«Η συμμετοχή των ομογενών μας στα κοινά γίνεται ένας πανίσχυρος “κρίκος”, που χαλυβδώνει τους δεσμούς μας με τον Ελληνισμό απανταχού της γης, κάνοντας την πατρίδα μας πιο δυνατή και την πορεία μας σε ένα αβέβαιο περιβάλλον πιο σίγουρη και πιο αισιόδοξη», σημείωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο σημείο της πρωτολογίας του για το θέμα της επιστολικής ψήφου με την οποία θα μπορούν να ασκούν το εκλογικό τους δικαίωμα όσοι είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους και βρίσκονται εκτός της ελληνικής επικράτειας.
«Με αυτό το σημαντικό νομοθέτημα, το οποίο θα γίνει νόμος του κράτους σε λίγο, επεκτείνουμε την εμβέλεια της Δημοκρατίας μας, διευρύνοντας τη συμμετοχή στα κοινά σε ακόμα περισσότερους συμπολίτες μας.
Είναι μία μεταρρύθμιση που υπερβαίνει τα στενά όρια των εκλογικών κύκλων και κυρίως απονέμει σε όλους τους Έλληνες ίδια δικαιώματα, ανεξάρτητα από όπου κατοικούν», ανέφερε μεταξύ άλλων, εξηγώντας παράλληλα ότι είναι μία τομή που έχει ήδη καθυστερήσει.
«Δυστυχώς το κράτος μας τιμούσε τη διασπορά συχνά μόνο στα λόγια, στη θεωρία, αλλά όχι στην πράξη. Γιατί στην πράξη δίσταζε να τους κάνει μέρος των εξελίξεων στη μητέρα πατρίδα», πρόσθεσε και στη συνέχεια έδωσε έμφαση σε δύο κομβικές αλλαγές οι οποίες εισάγονται με τις νέες ρυθμίσεις:
«Η πρώτη, είναι η δυνατότητα όλων όσοι είναι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους να ψηφίζουν επιστολικά, όχι μόνο στις ευρωεκλογές, αλλά και στις εθνικές κάλπες.
Και η δεύτερη, αφορά την εκπροσώπησή τους στη Βουλή, όχι πλέον, κατά την άποψή μας, με τον γενικό και απρόσωπο τρόπο μέσω της λίστας Επικρατείας, αλλά με τον καθορισμό μιας ειδικής τριεδρικής περιφέρειας μόνο γι’ αυτούς.»
«Αδιάβλητο σύστημα η επιστολική ψήφος – Δοκιμάστηκε επιτυχημένα στις ευρωεκλογές του 2024»
Αφού αναφέρθηκε στις κυβερνητικές πρωτοβουλίες που οδήγησαν στη σημερινή εξέλιξη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε για το επιτυχημένο εγχείρημα της επιστολικής ψήφου που εφαρμόστηκε στις τελευταίες ευρωεκλογές, το 2024.
«Έχουμε, λοιπόν, αυτή τη στιγμή ένα δοκιμασμένο σύστημα, το οποίο ερχόμαστε να το εφαρμόσουμε και στις επόμενες εθνικές εκλογές. Αδιάβλητο, οι λεπτομέρειες έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί πολλές φορές. Και πράγματι, προσβλέπω ότι θα υπάρχει μία πολύ αυξημένη συμμετοχή των συμπολιτών μας εκτός επικρατείας, οι οποίοι θα έχουν τη δυνατότητα και πάλι να επιλέξουν μεταξύ παρουσίας σε φυσικό εκλογικό τμήμα ή επιλογής της επιστολικής ψήφου. Εικάζω ότι οι περισσότεροι θα διαλέξουν, για λόγους διευκόλυνσης, τη δεύτερη», εκτίμησε ο πρωθυπουργός.
«Διευκολύνει τη συμμετοχή περισσότερων πολιτών στη διαμόρφωση της δημόσιας ζωής»
«Οι ψηφοφόροι που θα ψηφίσουν εκτός Ελλάδος δεν εκφράζουν μόνο την κομματική τους προτίμηση, αλλά θα μπορούν μέσω του σταυρού προτίμησης, όπως εξάλλου το κάνουν και όλοι οι πολίτες οι οποίοι ψηφίζουν εντός της επικράτειας, να επιλέγουν τους δικούς τους ανθρώπους και να στέλνουν τον δικό τους παλμό στη Βουλή των Ελλήνων. Θα έχουν, με άλλα λόγια, ένα δικαίωμα το οποίο ως τώρα ανήκει μόνο σε όσους ψηφίζουν στην ελληνική επικράτεια», πρόσθεσε.
Σύμφωνα με τον Κυριάκο Μητσοτάκη αυτό το νομοσχέδιο γεφυρώνει περισσότερο την ομογένεια με την Ελλάδα και ενσωματώνει στον κορμό των ενεργών πολιτών εκατοντάδες χιλιάδες, ίσως και εκατομμύρια, αποδήμους.
«Διευκολύνει τελικά τη συμμετοχή περισσότερων στη διαμόρφωση της δημόσιας ζωής και απαντά έτσι και σε αυτή την απόσταση από την πολιτική, στην αδιαφορία, στην αποχή.
Είναι προβλήματα τα οποία γιγαντώνονται παντού στον κόσμο, καθώς αναβιώνουν λαϊκίστικα φαινόμενα τα οποία υπονομεύουν τον ορθολογισμό», εξήγησε στη συνέχεια και έκλεισε την πρωτολογία του τονίζοντας την ανάγκη «το νομοσχέδιο αυτό να εγκριθεί από όλα τα κόμματα, ως μια επιλογή εθνικής ευθύνης και δημοκρατικής ευαισθησίας. Όχι γιατί το επιβάλλει το Σύνταγμα μόνο, γιατί αυτό είναι το σωστό και το υπεύθυνο απέναντι στον παγκόσμιο Ελληνισμό.»
Στη δευτερολογία του ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μεταξύ άλλων, έκανε αναφορά στο γεγονός ότι για πρώτη φορά η χώρα «διαθέτει μία Εθνική Στρατηγική Απόδημου Ελληνισμού, η οποία υλοποιείται από το Υπουργείο Εξωτερικών, με μεγάλες προσπάθειες ενίσχυσης των προξενικών μας αρχών, με περισσότερες διαδικτυακές υπηρεσίες, με μεγάλη έμφαση στα ζητήματα τα οποία έχουν να κάνουν με τη γλώσσα.»