Σε μια περίοδο όπου η πρόθεση ψήφου ξεκινά με τον αριθμό «2» και το δεύτερο ψηφίο κάνει τραμπάλα ανάμεσα στο «1» και το «4», κάποιοι στη Νέα Δημοκρατία επιμένουν να ζουν σε μια πολιτική… γαλήνη. Κι όταν ο Νίκος Δένδιας μιλά για την ανάγκη η παράταξη να σκαρφαλώσει ξανά πάνω από το 30%, βρίσκονται πρόθυμοι να του ασκήσουν δημόσια κριτική. Όχι κατ’ ανάγκη για την ουσία. Αλλά για τις εντυπώσεις. Με λίγα λόγια υπάρχει μια κατηγορία στελεχών που αντιμετωπίζει τις δημοσκοπήσεις σαν να πρόκειται για δελτίο καιρού: «Θα περάσει κι αυτό».
Με ποσοστά πρόθεσης ψήφου που κινούνται μεταξύ 21% και 24%, η ανησυχία θα έπρεπε να είναι αυτονόητη για ένα κόμμα που κυβέρνησε με άνετες πλειοψηφίες και φιλοδοξεί να παραμείνει κυρίαρχο. Αντί γι’ αυτό, αναπτύσσεται ένα ρεύμα «μακαρίων τω πνεύματι», μια σχολή σκέψης που θεωρεί υπερβολική κάθε εσωτερική αγωνία.
Ο Νίκος Δένδιας έθεσε ένα απλό, πολιτικά λογικό ερώτημα: Μπορεί η παράταξη να αισθάνεται ασφαλής όταν δεν βλέπει μπροστά της το 30%; Η απάντηση που έλαβε από ορισμένους δεν ήταν πολιτική επιχειρηματολογία, αλλά δημόσια κριτική από ραδιόφωνα και τηλεοπτικά πάνελ. Γιατί;
Διότι στην πολιτική, εκτός από ιδέες, υπάρχει και η φιλοδοξία. Κι όταν κάποιοι αναζητούν υπουργική καρέκλα ή την εύνοια του αρχηγού και πρωθυπουργού, η εσωτερική «ηρεμία» γίνεται αρετή.
Υπάρχει βεβαίως και η άλλη όψη: το παιχνίδι που παίζεται με την «εκτίμηση ψήφου».
Αδιευκρίνιστη ψήφος, «δεν ξέρω/δεν απαντώ», «δεν θα ψηφίσω» – κάθε εταιρεία προσαρμόζει τα ποσοστά με τη δική της μεθοδολογία. Το αποτέλεσμα; Μια εικόνα που συχνά εμφανίζεται πιο καθησυχαστική απ’ ό,τι δείχνει η ωμή πρόθεση ψήφου.
Το ερώτημα όμως δεν είναι τεχνικό. Είναι πολιτικό: ακόμη κι αν τα ποσοστά διορθωθούν στην εκτίμηση, η κοινωνική δυσαρέσκεια διορθώνεται με αναγωγές;
Οι «μακάριοι στο πνεύμα» ξεχνούν ότι τα δημοσκοπικά προβλήματα δεν είναι λογιστικά. Είναι κοινωνικά. Η τρομακτική ακρίβεια που διαβρώνει τα εισοδήματα. Η στεγαστική κρίση που μετατρέπει την κατοικία σε πολυτέλεια. Μισθοί που δεν ανταποκρίνονται στο κόστος ζωής. Η συζήτηση για το κράτος δικαίου και τη λειτουργία της δικαιοσύνης.
Και βεβαίως, οι βαριές υποθέσεις που άφησαν αποτύπωμα στη δημόσια συνείδηση: Η τραγωδία στα Τέμπη, το ζήτημα του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι εξεταστικές επιτροπές που κατηγορήθηκαν ότι λειτούργησαν περισσότερο ως πεδίο κουκουλώματος και κομματικής αντιπαράθεσης παρά ως μηχανισμός ουσιαστικής διερεύνησης.
Και επιπλέον οι συγγενείς των θυμάτων στα Τέμπη να ζητούν απαντήσεις, ακόμη και εκταφές για να διαλευκανθούν κρίσιμα ερωτήματα για τους δικούς τους ανθρώπους που χάθηκαν μέσα σε ένα τρένο. Με την κοινωνία να παρακολουθεί εμβρόντητη τους χειρισμούς της Δικαιοσύνη γι’ αυτό το πανανθρώπινο θέμα.
Συνεπώς αυτό που προκύπτει από τις δημοσκοπήσεις, δεν είναι απλώς ποσοστά. Είναι πληγές.
Η πολιτική ιστορία διδάσκει ότι οι μεγάλες φθορές δεν έρχονται από τους επικριτές, αλλά από την αυταρέσκεια. Η αγωνία για το 30% δεν είναι υπονόμευση. Είναι ένστικτο αυτοσυντήρησης.
Αν κάποιοι θεωρούν ότι η δημόσια διατύπωση προβληματισμού βλάπτει, ίσως συγχέουν την ενότητα με τη σιωπή. Και η σιωπή, όταν η κοινωνία βράζει, δεν είναι αρετή.
Οι «μακάριοι τω πνεύματι» μπορεί να αισθάνονται ασφαλείς. Το ερώτημα είναι αν αισθάνεται το ίδιο ασφαλής και η κοινωνία. Κι εκεί, τα νούμερα δεν κάνουν τραμπάλα. Εκεί, η πραγματικότητα είναι αμείλικτη.