«Παγώνουν» για έναν ακόμη χρόνο τα επιτόκια που επιβάλλονται στις ρυθμίσεις οφειλών προς την Εφορία, καθώς το οικονομικό επιτελείο προχωρά στη διατήρησή τους στα σημερινά επίπεδα έως και τις 30 Απριλίου 2027. Η ρύθμιση αφορά όσους εξυπηρετούν οφειλές μέσω των πάγιων μηχανισμών αποπληρωμής της ΑΑΔΕ, σε μια περίοδο κατά την οποία η διεθνής αβεβαιότητα και οι γεωπολιτικές εξελίξεις αυξάνουν την πίεση σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Με βάση τα όσα προβλέπονται, τα επιτόκια θα παραμείνουν στα επίπεδα που ίσχυαν στις 31 Μαρτίου 2024, δηλαδή:
• 4,34% για ρυθμίσεις έως 12 δόσεις
• 5,84% για ρυθμίσεις άνω των 12 δόσεων
Για όσους έχουν ενταχθεί για δεύτερη φορά σε ρύθμιση, το κόστος είναι υψηλότερο και παραμένει:
• 5,84% για έως 12 δόσεις
• 7,34% για περισσότερες από 12 δόσεις.
Η κίνηση αυτή ερμηνεύεται ως προσπάθεια να αποφευχθεί μια πρόσθετη επιβάρυνση για τους οφειλέτες σε μια χρονική συγκυρία που χαρακτηρίζεται από αυξημένο κόστος ζωής, επίμονη ακρίβεια και νέους εξωτερικούς κινδύνους για την οικονομία, λόγω της έντασης στη Μέση Ανατολή. Αν δεν υπήρχε η παρέμβαση, το κόστος εξυπηρέτησης των ρυθμίσεων θα μπορούσε να αυξηθεί περαιτέρω, επιβαρύνοντας ακόμα περισσότερο όσους ήδη προσπαθούν να μείνουν συνεπείς απέναντι στις φορολογικές τους υποχρεώσεις.
τι σημαίνει πρακτικά για τους φορολογούμενους
Στην πράξη, η απόφαση δεν αλλάζει το ύψος της επιβάρυνσης που ήδη πληρώνουν οι φορολογούμενοι στις ρυθμίσεις τους, αλλά αποτρέπει μια νέα αύξηση. Αυτό έχει σημασία ειδικά για όσους έχουν ανοιχτές οφειλές και προσπαθούν να τις εξυπηρετήσουν σε βάθος χρόνου, καθώς το επιτόκιο επηρεάζει το τελικό κόστος αποπληρωμής.
Την ίδια στιγμή, παραμένει σε ισχύ και το αυστηρό πλαίσιο που συνοδεύει τις ρυθμίσεις, με αποτέλεσμα τυχόν καθυστέρηση στην πληρωμή δόσεων να μπορεί να οδηγήσει σε πρόσθετες επιβαρύνσεις ή ακόμη και σε απώλεια της ρύθμισης, εάν δεν τηρούνται οι προβλεπόμενοι όροι.
Καλή απόφαση, αλλά δεν φτάνει…
Η απόφαση αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ΑΑΔΕ συνολικά εμφανίζει καλύτερη εικόνα στην οργάνωση, στην ψηφιοποίηση και στην αποτελεσματικότητα των φορολογικών διαδικασιών. Τα τελευταία χρόνια, η φορολογική διοίκηση έχει βελτιώσει αισθητά την ταχύτητα εξυπηρέτησης, την ηλεκτρονική διαχείριση υποχρεώσεων και τον έλεγχο των εισπράξεων, ενώ το πλαίσιο των ρυθμίσεων έχει αποτελέσει βασικό εργαλείο για να παραμείνουν εντός συστήματος χιλιάδες οφειλέτες.
Αυτό είναι σημαντικό, διότι ένα κράτος δεν χρειάζεται μόνο μηχανισμούς πίεσης και είσπραξης· χρειάζεται και μηχανισμούς διατήρησης της φορολογικής συμμόρφωσης. Από αυτή την άποψη, η επιλογή να μην αυξηθούν τα επιτόκια έχει μια λογική ισορροπίας: αφενός το Δημόσιο διατηρεί την εισπραξιμότητα των οφειλών, αφετέρου δεν επιβαρύνει περαιτέρω όσους ήδη έχουν επιλέξει να μπουν σε ρύθμιση.
Το πρόβλημα δεν λύνεται με το “πάγωμα”
Μπορεί το «πάγωμα» να αποτρέπει μια επιδείνωση, δεν συνιστά όμως ουσιαστική ελάφρυνση. Οι φορολογούμενοι που βρίσκονται σήμερα σε ρύθμιση δεν είναι, στην πλειονότητά τους, άνθρωποι που αρνούνται να πληρώσουν. Αντίθετα, πρόκειται συχνά για πολίτες και μικρές επιχειρήσεις που προσπαθούν να ανταποκριθούν σε ένα δύσκολο οικονομικό περιβάλλον, όπου:
• το κόστος ζωής παραμένει υψηλό,
• η καθημερινότητα απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος,
• και η φορολογική επιβάρυνση εξακολουθεί να είναι σημαντική.
Με αυτή την έννοια, όσοι τηρούν τις ρυθμίσεις τους δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως «προβληματικοί οφειλέτες». Είναι, αντίθετα, οι φορολογούμενοι που προσπαθούν να παραμείνουν συνεπείς, παρά τις δυσκολίες.
Επιπλέον, για πολλούς το βάρος δεν εξαντλείται μόνο στο επιτόκιο. Το συνολικό πλαίσιο των ρυθμίσεων παραμένει αυστηρό, καθώς μια καθυστέρηση μπορεί να ενεργοποιήσει προσαυξήσεις και να οδηγήσει σε νέα πίεση σε ανθρώπους που ήδη κινούνται οριακά.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η διεθνής αβεβαιότητα ενισχύεται, με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή να δημιουργεί φόβους για νέες οικονομικές αναταράξεις, ίσως η επόμενη φάση της πολιτικής δεν θα έπρεπε να είναι απλώς η σταθεροποίηση του κόστους, αλλά η προσεκτική μείωσή του για τους πραγματικά συνεπείς.