«Ω του των Μελαγχλαίνων τούδε φουσάτου»: Οι άγνωστοι πολεμιστές- καλόγεροι της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας

«Ω του των Μελαγχλαίνων τούδε φουσάτου»: Οι άγνωστοι πολεμιστές- καλόγεροι της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας
Φωτογραφία αρχείου
Φωτογραφία αρχείου
Werner Forman via Getty Images

Τα ιπποτικά τάγματα μοναχών-πολεμιστών του Μεσαίωνα περιβάλλονται γενικότερα από μια ιδιαίτερη αίγλη/ αέρα θρύλου και μυστηρίου: Η φιγούρα του ιερωμένου πολεμιστή ασκεί μια ιδιαίτερη γοητεία, καθώς συνδυάζει, στο μυαλό πολλών, την επιδεξιότητα στις τέχνες του πολέμου με την ασκητική, λιτή ζωή και την ακλόνητη πίστη στον Θεό, απέναντι στους εχθρούς της πίστης.

Βεβαίως, εάν διαβάσει κανείς την πραγματική ιστορία πολλών ιπποτικών ταγμάτων του Μεσαίωνα (επικεντρώνοντας ιδιαίτερα στην εποχή των Σταυροφοριών) , όπως των Ναϊτών, των Ιωαννιτών, των Τευτόνων Ιπποτών κλπ, θα διαπιστώσει ότι τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς τόσο...αγνά, καθώς τα κατά τα άλλα τάγματα των «ιερών πολεμιστών» πολύ συχνά ήταν πανίσχυροι οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά οργανισμοί, που συχνά αποτελούσαν το «μακρύ χέρι» της δυτικής Εκκλησίας, κάνοντας για λογαριασμό (και με τις ευλογίες της) δουλειές που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «βρώμικες».

Το διασημότερο τάγμα είναι αναμφίβολα αυτό των «Πτωχών συστρατιωτών του Χριστού και του Ναού του Σολομώντα», ευρύτερα γνωστών ως «Ναϊτών Ιπποτών» (Knights Templar) οι οποίοι, χωρίς υπερβολή, στα 200 χρόνια της ύπαρξής τους έφτασαν στο σημείο να ελέγχουν την οικονομική ζωή της δυτικής Ευρώπης, θέτοντας, σύμφωνα με κάποιους, τις βάσεις του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος (κάτι που οδήγησε τελικά και στην καταστροφή τους, καθώς είχαν γίνει πολύ ισχυροί, με αποτέλεσμα να θεωρούνται απειλή από το Βατικανό και πολλές ευρωπαϊκές μοναρχίες). Επίσης, οι Ναΐτες συνδέονται συχνά με θεωρίες συνωμοσίας, αποκρυφιστικού/ μυστικιστικού περιεχομένου κ.α. (περί του Αγίου Δισκοποτήρου, για παράδειγμα).

Σε κάθε περίπτωση, τα τάγματα μοναχών-πολεμιστών αποτελούν κυρίως καθολική παράδοση, καθώς στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία (Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος) τα πράγματα ήταν διαφορετικά όσον αφορά στη δύναμη, την επιρροή και τον τρόπο λειτουργίας της Εκκλησίας: Το Πατριαρχείο ήταν αναμφίβολα πανίσχυρος θεσμός, και έπαιζε σημαντικό ρόλο στο «παιχνίδι της εξουσίας», αλλά δεν είχε επί αυτοκρατόρων και βασιλέων την εξουσία του Βατικανού, που κυριολεκτικά ανεβοκατέβαζε βασιλιάδες. Ως εκ τούτου, η Ορθόδοξη Εκκλησία κατά τη βυζαντινή περίοδο δεν έφτασε στις ακρότητες των Δυτικών, με γενικευμένες Ιερές Εξετάσεις, κυνήγια μαγισσών κτλ – και η παράδοση των μοναστικών/ ιπποτικών ταγμάτων δεν ήταν κάτι που «έπιασε» στην επικράτεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η βυζαντινή πολεμική παράδοση/ στρατιωτική ιστορία στηρίζεται σε άλλες φιγούρες, από τους ηρωικούς Ακρίτες (τους συνεχιστές των Ρωμαίων «Limitanei»), που άφησαν το σημάδι τους στον θρύλο (γνωστές οι φιγούρες του Διγενή Ακρίτα, του Ανδρόνικου, του Αρμούρη και άλλων), μέχρι τους κατάφρακτους ιππείς (τη σιδηρά γροθιά του βυζαντινού στρατού) πολεμιστές αυτοκράτορες όπως ο Νικηφόρος Φωκάς (ο «Ωχρός Θάνατος» για τους Σαρακηνούς/ Άραβες), ο Βασίλειος Β' ο Βουλγαροκτόνος, οι Κομνηνοί κ.α.

«Ω του των Μελαγχλαίνων τούδε φουσάτου!»

Ωστόσο, οι πολεμιστές καλόγεροι ίσως να μην αποτελούσαν εντελώς άγνωστο φαινόμενο και στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Τα στοιχεία είναι ελάχιστα- αλλά στο «Έλληνες στρατιώται εν τη Δύσει και αναγέννησις της ελληνικής τακτικής» του Κωνσταντίνου Σάθα (1885), ο συγγραφέας επικαλείται κείμενο του Ευσταθίου Θεσσαλονίκης (Βυζαντινού λογίου και κληρικού, αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης το 1178), στο οποίο γίνεται αναφορά σε έφιππους μοναχούς πολεμιστές- «στρατοκαλόγερους», όπως γράφει σχετικά.

Οι εν λόγω «Μαυροφόροι» πολεμιστές παρουσιάζονται ως ιδιαίτερα πολεμοχαρείς και ικανοί στην ιππική τέχνη, και μάλιστα παρομοιάζονται με «Κενταύρους». «Ω του των Μελαγχλαίνων τούδε φουσάτου!» γράφει χαρακτηριστικά ο Ευστάθιος, ξεχωρίζοντας τους μαυροφορεμένους «ιππείς μοναχούς» («αλλ' ω των ιππικωτάτων μοναχών, των ου παραπολύ Κενταύρων...» ) και λέγοντας ότι έχουν διδαχθεί από πολύ μικροί την ιππική τέχνη και συνηθίζουν να χρησιμοποιούν καθαρόαιμα άλογα, καθώς είναι γρήγορα και ανθεκτικά για να «μετακινούνται γρήγορα όπου χρειάζεται να αποφεύγουν ή να καταδιώκουν τον εχθρό».

Όσον αφορά στον οπλισμό τους, η περιγραφή θυμίζει το βυζαντινό βαρύ ιππικό, καθώς αναφέρεται ότι οι ιδιαίτερα χεροδύναμοι μεταξύ αυτών χρησιμοποιούσαν χρησιμοποιούσαν «κορύνες» (ρόπαλα), και όταν συνέτριβαν τον εχθρό «καυχώνταν ότι είναι γενναίοι και δυνατοί». Επίσης, πολλοί εξ αυτών έφεραν- γράφει ο Ευστάθιος- τόξα, και όταν πετύχαιναν τον εχθρό με τα βέλη τους «ανακαγχάζουσι» (κάγχαζαν). Σε αυτό το σημείο να σημειωθεί ότι οι εμβληματικοί Κατάφρακτοι βυζαντινοί ιππείς χρησιμοποιούσαν, μεταξύ άλλων, ως όπλο το «απελατίκι», ένα είδος βυζαντινού ροπάλου/ κεφαλοθραύστη- ενώ στον οπλισμό τους συμπεριλαμβάνονταν και τα τόξα, καθώς οι Βυζαντινοί (εν αντιθέσει με τους δυτικούς στρατούς της περιόδου) είχαν διατηρήσει την ανατολική παράδοση των ιπποτοξοτών, ενσωματώνοντάς τους και στις μονάδες βαρέος ιππικού, που κατά τα άλλα παραδοσιακά χρησιμοποιούνταν ως δύναμη κρούσης- μια «σιδηρά γροθιά» - με αλλεπάλληλες εφόδους με λόγχες, προκειμένου να διασπαστεί η παράταξη του εχθρικού στρατού.

Όπως συμπληρώνει ο Σάθας, οι εν λόγω «στρατοκαλόγηροι» χρησιμοποιούνταν ως φρουροί των πατριαρχών. Επίσης, αξίζει να αναφερθεί ότι υπάρχουν κάποιες αναφορές για ένα τμήμα καλόγερων μεταξύ των υπερασπιστών της Πόλης κατά την Άλωση του 1453.

Ωστόσο, πέραν των «στρατοκαλόγερων» του Ευσταθίου, για τους οποίους πέραν της εν λόγω αναφοράς, δεν υπάρχουν άλλα γνωστά στοιχεία, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ο ρόλος των μοναχών όσον αφορά στην άμυνα του Βυζαντίου, ειδικά κατά τα τελευταία του χρόνια, ήταν μάλλον βλαβερός παρά ωφέλιμος: Όπως έχει αναφέρει χαρακτηριστικά η βυζαντινολόγος Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, την εποχή της Άλωσης υπήρχε έξαρση του μοναχισμού. «Σε όλη τη διαμάχη των ανθενωτικών οι καλόγεροι στα μοναστήρια της Πόλης και του Αθω ήταν πρώτοι. Είναι πολλοί και δεν πολεμούν. Αντίθετα με τους δυτικούς μοναχούς που μπορούν να φέρουν όπλα, οι ορθόδοξοι δεν μπορούν..».

Πηγές

Δημοφιλή