Η δημόσια συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος επιστρέφει δυναμικά, με την κυβέρνηση να φέρνει στο προσκήνιο μια σειρά από παρεμβάσεις που, εφόσον προχωρήσουν, μπορούν να αλλάξουν ουσιαστικά τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Από την ευθύνη υπουργών και το ασυμβίβαστο υπουργού-βουλευτή έως και το ενδεχόμενο μείωσης του αριθμού των βουλευτών, το επόμενο διάστημα προμηνύεται ιδιαίτερα κρίσιμο.
Είναι πλέον σαφές ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα φάση συζήτησης για σημαντικές συνταγματικές αλλαγές. Υπενθυμίζεται ότι πριν από λιγότερο από έναν χρόνο ο πρωθυπουργός είχε ανακοινώσει την πρόθεση της κυβέρνησης να προχωρήσει σε αλλαγή του άρθρου 86 του Συντάγματος, δηλαδή της διάταξης που αφορά την ευθύνη υπουργών. Το θέμα δεν κυριάρχησε στη δημόσια ατζέντα το προηγούμενο διάστημα, ωστόσο ουδέποτε έπαψε να βρίσκεται στο τραπέζι.
Τώρα, στο επίκεντρο έρχεται και μια ακόμη θεσμική παρέμβαση: το ασυμβίβαστο μεταξύ της ιδιότητας του υπουργού και εκείνης του βουλευτή. Η σχετική κατεύθυνση ανακοινώθηκε από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και εξειδικεύτηκε στην ενημέρωση των πολιτικών συντακτών από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, Παύλο Μαρινάκη.
Η λογική που περιγράφεται παραπέμπει στο συνταγματικό μοντέλο χωρών όπως η Γαλλία, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο. Σε αυτό το πλαίσιο, ένας βουλευτής που αναλαμβάνει υπουργικά καθήκοντα αποχωρεί από το Κοινοβούλιο όσο διαρκεί η θητεία του στην κυβέρνηση, αντικαθίσταται από τον πρώτο επιλαχόντα και, όταν ολοκληρωθεί η υπουργική του θητεία, επιστρέφει στην κοινοβουλευτική του έδρα.
Υπάρχουν, βέβαια, και διαφορετικά παραδείγματα. Στην Κύπρο, για παράδειγμα, το ασυμβίβαστο εφαρμόζεται πιο αυστηρά: όταν ένας βουλευτής αναλαμβάνει υπουργός, παραιτείται από τη βουλευτική του ιδιότητα και μπορεί να επιστρέψει στο Κοινοβούλιο μόνο μέσω νέας εκλογής, στις επόμενες εκλογές. Παράλληλα, εκεί ισχύουν και αυστηρότεροι περιορισμοί σε σχέση με την άσκηση επαγγέλματος, τόσο για υπουργούς όσο και, σε αρκετές περιπτώσεις, για βουλευτές.
Πρόκειται, αναμφίβολα, για μια πολύ σοβαρή θεσμική μετατόπιση, η οποία αγγίζει τον πυρήνα της λειτουργίας του πολιτεύματος. Και γι’ αυτό ακριβώς η συζήτηση που ανοίγει δεν είναι τεχνική, αλλά βαθιά πολιτική.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε και μια ακόμη αναφορά του Παύλου Μαρινάκη, η οποία άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο για μείωση του αριθμού των βουλευτών. Αν τελικά αυτή η πρόθεση αποκτήσει συγκεκριμένη μορφή, τότε θα μιλάμε για μια από τις πιο ηχηρές αλλαγές στη μεταπολιτευτική θεσμική αρχιτεκτονική.
Το επιχείρημα υπέρ μιας τέτοιας επιλογής είναι προφανές για πολλούς: οι 300 βουλευτές θεωρούνται από αρκετούς υπερβολικά πολλοί για τα σημερινά δεδομένα. Από την άλλη πλευρά, όμως, υπάρχει και μια σαφής πολιτική διάσταση: η μείωση των εδρών θα μπορούσε να δυσκολέψει ακόμη περισσότερο την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση μικρότερων κομμάτων, περιορίζοντας την πολυφωνία μέσα στη Βουλή. Και αυτό ανοίγει αυτομάτως μια δεύτερη συζήτηση, εξίσου κρίσιμη: εάν θα παραμείνει αμετάβλητο και το εκλογικό πλαφόν που απαιτείται για την είσοδο ενός κόμματος στο Κοινοβούλιο.
Η ουσία είναι ότι οι συνταγματικές αλλαγές, εφόσον προχωρήσουν, θα πρέπει να γίνουν με καθαρό τρόπο και χωρίς ημίμετρα. Εάν η κυβέρνηση επιλέγει να ανοίξει τόσο μεγάλα θεσμικά ζητήματα, τότε οφείλει να τα φέρει με σαφήνεια, πλήρη αιτιολόγηση και ξεκάθαρες πολιτικές στοχεύσεις.
Από εκεί και πέρα, τα πρότυπα άλλων ευρωπαϊκών συνταγμάτων και οι διαφορετικές εκδοχές του ασυμβιβάστου θα αποτελέσουν αντικείμενο ουσιαστικής κοινοβουλευτικής συζήτησης όταν κατατεθούν οι σχετικές προτάσεις. Και τότε θα φανεί όχι μόνο η πρόθεση της κυβέρνησης, αλλά και η στάση της αντιπολίτευσης απέναντι σε αυτό το μπαράζ θεσμικών εξαγγελιών.
Σε κάθε περίπτωση, η χώρα μοιάζει να βρίσκεται μπροστά σε μια περίοδο εξελίξεων που μπορεί να επηρεάσουν το πολιτικό της υπόβαθρο για πολλά χρόνια. Η ανάγκη για ένα πιο καθαρό θεσμικό πλαίσιο, μακριά από παλαιοκομματικές λογικές και «παλατιακές» σχέσεις εξουσίας, παραμένει ισχυρή.
Και αν τελικά ανοίξει πράγματι η συζήτηση για λιγότερους βουλευτές, τότε ίσως θα έπρεπε να εξεταστεί ταυτόχρονα και η ενίσχυση της εκπροσώπησης του απόδημου ελληνισμού. Η σημερινή πρόβλεψη για τρεις βουλευτές Επικρατείας από την ομογένεια θα μπορούσε να επανεξεταστεί, με στόχο μια ευρύτερη και πιο ισορροπημένη εκπροσώπηση — ακόμη και με πέντε έδρες, ώστε να αποτυπώνεται πιο ουσιαστικά η παρουσία του ελληνισμού στις διαφορετικές ηπείρους.
Την ίδια ώρα, εξίσου σημαντικό είναι να γίνουν πιο σαφή και όσα αφορούν τις διαδικασίες ορισμού της Δικαιοσύνης. Και εκεί παραμένουν γκρίζες ζώνες και θεσμικές εκκρεμότητες που ζητούν απαντήσεις.
Το μόνο βέβαιο είναι ότι η συζήτηση για τις συνταγματικές αλλαγές μόλις ξεκινά. Και το πώς θα εξελιχθεί, τόσο στο επίπεδο της κυβέρνησης όσο και στο επίπεδο της αντιπολίτευσης, θα αποτελέσει ένα από τα κεντρικά πολιτικά μέτωπα του επόμενου διαστήματος.
ΥΓ.: Η εκπομπή TROLLS με τον συνάδελφο Πάνο Κολιοπάνο αναβάλλεται λόγω δημοσιογραφικής αποστολής του