειες όπως η δυσάρεστη γεύση ή η αίσθηση καύσου.
Με πληροφορίες από yahoo.com , nature.com, pubmed, icns.es , nature.com και sciencedaily.com