Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική ζωή της χώρας που μια θεσμική απόφαση δεν αφορά απλώς μια διοικητική αλλαγή, αλλά συνιστά βαθιά παρέμβαση στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη δημοκρατία, τη λογοδοσία και τη σχέση εξουσίας και κοινωνίας. Η απόφαση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη να προτείνει το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή είναι ακριβώς μια τέτοια στιγμή. Και για εμάς στη HuffPost, είναι ταυτόχρονα και μια ισχυρή δικαίωση.
Τον Απρίλιο του 2025, με άρθρο μας και λίγες ημέρες αργότερα με βίντεο, είχαμε θέσει δημόσια και καθαρά το ερώτημα προς τον πρωθυπουργό: μπορεί ένας άνθρωπος να είναι ταυτόχρονα υπουργός και βουλευτής; Μπορεί δηλαδή να ασκεί εκτελεστική εξουσία και ταυτόχρονα να διατηρεί τον κοινοβουλευτικό ρόλο του, ως μέρος του σώματος που ελέγχει, συζητά, νομοθετεί και εν τέλει κρίνει; Η απάντησή μας ήταν από τότε ξεκάθαρη: όχι.
Το είχαμε πει με τη λαϊκή, απλή αλλά απολύτως ακριβή φράση ότι «δύο καρπούζια δεν χωρούν κάτω από την ίδια μασχάλη». Και το επιχείρημα δεν ήταν επικοινωνιακό. Ήταν βαθιά θεσμικό. Δεν μπορεί ένας βουλευτής που υπηρετεί ως υπουργός να είναι συγχρόνως κριτής και κρινόμενος. Δεν μπορεί να συμμετέχει σε ένα σύστημα όπου από τη μία ασκεί κυβερνητική εξουσία και από την άλλη διατηρεί τη βουλευτική νομιμοποίηση σαν να πρόκειται για δύο απολύτως συμβατές και ισοβαρείς αποστολές. Δεν είναι.
Υπάρχει και μια ακόμη, εξίσου ουσιαστική διάσταση: το ζήτημα του πραγματικού χρόνου και της πραγματικής αποστολής. Ένας υπουργός αφιερώνει, ορθώς, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της ημέρας του στην άσκηση των υπουργικών του καθηκόντων. Η διοίκηση, οι κρίσεις, οι αποφάσεις, οι συσκέψεις, η εφαρμογή πολιτικής, η ευθύνη ενός ολόκληρου χαρτοφυλακίου δεν αφήνουν περιθώρια για ουσιαστική και καθημερινή κοινοβουλευτική παρουσία. Έτσι, ο πολίτης που ψήφισε έναν βουλευτή για να τον εκπροσωπεί συστηματικά στο Κοινοβούλιο, βλέπει στην πράξη να εκπροσωπείται ελάχιστα στο έργο ακριβώς για το οποίο δόθηκε η ψήφος.
Άλλωστε, είναι γνωστό ότι οι υπουργοί δεν μετέχουν οργανικά και με συνέπεια στο ευρύτερο κοινοβουλευτικό έργο, στις επιτροπές, στις επεξεργασίες νομοσχεδίων και στις πολλαπλές φάσεις της νομοθετικής διαδικασίας, παρά μόνο όταν τίθενται ζητήματα του χαρτοφυλακίου τους και, συχνά, κυρίως στην τελική φάση. Αυτό σημαίνει ότι το βουλευτικό έργο συρρικνώνεται αντικειμενικά, όχι θεωρητικά.
Γι’ αυτό και είχαμε τονίσει από τότε ότι το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή δεν είναι κάποια εξωτική ή ακραία ιδέα. Ισχύει κατ’ εξοχήν σε ώριμα δημοκρατικά συστήματα, όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και στην Κύπρο. Πρόκειται για μια λογική θεσμικής καθαρότητας: άλλος ο ρόλος του κυβερνώντος, άλλος ο ρόλος του νομοθέτη. Όσο πιο καθαρά διαχωρίζονται οι ρόλοι, τόσο πιο υγιές γίνεται το πολιτικό σύστημα.
Αν κάποιος φιλοδοξεί να εισέλθει στην πολιτική για να υπηρετήσει από υπουργική θέση, ας αναλάβει αυτή την ευθύνη πλήρως. Αν επιθυμεί να είναι βουλευτής, ας αφοσιωθεί σε αυτή την ιδιότητα με τη σοβαρότητα που της αναλογεί. Αυτό το διαρκές μπες-βγες ανάμεσα στους δύο ρόλους, αυτή η θεσμική διπλοθεσία, υπηρέτησε επί δεκαετίες ένα μοντέλο πολιτικής που αναπαρήγαγε περισσότερο τις πελατειακές λογικές παρά την αποτελεσματική διακυβέρνηση.
Ίσως, μάλιστα, με αυτή την πρωτοβουλία του πρωθυπουργού να ανοίγει ο δρόμος για μια ακόμη σημαντική εξέλιξη: την ουσιαστικότερη αξιοποίηση τεχνοκρατών στα υπουργεία. Ανθρώπων που θα κληθούν να υπηρετήσουν το κράτος και τη δημόσια διοίκηση όχι με όρους προσωπικού πολιτικού μηχανισμού και εκλογικής πελατείας, αλλά με κριτήριο την επάρκεια, τη γνώση και την αποτελεσματικότητα. Χωρίς την πίεση για σταυρούς, χωρίς τη μόνιμη αγωνία για «ψηφαλάκια», χωρίς τη σκιά των πελατειακών σχέσεων.
Και αυτή η συζήτηση δεν είναι αφηρημένη. Είναι απολύτως επίκαιρη. Όσα ζήσαμε και ζούμε με υποθέσεις που αναδεικνύουν παθογένειες στη σχέση πολιτικής εξουσίας, κρατικών μηχανισμών και μικροκομματικής διαχείρισης, αποδεικνύουν πόσο αναγκαία είναι μια βαθιά τομή. Όσο η πολιτική λειτουργεί με όρους εξυπηρετήσεων, εξαρτήσεων και ανταλλαγών, τόσο η δημοκρατία αποδυναμώνεται και η εμπιστοσύνη των πολιτών καταρρέει. Όπως συμβαίνει όλη αυτή την χρονική περίοδο με την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ
Η πρόταση για το ασυμβίβαστο, λοιπόν, δεν είναι απλώς σωστή. Είναι θαρραλέα, αναγκαία και καθυστερημένη. Και αλίμονο αν δεν τη στηρίξουν οι βουλευτές όλων των κομμάτων. Διότι όποιος αρνηθεί μια τέτοια θεσμική τομή, θα πρέπει να εξηγήσει πολύ καθαρά γιατί επιθυμεί να παραμείνει ένα καθεστώς που θολώνει τις ευθύνες, ενισχύει τις εξαρτήσεις και αφήνει ανοιχτή την πόρτα στο πελατειακό κράτος. Όποιος πει «όχι», στην ουσία θα πρέπει να πει και «ναι» σε όλα εκείνα που δηλητηρίασαν επί δεκαετίες τον δημόσιο βίο: στο ρουσφέτι, στη σύγχυση ρόλων, στην αδιαφάνεια, στην πολιτική βολή.
Όμως αυτή η σημαντική πρωτοβουλία δεν πρέπει να μείνει μισή. Οφείλει να συνοδευτεί από ένα ακόμη μεγάλο και ιστορικό βήμα: την κατάργηση του άρθρου 86 περί ευθύνης υπουργών. Χωρίς αστερίσκους. Χωρίς υπεκφυγές. Χωρίς άνω τελείες.
Γιατί δεν μπορεί να μιλάμε για θεσμική εξυγίανση, για ισότητα απέναντι στον νόμο και για αναβάθμιση της δημοκρατίας, αν εξακολουθεί να υπάρχει ένα ειδικό καθεστώς που δημιουργεί την αίσθηση — και συχνά όχι μόνο την αίσθηση — ότι οι πολιτικοί και ιδίως οι υπουργοί, τελούν υπό μια ιδιότυπη προστασία. Σε μια κανονική δημοκρατία, οι πολιτικοί δεν είναι υπεράνω του νόμου. Είναι ίσοι απέναντί του, όπως όλοι οι πολίτες. Και ακριβώς επειδή κατέχουν εξουσία, η λογοδοσία τους πρέπει να είναι αυστηρότερη, όχι χαλαρότερη.
Η κατάργηση του άρθρου 86 θα στείλει ένα σαφές μήνυμα ωριμότητας: ότι η χώρα αφήνει πίσω της τα θεσμικά προνόμια που εξέθρεψαν δυσπιστία, οργή και την αίσθηση ατιμωρησίας. Ότι η πολιτική δεν είναι καταφύγιο εξαιρέσεων, αλλά πεδίο αυξημένης ευθύνης.
Εμείς, ως HuffPost, αισθανόμαστε σήμερα την απόλυτη ικανοποίηση ότι μια θέση που θέσαμε πρώτοι, δυνατά και χωρίς περιστροφές, αρχίζει να παίρνει σάρκα και οστά και στην Ελλάδα. Το επισημαίνουμε όχι από έπαρση, αλλά επειδή έχει σημασία να θυμόμαστε πως ο ανεξάρτητος λόγος, όταν δεν εξαρτάται από την εξουσία, μπορεί να ανοίγει δρόμους. Ήμασταν το μόνο μέσο ενημέρωσης που έθεσε με τέτοια επιμονή αυτό το ζήτημα, ακριβώς επειδή δεν έχουμε καμία εξάρτηση από κανέναν μηχανισμό ισχύος.
Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη αξία της δημοσιογραφίας όταν ασκείται όπως πρέπει: να μην ακολουθεί απλώς τις εξελίξεις, αλλά να τις προαναγγέλλει, να τις διεκδικεί, να τις πιέζει όταν είναι υπέρ του δημοσίου συμφέροντος.
Η Ελλάδα έχει ανάγκη από θεσμούς που να λειτουργούν καθαρά. Αν το ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή γίνει πράξη και αν ακολουθήσει η πλήρης κατάργηση του άρθρου 86, τότε θα μπορούμε να μιλάμε για μια αυθεντική μεταρρυθμιστική τομή.
Και τότε, πράγματι, θα έχουμε κάνει ένα αποφασιστικό βήμα προς ένα πιο υγιές πολιτικό σύστημα. Προς μια καλύτερη Ελλάδα.