Λίγες ημέρες πριν από τη συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν στην Τουρκία, μια συνάντηση που έρχεται μετά από παρατεταμένες αναβολές, η Άγκυρα επιλέγει να επαναφέρει στο προσκήνιο την πιο δοκιμασμένη συνταγή της. Πίεση στο πεδίο, ρητορική έντασης και «τετελεσμένα χαμηλής έντασης» που χτίζουν νέα πραγματικότητα στο Αιγαίο.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η δήλωση του τουρκικού υπουργείου Άμυνας ότι οι NAVTEX που εκδίδει έχουν «αόριστη διάρκεια», συνοδευόμενη από κάλεσμα προς την Ελλάδα να «συντονίζεται» μαζί της στις έρευνες. Η διατύπωση είναι πολιτικά φορτισμένη. Δεν πρόκειται απλώς για μια ναυτιλιακή αγγελία, αλλά για μία νέα διαχρονική προσπάθεια/τακτική, να παρουσιαστεί η Τουρκία ως συνομιλητής-συνδιαχειριστής σε θαλάσσιες ζώνες που η Ελλάδα θεωρεί τμήμα των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.
Αυτό είναι το κλειδί της τουρκικής στρατηγικής: όχι μια θεαματική κρίση που θα προκαλέσει διεθνή αντίδραση, αλλά μια σταδιακή «κανονικοποίηση» της αμφισβήτησης. Με NAVTEX μεγάλης διάρκειας, με επιστροφές στη ρητορική περί αποστρατικοποίησης, με επαναλαμβανόμενες κινήσεις που «γράφουν» στο πεδίο. Ό,τι δεν περνά ως επίσημη θέση, επιχειρείται να περάσει ως συνήθεια.
Και μέσα σε αυτή τη συγκυρία, ήρθε το τηλεφώνημα Τραμπ–Ερντογάν να δώσει στην Άγκυρα κάτι που επιδιώκει πάντα: πολιτικό οξυγόνο και αίσθηση διεθνούς αναβάθμισης.
Από την τουρκική καταγραφή, το τηλεφώνημα ήταν «εφ’ όλης της ύλης»: διμερείς σχέσεις, Συρία, Γάζα, εμπορικά και κυρίως, ζητήματα αμυντικής βιομηχανίας. Μπίζνες, δηλαδή. Για τον Ερντογάν, αυτό δεν είναι απλώς μια επαφή. Είναι ένα μήνυμα προς όλους ότι «μιλά απευθείας με την Ουάσιγκτον» και ότι η Τουρκία παραμένει χρήσιμη, ενδεχομένως και αναγκαία, στη μεγάλη περιφερειακή σκακιέρα.
Εδώ ακριβώς γεννιέται ο κίνδυνος. Η Άγκυρα συχνά μεταφράζει τέτοιες διεθνείς επαφές ως περιθώριο κινήσεων. Παίρνει «αέρα» και δοκιμάζει όρια. Όχι μόνο στη ρητορική, αλλά και επιχειρησιακά, με τρόπο που δημιουργεί πίεση στην Ελλάδα και φθείρει τη δυνατότητα για ουσιαστικό διάλογο.
Η Αθήνα, από τη δική της πλευρά, δεν έχει περιθώριο για αυταπάτες. Ο διάλογος είναι χρήσιμος, αλλά δεν μπορεί να γίνει άλλοθι για μια πολιτική αμφισβήτησης. Η ελληνική γραμμή είναι ότι οι συζητήσεις πρέπει να γίνονται με βάση το διεθνές δίκαιο και χωρίς «γκρίζες ζώνες» κυριαρχίας. Όμως το περιβάλλον δεν βοηθά. Θαλάσσια πάρκα, ενεργειακό, Κυπριακό, όλα παραμένουν πεδία τριβής, ενώ η Τουρκία δείχνει ότι θέλει να συζητά όχι για να λύσει, αλλά για να «διαχειριστεί» τις διεκδικήσεις της.
Το συμπέρασμα είναι σκληρό, αλλά καθαρό: όταν η Τουρκία έρχεται στον διάλογο αφού πρώτα έχει ανεβάσει την ένταση, δεν προετοιμάζει συμβιβασμό. Προετοιμάζει πίεση. Και το «επ’ αόριστον» στο Αιγαίο δεν είναι λεπτομέρεια, είναι μήνυμα.