Η χρονική σύμπτωση είναι υπερβολικά εύγλωττη για να θεωρηθεί τυχαία. Ο Νίκος Ανδρουλάκης είχε ζητήσει προ ημερησίας διάταξης συζήτηση στη Βουλή για το κράτος δικαίου, με επίκεντρο τις υποκλοπές, όμως η διαδικασία μετατέθηκε για μετά το Πάσχα. Την ίδια στιγμή, η δεύτερη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, με αναφορές σε 11 βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, έναν πρώην υπουργό και μία πρώην υφυπουργό, έρχεται να επιβεβαιώσει ότι το Μέγαρο Μαξίμου είχε κάθε λόγο να μην επιθυμεί μια κοινοβουλευτική σύγκρουση εδώ και τώρα.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς γιατί αναβλήθηκε η συζήτηση. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι ήταν αυτό που έκανε πολιτικά ασύμφορη για τον Κυριάκο Μητσοτάκη την παρουσία του στη Βουλή αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή.
Επισήμως, η συζήτηση για το κράτος δικαίου και τις υποκλοπές μετατέθηκε για αργότερα. Πολιτικά, όμως, η εξήγηση μοιάζει πολύ πιο καθαρή. Γιατί αν η διαδικασία γινόταν αύριο Παρασκευή, το θέμα δεν θα περιοριζόταν στις παρακολουθήσεις, όσο βαρύ και αν παραμένει από μόνο του. Η αίθουσα θα φορτιζόταν αναπόφευκτα από τη νέα δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και από τη δημόσια αίσθηση ότι ανοίγει ένας δεύτερος, ακόμη πιο επικίνδυνος κύκλος για την κυβέρνηση.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία. Μια προ ημερησίας για τις υποκλοπές θα μπορούσε να είναι ήδη δυσάρεστη για το Μαξίμου. Μια προ ημερησίας, όμως, στην οποία θα έμπαινε με ορμή στο κάδρο ο «φάκελος Νο2» του ΟΠΕΚΕΠΕ, με 11 βουλευτές της ΝΔ και ακόμη δύο πολιτικά πρόσωπα να αναφέρονται στη δικογραφία, θα μετατρεπόταν σε εφιάλτη. Όχι μόνο επικοινωνιακά, αλλά και εσωκομματικά. Γιατί εδώ δεν μιλάμε για περιφερειακές απώλειες ή για πρόσωπα χαμηλής πολιτικής έντασης. Μιλάμε για ονόματα που βαραίνουν μέσα στη γαλάζια παράταξη και που εκ των πραγμάτων δημιουργούν τριγμούς στο εσωτερικό της κυβέρνησης.
Γι’ αυτό και η αναβολή δεν διαβάζεται ως διαδικαστική μετατόπιση. Διαβάζεται ως πολιτικός ελιγμός. Ως μια συνειδητή επιλογή αποφυγής. Ως μια προσπάθεια να αγοραστεί χρόνος, να μετρηθούν αντιδράσεις, να εκτιμηθεί η ζημιά και να αναζητηθεί τρόπος ελέγχου της έκρηξης πριν αυτή μεταφερθεί αυτούσια στο κοινοβουλευτικό πεδίο.
Η αντιπολίτευση, και ειδικά το ΠΑΣΟΚ, έχει κάθε λόγο να μιλά για φυγή από τη λογοδοσία. Διότι η εικόνα που παράγεται είναι απλή και πολιτικά ισχυρή: τη στιγμή που ζητείται απάντηση για το κράτος δικαίου, η συζήτηση απομακρύνεται χρονικά. Και τη στιγμή που σκάει μια νέα δυσώδης υπόθεση, η κυβέρνηση μοιάζει να προσπαθεί να αποφύγει τη διπλή πίεση.
Τα σενάρια που ήδη κυκλοφορούν για ανασχηματισμό μόνο τυχαία δεν είναι. Όταν μια κυβέρνηση αισθάνεται ότι η φθορά της αποκτά χαρακτηριστικά γενικευμένης άμυνας, ο ανασχηματισμός εμφανίζεται σχεδόν πάντα ως το πρώτο διαθέσιμο εργαλείο πολιτικής εκτόνωσης. Το σημερινό ρεπορτάζ της HuffPost και του πολιτικού μας συντάκτη Πάνου Τουμάση, καταγράφει ήδη ότι η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ φέρνει την κυβέρνηση σε θέση άμυνας και τροφοδοτεί τέτοιες συζητήσεις.
Στο βάθος, βεβαίως, θα ακουστούν και πιο βαριά σενάρια, ακόμη και αυτό των πρόωρων εκλογών. Ωστόσο, μια τέτοια επιλογή δεν φαίνεται, σε αυτή τη φάση, η πιο πιθανή. Και ο λόγος είναι προφανής: όταν ανοίγουν διαδοχικά μέτωπα, όταν η αντιπολίτευση αποκτά νέο υλικό πίεσης και όταν οι δημοσκοπήσεις κινδυνεύουν να αποτυπώσουν φθορά από υπόθεση σε υπόθεση, η προσφυγή στις κάλπες δεν μοιάζει με κίνηση πρωτοβουλίας αλλά με άλμα στο κενό. Αυτό είναι πολιτική εκτίμηση, όχι βεβαιότητα. Αλλά είναι μια εκτίμηση που στηρίζεται στη σημερινή εικόνα μιας κυβέρνησης που δέχεται αλλεπάλληλα πλήγματα στο πεδίο της αξιοπιστίας.
Γιατί αυτό είναι το βαθύτερο πρόβλημα για το Μαξίμου: δεν πρόκειται πια για ένα μεμονωμένο επεισόδιο. Δεν είναι μόνο ο ΟΠΕΚΕΠΕ. Δεν είναι μόνο οι υποκλοπές. Δεν είναι μόνο τα Τέμπη. Είναι η συσσώρευση. Είναι η αίσθηση ενός επαναλαμβανόμενου μοτίβου, όπου κάθε νέα κρίση δεν κλείνει την προηγούμενη αλλά έρχεται να κουμπώσει πάνω της, ενισχύοντας την εντύπωση συγκάλυψης, αναβολής ή πολιτικής υπεκφυγής.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, μάλιστα, η πίεση είναι πιο απτή. Διότι εδώ μιλάμε για 11 βουλευτές και δύο ακόμη πολιτικά πρόσωπα που περιλαμβάνονται στη νέα δικογραφία, με τις πληροφορίες να δείχνουν ότι για δύο εξ αυτών εξετάζονται ακόμη και κακουργηματικές διαστάσεις, αναλόγως της ζημίας που φέρεται να προκλήθηκε. Αυτό από μόνο του αρκεί για να καταλάβει κανείς ότι οι επόμενες μετρήσεις της κοινής γνώμης δύσκολα θα είναι ανώδυνες για την κυβέρνηση.
Υπό αυτή την έννοια, ορθώς ο Πάνος Τουμάσης περιέγραψε τη σημερινή κατάσταση ως θέση άμυνας για την κυβέρνηση. Δεν πρόκειται για σχήμα λόγου. Είναι η πολιτική αποτύπωση μιας στιγμής όπου το κυβερνητικό στρατόπεδο δεν καθορίζει την ατζέντα, αλλά σέρνεται πίσω από τις εξελίξεις, προσπαθώντας να περιορίσει το κόστος.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο κρίσιμο συμπέρασμα της συγκυρίας: ότι η αναβολή της συζήτησης στη Βουλή δεν έλυσε κανένα πρόβλημα. Το μόνο που έκανε ήταν να φωτίσει περισσότερο την αμηχανία. Να ενισχύσει την υποψία ότι ο πρωθυπουργός δεν απέφυγε απλώς μια δύσκολη κοινοβουλευτική αναμέτρηση, αλλά μια πολιτική παγίδα από την οποία δεν θα έβγαινε αλώβητος.
Επίλογος
Σε τέτοιες στιγμές, η δημοσιογραφία δεν έχει δουλειά να ψιθυρίζει, να κρύβει ή να χαϊδεύει. Έχει δουλειά να καταγράφει, να ερευνά, να συνδέει τα γεγονότα και να επιτρέπει στον αναγνώστη να βλέπει καθαρά την εικόνα, ακόμη κι όταν αυτή είναι άβολη για την εξουσία. Αυτό ακριβώς οφείλει να κάνει και το κάνει η HuffPost: δεν στριμώχνει τις αλήθειες σε σκοτεινές γωνίες, δεν υπηρετεί βολικές σιωπές, δεν λειτουργεί ως μηχανισμός εξωραϊσμού κανενός. Με πλήρη ελευθερία γνώμης και ανάλυσης για όλη τη δημοσιογραφική της ομάδα, συνεχίζει να καταχωρεί τα συμβαίνοντα όπως είναι. Και ίσως γι’ αυτό το αποτύπωμά της στους αναγνώστες μεγαλώνει διαρκώς.