Αν αύριο Τρίτη η Επιτροπή Δεοντολογίας της Βουλής προχωρήσει στην άρση ασυλίας και των 11 βουλευτών, χωρίς εξαιρέσεις και χωρίς υπαναχωρήσεις, τότε η κυβέρνηση θα έχει κάνει το σωστό. Και θα το έχει κάνει όχι επειδή δεν είχε άλλη επιλογή, αλλά επειδή σε μια υπόθεση που συγκλονίζει την κοινή γνώμη, το πολιτικό σύστημα και πρωτίστως το ίδιο το κυβερνών κόμμα, δεν υπάρχει πια χώρος για μισές λύσεις, για υπεκφυγές και για παιχνίδια εντυπώσεων.
Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν είναι μία δύσκολη πολιτική στιγμή που θα περάσει με επικοινωνιακή διαχείριση. Είναι μια υπόθεση που αγγίζει τον πυρήνα της σχέσης εξουσίας, διαχείρισης δημόσιου χρήματος και πολιτικής ευθύνης. Και ακριβώς γι’ αυτό, η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται ότι αυτή τη φορά δεν κρίνεται μόνο η νομική πορεία ενός φακέλου. Κρίνεται αν το πολιτικό σύστημα μπορεί να πείσει και πρέπει επιτέλους να πείσει, ότι δεν λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά όταν η πίεση φτάνει στην πόρτα της εξουσίας.
Η πληροφορία ότι η απόφαση θα αφορά και τους 11 βουλευτές, χωρίς «κόφτες» και χωρίς επιλεκτική μεταχείριση, είναι η σωστή είδηση. Είναι η σωστή θεσμική απάντηση και ταυτόχρονα η σωστή πολιτική απάντηση. Διότι η κυβέρνηση γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν αντέχει άλλη μία εικόνα εσωτερικής προστασίας, άλλη μία σκιά συμψηφισμού, άλλη μία αίσθηση ότι όταν η υπόθεση αφορά δικούς της ανθρώπους ενεργοποιείται ένας μηχανισμός απορρόφησης των κραδασμών.
Και αυτή τη φορά η κυβέρνηση φαίνεται να καταλαβαίνει κάτι που ίσως δεν είχε καταλάβει όσο έπρεπε σε άλλες δύσκολες στιγμές: ότι η κοινωνία δεν παρακολουθεί απλώς τη διαδικασία, αλλά μετράει αντανακλαστικά. Μετράει προθέσεις. Μετράει το αν η εξουσία συμπεριφέρεται αμυντικά ή αν τελικά αποδέχεται ότι το βάρος της ευθύνης είναι μεγαλύτερο από το ένστικτο της προστασίας.
Γι’ αυτό και η επιλογή να προχωρήσει η άρση ασυλίας και των 11 αποκτά βαρύτητα που ξεπερνά την ίδια τη συγκεκριμένη συνεδρίαση. Είναι ένα μεγάλο βήμα σε μια υπόθεση που έχει ήδη προκαλέσει πολιτικό και κοινωνικό σοκ. Και είναι μεγάλο βήμα ακριβώς επειδή αφορά το κυβερνών κόμμα. Εκεί δοκιμάζεται η σοβαρότητα κάθε εξουσίας: όχι όταν κρίνει τους απέναντι, αλλά όταν πρέπει να επιτρέψει να κριθούν οι δικοί της.
Αυτό έρχεται, άλλωστε, να απαντήσει και σε ένα ευρύτερο πολιτικό κλίμα που είχε δημιουργηθεί τις προηγούμενες ημέρες. Υπήρξε θετικό σχόλιο για τον τρόπο με τον οποίο ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση αυτή τη φορά χειρίζονται μια τόσο καυτή και τόσο επικίνδυνη υπόθεση. Όχι επειδή λύθηκε το πρόβλημα. Όχι επειδή η πολιτική φθορά εξαφανίστηκε. Αλλά επειδή για πρώτη φορά δίνεται η αίσθηση ότι έχει γίνει κατανοητό το αυτονόητο για τέτοιες υποθέσεις: η γραμμή της συγκάλυψης δεν προστατεύει, τελικά εκθέτει ακόμη περισσότερο.
ΥΓ.: Η απόφαση του Κώστα Τσιάρα και του Γιάννη Κεφαλογιάννη να ζητήσουν οι ίδιοι την άρση της ασυλίας τους πρέπει να γίνει οδηγός και για όσους από τους άλλους 9 πιστεύουν ότι ο καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται.