Η εικόνα στο ΠΑΣΟΚ είναι διπλή: από τη μία, η προσέλευση στην κάλπη για την εκλογή συνέδρων έδωσε στην ηγεσία μια αναγκαία ανάσα ύστερα από εβδομάδες εσωστρέφειας. Από την άλλη, ο αριθμός των ψηφισάντων υπενθύμισε με τον πιο καθαρό τρόπο ότι η εσωκομματική κινητοποίηση απέχει πολύ από τη δυναμική που είχε καταγραφεί στην εκλογή προέδρου. Και κάπου ανάμεσα, το συνέδριο της 27ης έως 29ης Μαρτίου προβάλλει ως η επόμενη κρίσιμη δοκιμασία συνοχής, ισορροπιών και ηγεμονίας.

Το ΠΑΣΟΚ μπήκε στην εσωκομματική διαδικασία για την ανάδειξη συνέδρων αναζητώντας επειγόντως ένα πολιτικό σήμα επανασυσπείρωσης. Το βρήκε μόνο εν μέρει. Η συμμετοχή ξεπέρασε τις 150.000, αριθμός που προφανώς δεν είναι αμελητέος για κομματική διαδικασία, αλλά παραμένει ενδεικτικός του ορίου: είναι περίπου 50% χαμηλότερος από τους 303.223 που είχαν προσέλθει στην κάλπη του πρώτου γύρου για την εκλογή προέδρου τον Οκτώβριο του 2024.

Advertisement
Advertisement

Με άλλα λόγια, η χθεσινή εικόνα δεν μπορεί να διαβαστεί μονοσήμαντα. Ναι, η Χαριλάου Τρικούπη αποφεύγει το φιάσκο και κρατά μια βάση ενεργή. Όχι, όμως, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι αναπαράγει τον ενθουσιασμό της εσωκομματικής μάχης για την ηγεσία. Η μισή, περίπου, συμμετοχή σε σχέση με την κορυφαία κάλπη του 2024 δείχνει ότι το κόμμα εξακολουθεί να κινείται σε περιβάλλον εσωτερικής κόπωσης, ακόμη κι αν διαθέτει ακόμα μηχανισμούς κινητοποίησης.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή η αναμέτρηση για τους συνέδρους δεν ήταν απλώς μια οργανωτική άσκηση. Ηταν πρόβα συσχετισμών. Στο παρασκήνιο, όλα τα επιτελεία αντιμετώπισαν την κάλπη ως μέτρηση δυνάμεων ενόψει του συνεδρίου. Και εκεί καταγράφεται ίσως το πιο ενδιαφέρον πολιτικό στοιχείο: η υπό διαμόρφωση σύμπλευση των στρατοπέδων του Χάρη Δούκα και του Παύλου Γερουλάνου.

Η συγκεκριμένη συνεννόηση δεν είναι τυπική, ούτε έχει ακόμη λάβει τα χαρακτηριστικά συγκροτημένου εσωκομματικού μετώπου. Ωστόσο, η κοινή στόχευση είναι ορατή: να περιοριστεί η απόλυτη κυριαρχία της προεδρικής πλευράς στο σώμα των συνέδρων και να διαμορφωθεί ένας πιο σύνθετος χάρτης ισορροπιών μέσα στην αίθουσα του συνεδρίου. Η κινητοποίηση που προκάλεσαν οι τελευταίες εσωκομματικές εντάσεις φαίνεται ότι λειτούργησε σαν επιταχυντής αυτής της προσέγγισης.

Για τον Νίκο Ανδρουλάκη, το διακύβευμα είναι καθαρό. Η προεδρική πτέρυγα θέλει να βγει από τη διαδικασία με ένα ποσοστό της τάξης του 60% ή και υψηλότερο στο σώμα των συνέδρων. Οχι μόνο για να ελέγξει τις αποφάσεις και το πολιτικό στίγμα του συνεδρίου, αλλά κυρίως για να εκπέμψει ένα μήνυμα αδιαμφισβήτητης εσωκομματικής κυριαρχίας σε μια περίοδο κατά την οποία το ΠΑΣΟΚ δυσκολεύεται να μετατρέψει την οργανωτική του αντοχή σε δημοσκοπική ώθηση.

Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη αντίφαση. Ο Ανδρουλάκης επιχειρεί να κατοχυρώσει εκ νέου την εσωτερική του υπεροχή τη στιγμή που το κόμμα του συνεχίζει να κινείται χαμηλά στις μετρήσεις και μακριά από τις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί μετά την επανεκλογή του. Ακόμη κι αν η ηγεσία επιτύχει έναν ευνοϊκό συσχετισμό στο συνέδριο, το πολιτικό πρόβλημα δεν εξαφανίζεται: ένας αρχηγός μπορεί να ελέγχει τους συνέδρους του, αλλά να μην πείθει την κοινωνία ότι αποτελεί ρεαλιστική εναλλακτική εξουσίας.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το επικείμενο συνέδριο αποκτά χαρακτήρα πολλαπλής δοκιμασίας. Δεν θα είναι μόνο μια κομματική τελετουργία επικύρωσης. Θα είναι χώρος λογαριασμού για την ηγεσία, πεδίο αναμέτρησης για τις εσωκομματικές ομάδες και, ταυτόχρονα, τεστ για το αν το ΠΑΣΟΚ μπορεί να βγει από την περιδίνηση των τελευταίων μηνών με κάποιο πειστικό πολιτικό αφήγημα.

Advertisement

Στην πραγματικότητα, το πρόβλημα για τη Χαριλάου Τρικούπη δεν είναι μόνο ποιος ελέγχει τον συνεδριακό μηχανισμό. Είναι αν το κόμμα έχει καταφέρει να απαντήσει στο βασικό ερώτημα της περιόδου: γιατί, παρά τις αλλεπάλληλες ανακατατάξεις στο πολιτικό σκηνικό, δεν μπορεί να κεφαλαιοποιήσει δυσαρέσκεια, φθορά της κυβέρνησης και κρίση εκπροσώπησης στον χώρο της αντιπολίτευσης.

Η χθεσινή κάλπη, λοιπόν, έδωσε μεν μια βαθιά ανάσα, αλλά όχι λύση. Εδωσε συμμετοχή, όχι απογείωση. Εδειξε μηχανισμό, όχι απαραίτητα ρεύμα. Και κυρίως φώτισε ότι το συνέδριο δεν θα είναι μια διαδικασία ρουτίνας, αλλά ένας σταθμός όπου ο Ανδρουλάκης θα επιδιώξει να σφραγίσει την ηγεμονία του, ενώ οι εσωκομματικοί του αντίπαλοι θα προσπαθήσουν να του στερήσουν την εικόνα του απόλυτου κυρίαρχου.

Αν τελικά η προεδρική πλευρά αγγίξει ή ξεπεράσει το 60%, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ θα μπορεί να υποστηρίξει ότι παραμένει απολύτως κυρίαρχος στο εσωτερικό του κόμματος. Αν όχι, το μήνυμα θα είναι διαφορετικό: ότι, παρά τη θεσμική του επικράτηση, το εσωκομματικό τοπίο παραμένει ανοιχτό, ρευστό και δυνητικά ασταθές.

Advertisement

Σε κάθε περίπτωση, το πραγματικό μέτρο για την επόμενη ημέρα δεν θα είναι μόνο οι σύνεδροι που θα ελέγχει η κάθε πλευρά, αλλά το αν το ΠΑΣΟΚ θα μπορέσει να βγει από το συνέδριο λιγότερο στραμμένο προς τον εαυτό του και περισσότερο προς την κοινωνία. Γιατί, όσο η συζήτηση εξαντλείται στην αριθμητική των εσωκομματικών μπλοκ, τόσο η μεγάλη εικόνα παραμένει αμείλικτη: ένα κόμμα που ακόμη ψάχνει τη θέση του στην αντιπολίτευση και την πειστική του αφήγηση απέναντι στους πολίτες.