Υπάρχει άραγε σήμερα Έλληνας πολίτης που να πιστεύει σοβαρά ότι το πολιτικό και θεσμικό οικοδόμημα της χώρας λειτουργεί όπως πρέπει; Ότι δεν χρειάζεται ριζικές τομές; Ότι η Ελλάδα του 21ου αιώνα μπορεί να προχωρήσει με τις ίδιες παθογένειες, τις ίδιες αγκυλώσεις και την ίδια κουλτούρα πελατειακού κράτους που την κρατούν καθηλωμένη εδώ και δεκαετίες;
Το ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα χρειάζεται αλλαγές. Το ερώτημα είναι πόσο μεγάλες, πόσο βαθιές και πόσο ειλικρινείς πρέπει να είναι αυτές οι αλλαγές ώστε να πάψει η χώρα να ανακυκλώνει τα αδιέξοδά της.
Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι μια ακαδημαϊκή άσκηση ούτε ένα ακόμη πεδίο κομματικής αντιπαράθεσης χωρίς αποτέλεσμα. Είναι ζήτημα ουσίας. Είναι ζήτημα δημοκρατίας, θεσμών, εμπιστοσύνης και τελικά εθνικής επιβίωσης. Γιατί όταν ένας λαός παύει να εμπιστεύεται το κράτος του, όταν αισθάνεται ότι οι κανόνες δεν υπηρετούν το κοινό συμφέρον αλλά μηχανισμούς αναπαραγωγής εξουσίας, τότε η κρίση δεν είναι απλώς πολιτική. Είναι βαθιά θεσμική.
Ας μιλήσουμε καθαρά. Πόσοι διαφωνούν ότι η χώρα χρειάζεται επανεξέταση κρίσιμων πτυχών του Συντάγματος; Από τον νόμο περί ευθύνης υπουργών έως τον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Από τη λειτουργία της δημόσιας Παιδείας και τη σχέση της με την ιδιωτική εκπαίδευση έως την ουσιαστική κατοχύρωση δικαιωμάτων που αφορούν την Υγεία, την αξιοπρεπή διαβίωση και τη σύνταξη. Δεν πρόκειται για ιδεολογικές πολυτέλειες. Πρόκειται για τα αυτονόητα θεμέλια μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής δημοκρατίας.
Το ίδιο αυτονόητο είναι και κάτι ακόμη: ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει να ζει με τη νοοτροπία του πελατειακού κράτους. Όχι μόνο στις γνωστές και χιλιοειπωμένες σχέσεις μεταξύ πολιτικών, βουλευτών και ψηφοφόρων, αλλά σε όλο το πλέγμα που συνδέει τον πολίτη με τη δημόσια διοίκηση. Από το μικρό “ρουσφέτι” μέχρι τη διαφθορά, από το φακελάκι μέχρι την αδιαφορία, από τη γραφειοκρατική βλακεία μέχρι τη συνειδητή εξαγορά συνειδήσεων. Αυτές οι παθογένειες δεν είναι απλώς “κακές συνήθειες” ενός παλιού συστήματος. Είναι ο βασικός λόγος που το κράτος παραμένει αναξιόπιστο, αργό και συχνά εχθρικό απέναντι στον ίδιο τον πολίτη.
Και βεβαίως, υπάρχει και το ζήτημα της πολιτικής εκπροσώπησης. Μπορεί μια χώρα περίπου 10 εκατομμυρίων κατοίκων να συνεχίζει αδιατάρακτα με ένα μοντέλο κοινοβουλευτικής λειτουργίας που όλο και περισσότερο δείχνει να απομακρύνεται από την κοινωνία; Μπορεί να μην ανοίγει καν συζήτηση για τον αριθμό των βουλευτών, για την ποιότητα της εκπροσώπησης, για την αποτελεσματικότητα του πολιτικού προσωπικού, για τη λογοδοσία; Δεν είναι δυνατόν να θεωρούμε τα πάντα ταμπού μόνο και μόνο επειδή αγγίζουν κατεστημένα συμφέροντα.
Οι δομές του ελληνικού κράτους χρειάζονται ανασχεδιασμό από τη βάση τους. Όχι πρόχειρα, όχι εκδικητικά, όχι με επικοινωνιακά τεχνάσματα, αλλά με σοβαρότητα, θεσμικό βάθος και ορίζοντα δεκαετιών. Πολύ περισσότερο σήμερα, μέσα σε μια εποχή τεχνολογικής επανάστασης που αλλάζει ριζικά τη ζωή μας, την οικονομία, την εργασία, την εκπαίδευση, αλλά και την ίδια τη σχέση πολίτη και κράτους. Δεν είναι δυνατόν να μιλάμε για ψηφιακή εποχή και να επιμένουμε σε κρατικές δομές του προηγούμενου αιώνα.
Και υπάρχει και ένα ακόμη κρίσιμο πεδίο που δεν πρέπει να φοβόμαστε να ανοίξουμε: η άμεση συμμετοχή των πολιτών στις μεγάλες αποφάσεις. Με σαφείς ασφαλιστικές δικλίδες, με συγκεκριμένες αριθμητικές και θεσμικές προϋποθέσεις, γιατί να μην μπορεί η πολιτική εξουσία να παραπέμπει σημαντικά ζητήματα απευθείας στην κρίση του λαού; Γιατί να αντιμετωπίζεται σχεδόν ως απειλή η ιδέα των δημοψηφισμάτων, όταν σε άλλες δημοκρατίες αποτελεί εργαλείο συμμετοχής και ενίσχυσης της λαϊκής νομιμοποίησης; Η δημοκρατία δεν αποδυναμώνεται όταν εμπιστεύεται τους πολίτες. Αποδυναμώνεται όταν τους θυμάται μόνο την ημέρα των εκλογών.
Το πρόσφατο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, έτσι όπως αναδείχθηκε και ταρακούνησε το πολιτικό σύστημα, επανέφερε με ένταση τη συζήτηση για θεσμικές αλλαγές και για προτάσεις που βάζει στο τραπέζι ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης. Και μαζί, σχεδόν μηχανικά, ήρθε και η σφοδρή αντίδραση της αντιπολίτευσης. Μόνο που εδώ γεννάται ένα εύλογο ερώτημα: η αντίδραση αυτή είναι αποκλειστικά πολιτική ή είναι και βαθιά ωφελιμιστική;
Γιατί όταν η συζήτηση αγγίζει θέματα που ενδέχεται να θίξουν τα μικρά και μεγάλα συμφέροντα του πολιτικού προσωπικού, όταν αγγίζει δομές που συνδέονται με ψήφους, ισορροπίες, πελατειακές σχέσεις και προσωπικές στρατηγικές επιβίωσης, τότε δεν είναι λίγοι εκείνοι που αντιδρούν όχι επειδή έχουν μια καλύτερη πρόταση, αλλά επειδή δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα ουσιαστικά για τα ψηφαλάκια.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγαλύτερη αδυναμία της σημερινής αντιπολίτευσης. Όχι απλώς ότι λέει “όχι”. Αλλά ότι πολύ συχνά αδυνατεί να αρθρώσει ένα πειστικό “ναι, αλλά αλλιώς”. Ότι δεν καταθέτει οργανωμένες, επεξεργασμένες, θεσμικά σοβαρές αντιπροτάσεις. Ότι δείχνει να επενδύει περισσότερο στην άρνηση παρά στη δημιουργία. Και έτσι η δημόσια συζήτηση εγκλωβίζεται σε έναν φαύλο κύκλο όπου η κυβέρνηση προτείνει, η αντιπολίτευση απορρίπτει, αλλά η χώρα μένει ακίνητη.
Αν η αντιπολίτευση θεωρεί ότι οι προτάσεις της κυβέρνησης είναι λανθασμένες, ελλιπείς ή επικίνδυνες, έχει υποχρέωση να παρουσιάσει τη δική της ολοκληρωμένη εκδοχή για το πώς πρέπει να αλλάξει το Σύνταγμα, πώς πρέπει να οργανωθεί η Δικαιοσύνη, πώς πρέπει να θωρακιστούν τα κοινωνικά δικαιώματα, πώς πρέπει να λειτουργεί η Παιδεία, ποια μορφή πρέπει να πάρει ένα πιο συμμετοχικό και πιο δίκαιο κράτος. Αυτό σημαίνει σοβαρή πολιτική αντιπαράθεση. Όχι συνθήματα, όχι καταγγελίες ρουτίνας, όχι αντανακλαστικά κομματικής περιχαράκωσης.
Γιατί μια χώρα δεν χρειάζεται μόνο μια καλή κυβέρνηση. Χρειάζεται και μια καλή αντιπολίτευση. Χρειάζεται μια αντιπολίτευση παρούσα, ουσιαστική, δημιουργική, αποτελεσματική. Μια αντιπολίτευση που να μην περιορίζεται στο να φρενάρει, αλλά να ξέρει και να οδηγεί. Να μη λειτουργεί ως θεατής της φθοράς του αντιπάλου, αλλά ως δύναμη παραγωγής εναλλακτικής πρότασης για την πατρίδα.
Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να συμφωνεί κανείς με όλες τις προτάσεις της κυβέρνησης. Το ζητούμενο είναι να σταματήσει η χώρα να φοβάται την ίδια τη συζήτηση για τις μεγάλες αλλαγές. Γιατί στο τέλος της ημέρας, η Ιστορία δεν θα κρίνει ποιος φώναξε περισσότερο. Θα κρίνει ποιος τόλμησε να προτείνει, να συγκρουστεί, να χτίσει. Και κυρίως ποιος έβαλε πάνω από το κομματικό κόστος την ανάγκη να προχωρήσει επιτέλους η χώρα μπροστά.