Το πασχαλινό διάλειμμα τελείωσε και η κυβέρνηση μπαίνει πλέον στην πιο απαιτητική φάση, περνώντας από το καλοκαίρι στη ΔΕΘ και μετά στη τελική ευθεία για τις κρίσιμες κάλπες. Με ανοιχτές υποθέσεις, αυξημένη κοινοβουλευτική πίεση και μια κοινωνία που εξακολουθεί να μετρά την ακρίβεια στο ταμείο.
Η επιστροφή από τις διακοπές του Πάσχα δεν σηματοδοτεί απλώς το άνοιγμα των σχολείων, την επιστροφή στα γραφεία και την επαναφορά της συνηθισμένης ροής της καθημερινότητας. Για το Μέγαρο Μαξίμου, αυτή η εβδομάδα μοιάζει περισσότερο με αφετηρία μιας παρατεταμένης πολιτικής δοκιμασίας, παρά με μια φυσιολογική επανεκκίνηση. Το επόμενο διάστημα έως το καλοκαίρι και μετά τη Θεσσαλονίκη προς τις κάλπες, θα είναι κρίσιμο, γιατί θα κρίνει αν η κυβέρνηση θα επιτύχει στην στρατηγική της για την πρωτοβουλία των απαραίτητων κινήσεων ή αν θα εγκλωβιστεί στη διαχείριση διαδοχικών πιέσεων.
Το πρώτο δείγμα δόθηκε ήδη στη Βουλή, στη συζήτηση για το κράτος δικαίου και τη λειτουργία των θεσμών, όπου ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανώς επανέφερε στο προσκήνιο τη μεταρρυθμιστική ατζέντα, βάζοντας στο τραπέζι τη συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση μέσα στον Μάιο. Η επιδίωξη είναι σαφής: να μετατοπιστεί η δημόσια συζήτηση από την άμυνα που επιθυμεί η κατακερματισμένη αντιπολίτευση, στην πολιτική πρωτοβουλία.
Όμως η συγκυρία δεν επιτρέπει εύκολες κινήσεις. Και αυτό γιατί τα ανοιχτά μέτωπα παραμένουν ενεργά. Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ επιστρέφει με ένταση, μετά τις κινήσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για άρση ασυλίας βουλευτών και τη διαβίβαση στοιχείων που αγγίζουν και πρώην κυβερνητικά στελέχη. Παράλληλα, η υπόθεση Λαζαρίδη εξακολουθεί να παράγει πολιτικό κόστος, καθώς η αντιπολίτευση εξακολουθεί να επενδύει στο αφήγημα περί επιλεκτικής ευαισθησίας, αριστείας και δύο μέτρων και δύο σταθμών.
Στο οικονομικό πεδίο, η εικόνα είναι αντιφατική. Από τη μία πλευρά, η χώρα εμφανίζει καλύτερες επιδόσεις από άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, ενώ τα δημόσια έσοδα κινούνται πάνω από τους στόχους και η μάχη κατά της φοροδιαφυγής που επιτυγχάνει η ΑΑΔΕ παρουσιάζεται ως απτό δείγμα αποτελεσματικότητας. Από την άλλη, όλα αυτά δεν αλλάζουν το βασικό βίωμα της κοινωνίας: το κόστος ζωής παραμένει υψηλό, οι ανατιμήσεις εξακολουθούν να πιέζουν και ο πληθωρισμός διατηρεί την ακρίβεια στο κέντρο της δημόσιας δυσαρέσκειας. Για τον πολίτη, η οικονομία δεν κρίνεται στους πίνακες του προϋπολογισμού αλλά στο σούπερ μάρκετ, στο ενοίκιο και στον λογαριασμό του ρεύματος.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, το επόμενο διάστημα αποκτά χαρακτήρα πολιτικού τεστ αντοχής. Η κυβέρνηση καλείται όχι μόνο να προβάλλει μεταρρυθμιστικό σχέδιο, αλλά και να πείσει ότι ελέγχει τα μέτωπα που ανοίγουν γύρω της και ότι κατανοεί το κοινωνικό βάρος της ακρίβειας, η οποία δημοσκοπικά είναι πολύ ψηλά ως δυσαρέσκεια και μοιάζει να καθορίζει το τι μέλλει γενέσθαι στις εκλογές