Η Κριστίν Λαγκάρντ επανέρχεται στο προσκήνιο όχι μόνο ως η γυναίκα που κρατά το τιμόνι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σε μια ακόμη περίοδο αστάθειας, αλλά και ως πρόσωπο που τροφοδοτεί πολιτικές συζητήσεις στο Παρίσι. Με φόντο τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και τον κίνδυνο νέου ενεργειακού σοκ, η πρόεδρος της ΕΚΤ έστειλε μήνυμα ότι η Φρανκφούρτη δεν θα μείνει αδρανής. Την ίδια ώρα, οι φήμες για το μέλλον της και η συζήτηση γύρω από ενδεχόμενο ρόλο της στις γαλλικές εξελίξεις πυκνώνουν, χωρίς όμως μέχρι στιγμής να υπάρχει επίσημη ένδειξη ότι ετοιμάζει προεδρική υποψηφιότητα.
Η δήλωση της Λαγκάρντ ήταν σαφής: η ΕΚΤ διαθέτει ένα «διαβαθμισμένο φάσμα επιλογών αντίδρασης» απέναντι στο ενεργειακό σοκ, που συνδέεται με την πολεμική ανάφλεξη και τις πιέσεις στις τιμές της ενέργειας. Το βασικό μήνυμα ήταν πως η κεντρική τράπεζα δεν πρόκειται να «παραλύσει από δισταγμό», αλλά θα προσαρμόσει την αντίδρασή της ανάλογα με την ένταση και τη διάρκεια της κρίσης.
Πίσω από αυτή τη φράση κρύβεται η μεγάλη ανησυχία της ευρωζώνης: ένα νέο κύμα ακριβής ενέργειας μπορεί να ξαναζωντανέψει τον εφιάλτη του πληθωρισμού ακριβώς τη στιγμή που η Ευρώπη προσπαθεί να επιστρέψει σε πιο προβλέψιμο οικονομικό έδαφος. Σύμφωνα με το Reuters, η Λαγκάρντ άφησε ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο μιας ήπιας σύσφιγξης, ακόμη κι αν η υπέρβαση του στόχου για τον πληθωρισμό δεν αποδειχθεί απόλυτα μόνιμη, ακριβώς για να μην παγιωθεί η αίσθηση ότι η ΕΚΤ αργεί ξανά να αντιδράσει.
Η ουσία είναι ότι η Λαγκάρντ επιχειρεί να δείξει δύο πράγματα ταυτόχρονα: πρώτον, ότι η ΕΚΤ έχει μάθει από τα λάθη ή τις καθυστερήσεις της περιόδου 2021-2022, και δεύτερον, ότι δεν θα αντιμετωπίσει το νέο σοκ με αυτοματισμούς. Αυτό σημαίνει πως η ευρωπαϊκή νομισματική πολιτική μπαίνει ξανά σε μια φάση υψηλής επιφυλακής, όπου θα μετρώνται όχι μόνο οι τιμές της ενέργειας αλλά και οι μισθοί, οι προσδοκίες των αγορών και η αντοχή της ανάπτυξης.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πολιτικό βάρος της ίδιας της Λαγκάρντ. Δεν είναι μια «τεχνοκράτισσα του παρασκηνίου». Είναι μία από τις πιο αναγνωρίσιμες μορφές της διεθνούς οικονομικής διακυβέρνησης: πρόεδρος της ΕΚΤ από το 2019, επικεφαλής του ΔΝΤ από το 2011 έως το 2019 και νωρίτερα υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας, η πρώτη γυναίκα που κατείχε αυτό το χαρτοφυλάκιο σε χώρα του G7. Πριν από την πολιτική και τους διεθνείς οργανισμούς, είχε διαγράψει μεγάλη πορεία στη διεθνή δικηγορική εταιρεία Baker McKenzie.
Αυτό το βιογραφικό εξηγεί γιατί το όνομά της επιστρέφει συχνά σε κάθε συζήτηση για την επόμενη μέρα της Γαλλίας. Όμως χρειάζεται προσοχή: μέχρι στιγμής δεν υπάρχει επίσημη ανακοίνωση, ούτε τεκμηριωμένη δημόσια κίνηση που να δείχνει ότι η Κριστίν Λαγκάρντ ετοιμάζει υποψηφιότητα για την προεδρία της Γαλλικής Δημοκρατίας. Εκείνο που πράγματι υπάρχει είναι έντονη φημολογία και δημοσιεύματα ότι εξετάστηκε ή συζητήθηκε το ενδεχόμενο να αποχωρήσει από την ΕΚΤ πριν λήξει η θητεία της, δηλαδή πριν από τον Οκτώβριο του 2027.
Τα σενάρια αυτά συνδέθηκαν με την εσωτερική ισορροπία δυνάμεων στην Ευρώπη και με το γεγονός ότι μια πρόωρη αποχώρηση θα επέτρεπε στις σημερινές ηγεσίες σε Παρίσι και Βερολίνο να έχουν καθοριστικό λόγο για τον διάδοχό της στην ΕΚΤ πριν από τις γαλλικές προεδρικές εκλογές. Ωστόσο, η ίδια η Λαγκάρντ έχει επίσης στείλει μήνυμα προς την αντίθετη κατεύθυνση, αφήνοντας να εννοηθεί ότι θέλει να ολοκληρώσει τη θητεία της και να κλείσει ανοιχτά projects όπως το ψηφιακό ευρώ.
Με άλλα λόγια, αυτό που σήμερα μπορεί να γραφτεί με βεβαιότητα είναι ότι η Λαγκάρντ παραμένει κεντρικό πρόσωπο σε δύο επίπεδα: στο οικονομικό, επειδή καλείται να διαχειριστεί μία ακόμη εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία για την ευρωζώνη, και στο πολιτικό, επειδή το διεθνές της βάρος τροφοδοτεί σενάρια για το μέλλον. Από εκεί και πέρα, η μετάβαση από τη φημολογία στην επίσημη πολιτική κίνηση απέχει ακόμη αρκετά.
Ίσως αυτό να είναι και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της υπόθεσης: η Λαγκάρντ δεν χρειάζεται να ανακοινώσει τίποτα για να παραμένει παρούσα στη συζήτηση. Σε μια Γαλλία που αναζητά πρόσωπα με διεθνές εκτόπισμα, θεσμικό κύρος και εμπειρία σε περιόδους κρίσης, το όνομά της ακούγεται σχεδόν αναπόφευκτα. Αλλά, τουλάχιστον προς το παρόν, ακούγεται περισσότερο ως πιθανότητα του πολιτικού παρασκηνίου παρά ως ειλημμένη απόφαση.