Σε μια προσπάθεια να βάλει όρια στην πολιτική κλιμάκωση γύρω από την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης χαρακτήρισε «σοβαρή εξέλιξη» την ανακοίνωση της εισαγγελίας, επιμένοντας όμως ότι η συζήτηση δεν μπορεί να γίνεται με όρους «ανθρωποφαγίας». Το μήνυμα από το Μέγαρο Μαξίμου είναι σαφές: η ποινική κρίση ανήκει στη Δικαιοσύνη, η πολιτική αξιολόγηση θα γίνει ξεχωριστά και οι τελικές τοποθετήσεις θα πρέπει να βασιστούν στα στοιχεία των δικογραφιών.
Η κυβερνητική γραμμή αποτυπώθηκε καθαρά στις δηλώσεις του Παύλου Μαρινάκη, ο οποίος υπογράμμισε ότι «η πρώτη φράση που είπε η κυβέρνηση δι’ εμού με την ιδιότητα του εκπροσώπου, είναι ότι κάθε περίπτωση θα αξιολογηθεί ξεχωριστά». Όπως έσπευσε να διευκρινίσει, «δεν αναφερόμαστε στην ποινική αξιολόγηση. Την ποινική αξιολόγηση την κάνει η Δικαιοσύνη. Αναφερόμαστε στην πολιτική αξιολόγηση».
Στο ίδιο πλαίσιο, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος προσπάθησε να αποσυνδέσει τη δημόσια ένταση από την ουσία της υπόθεσης, σημειώνοντας πως «ακούω για κακουργήματα. Δεν υπάρχει κακούργημα εξ αμελείας. Υπάρχει δόλος». Και πρόσθεσε με νόημα: «Υπάρχει τεκμήριο αθωότητας αλλά είναι άλλο το κακούργημα και άλλο το πλημμέλημα. Ας αφήσουμε να δουν οι άνθρωποι τα στοιχεία και την ανθρωποφαγία στην άκρη».
Το κρίσιμο, ωστόσο, για την κυβέρνηση είναι να κερδίσει πολιτικό χρόνο χωρίς να εμφανιστεί ότι υποτιμά τη σοβαρότητα της υπόθεσης. Γι’ αυτό και ο Μαρινάκης παραδέχθηκε ότι πρόκειται για «σοβαρή εξέλιξη», αλλά ταυτόχρονα απέφυγε να προκαταλάβει τις επόμενες κινήσεις για όσους ελέγχονται. «Δεν μπορώ να προδικάσω τη θέση ενός ανθρώπου που είναι ελεγχόμενος από τη δικαιοσύνη, χωρίς να ξέρω τα δεδομένα», είπε, προσθέτοντας ότι «πρέπει να δούμε τι λένε οι ίδιοι για τον εαυτό τους».
Με αυτή τη φράση, το Μαξίμου δείχνει ότι μεταθέτει πλέον το βάρος και στα ίδια τα πολιτικά πρόσωπα που περιλαμβάνονται στις δικογραφίες. Η δημόσια υπεράσπιση δεν θα μπορεί να είναι γενική και οριζόντια. Αντιθέτως, η γραμμή είναι ότι κάθε βουλευτής ή στέλεχος θα πρέπει να τοποθετηθεί με βάση το περιεχόμενο της δικογραφίας που τον αφορά, κάτι που αυξάνει την ατομική πολιτική πίεση και μειώνει τα περιθώρια συνολικής κομματικής κάλυψης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αποστροφή του για το πώς χρησιμοποιείται ήδη πολιτικά η υπόθεση. «Το να λες υπόδικο κάποιον που απλά θα κριθεί από τη δικαιοσύνη είναι πολύ επικίνδυνο», τόνισε, απορρίπτοντας την κριτική της αντιπολίτευσης περί «κυβέρνησης υποδίκων» και επαναφέροντας το τεκμήριο αθωότητας στο κέντρο της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας.
Την ίδια ώρα, όμως, η ίδια η πραγματικότητα δείχνει ότι η υπόθεση έχει ήδη ισχυρό πολιτικό αποτύπωμα. Οι δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που αφορούν την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ έχουν πυροδοτήσει μια νέα φάση πίεσης, με το Κοινοβούλιο να καλείται να διαχειριστεί αιτήματα άρσης ασυλίας και την κυβέρνηση να προσπαθεί να αποδείξει ότι διαθέτει αντανακλαστικά και θεσμική απάντηση.
Ο ίδιος ο Μαρινάκης επιχείρησε να μεταφέρει τη συζήτηση στη «μεγάλη εικόνα», λέγοντας: «Ποια είναι η μεγάλη εικόνα; Είναι οι παράνομες επιδοτήσεις. Είναι εικόνα που κόστισε στην Ελλάδα 30 χρόνια». Και συνέχισε, συνδέοντας την υπόθεση με τις κυβερνητικές παρεμβάσεις στον μηχανισμό ελέγχου: «Η δικαιοσύνη να κάνει τη δουλειά της. Να εξασφαλίσουμε να μην συμβούν ξανά. Το εξασφαλίζουμε με τη μετάβαση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ».
Αυτό ακριβώς είναι και το πολιτικό στοίχημα για την κυβέρνηση: να πείσει ότι δεν στέκεται μόνο αμυντικά απέναντι στις αποκαλύψεις, αλλά ότι επιχειρεί να απαντήσει θεσμικά σε ένα πρόβλημα που θεωρεί διαχρονικό. Η ρητορική περί «παράνομων επιδοτήσεων» και η αναφορά στη μετάβαση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ δεν είναι τυχαίες. Αποτελούν την προσπάθεια του Μαξίμου να δείξει ότι το σκάνδαλο δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως επικοινωνιακή κρίση, αλλά ως υπόθεση που απαιτεί διοικητική αναδιάταξη και αυστηρότερους ελέγχους.
Παράλληλα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος απέφυγε να προαναγγείλει κυρώσεις ή παραιτήσεις πριν υπάρξει σαφέστερη εικόνα από τα στοιχεία. «Εάν αποδειχθεί ότι είναι δεμένη η υπόθεση για κακούργημα θα πρέπει πρώτα να δώσουν εκείνοι απάντηση. Ας μη βάζουμε το κάρο μπροστά από το άλογο», ανέφερε, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο πολιτικών εξελίξεων, αλλά μόνο αφού προηγηθεί η μελέτη του αποδεικτικού υλικού και η δημόσια τοποθέτηση των εμπλεκομένων.
Το συμπέρασμα είναι ότι η κυβέρνηση προσπαθεί να ισορροπήσει σε δύο παράλληλες ανάγκες: να μην εμφανιστεί ότι συγκαλύπτει ή σχετικοποιεί μια σοβαρή εισαγγελική εξέλιξη, αλλά και να μην αποδεχθεί αδιαμαρτύρητα την πολιτική ενοχοποίηση πριν ολοκληρωθεί η δικαστική διερεύνηση. Γι’ αυτό και ο όρος «ανθρωποφαγία», που χρησιμοποίησε ο Μαρινάκης, δεν ήταν απλώς μια φράση άμυνας. Ήταν το κεντρικό πολιτικό μήνυμα της κυβέρνησης σε μια στιγμή που η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ απειλεί να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερο βάρος από μια συνηθισμένη κοινοβουλευτική αντιπαράθεση.