Ζούμε σε μια εποχή που αγαπά τις ταμπέλες. Μάθαμε τις λέξεις ghosting, toxic, red flags και ξαφνικά πείσαμε τον εαυτό μας ότι ανακαλύψαμε και τα φαινόμενα. Σαν να μην υπήρχαν πριν. Σαν να γεννήθηκαν μαζί με τα social media και τα podcast ψυχολογίας. Η αλήθεια, όμως, είναι λιγότερο καθησυχαστική και πολύ πιο ανθρώπινη: όλα αυτά συνέβαιναν πάντα. Απλώς είχαν άλλα ονόματα, ή δεν είχαν καθόλου. Η λογοτεχνία το ξέρει αυτό εδώ και αιώνες.

Οι ήρωες των βιβλίων δεν διαφέρουν ουσιαστικά από εμάς. Θέλουν να αγαπηθούν, να επιβεβαιωθούν, να ξεφύγουν από τον εαυτό τους, να τον καταλάβουν. Κυνηγούν στόχους και σκοντάφτουν σε εμπόδια, όπως ακριβώς και οι άνθρωποι της καθημερινής ζωής. Η μεγάλη διαφορά είναι ο χρόνος. Εμείς έχουμε χρόνια, μερικές φορές και δεκαετίες, για να κάνουμε λάθη, να αλλάξουμε, να ωριμάσουμε ή να μείνουμε ίδιοι. Οι μυθιστορηματικοί ήρωες έχουν συνήθως 300 σελίδες. Όταν όλα είναι συμπυκνωμένα, οι συγκρούσεις δεν απλώνονται, εκρήγνυνται. Οι αντιφάσεις δεν εξομαλύνονται, οξύνονται. Και κάπως έτσι, οι ήρωες γίνονται πιο παρορμητικοί, πιο ακραίοι, πιο «τοξικοί».

Advertisement
Advertisement

Στην πραγματική ζωή, σήμερα, ο χαρακτηρισμός «τοξικός» αποδίδεται με εντυπωσιακή ευκολία. Οποιοσδήποτε δεν ταιριάζει με τον δικό μας συναισθηματικό ρυθμό, οποιοσδήποτε δεν ανταποκρίνεται όπως θα θέλαμε, βαφτίζεται πρόβλημα. Στη λογοτεχνία, όμως, συμβαίνει κάτι εντελώς αντίστροφο. Εκεί ερωτευόμαστε ανθρώπους εγωκεντρικούς, διχασμένους, αντιφατικούς και συχνά ανώριμους. Δεν μας απωθούν, μας γοητεύουν.

Η Σκάρλετ Ο’Χάρα είναι ένας βαθιά ναρκισσιστικός χαρακτήρας, κι όμως παραμένει μία από τις πιο εμβληματικές ηρωίδες της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η γυναίκα στο Κράμερ εναντίον Κράμερ, όπως την υποδύθηκε η Μέριλ Στριπ, εγκαταλείπει το παιδί της για να βρει τον εαυτό της. Στην πραγματική ζωή, θα τη σταυρώναμε ηθικά. Στην τέχνη, ταυτιστήκαμε. Την καταλάβαμε. Τη συγχωρήσαμε.

Το ίδιο συμβαίνει και με τους σκοτεινούς ήρωες της σύγχρονης αστυνομικής λογοτεχνίας. Οι χαρακτήρες του Jo Nesbø είναι συμπλεγματικοί, τραυματισμένοι, αυτοκαταστροφικοί και, παρ’ όλα αυτά, βαθιά ερωτεύσιμοι. Όχι επειδή είναι «υγιείς», αλλά επειδή είναι αληθινοί. Η λογοτεχνία δεν μας ζητά να εγκρίνουμε τους ήρωές της. Μας ζητά να τους αναγνωρίσουμε.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το σημείο όπου η ψυχοθεραπευτική γλώσσα της εποχής μας συναντά, και συγκρούεται με, την τέχνη. Αν οι ήρωες των βιβλίων είχαν πλήρη συναισθηματική επίγνωση, αν επικοινωνούσαν με ενσυναίσθηση, αν έθεταν όρια με ψυχραιμία και μιλούσαν διαρκώς για «σεβασμό», «ασφάλεια» και «συναισθηματική διαθεσιμότητα», η λογοτεχνία θα ήταν υποδειγματική. Και απολύτως αδιάφορη. Γιατί η τέχνη δεν γεννιέται από τη σωστή διαχείριση των συναισθημάτων, αλλά από τη σύγκρουσή τους. Από τις αντιφάσεις. Από τα λάθη που δεν διορθώνονται εγκαίρως.

Οι μεγάλοι λογοτεχνικοί ήρωες δεν είναι λευκοί, ούτε ηθικά καθαροί. Είναι άνθρωποι που κινούνται στις ενδιάμεσες ζώνες, που δεν ξέρουν πάντα πώς να αγαπήσουν, ούτε τους άλλους, ούτε τον εαυτό τους. Και ίσως αυτό είναι το πιο παρήγορο στοιχείο της λογοτεχνίας: ότι μας θυμίζει πως η ατέλεια δεν είναι παθολογία, αλλά προϋπόθεση της ανθρώπινης εμπειρίας. Αν οι ήρωες των βιβλίων έκαναν ψυχοθεραπεία, πιθανότατα θα ζούσαν πιο ήρεμα.

Στην ίδια γραμμή κινούνται και οι ήρωες της μεγάλης ρωσικής λογοτεχνίας, εκεί όπου η ανθρώπινη ψυχή δεν εξημερώνεται, αλλά εκτίθεται, συχνά χωρίς καμία διάθεση παρηγοριάς. Ο Τολστόι δεν θα είχε τίποτα να γράψει αν οι χαρακτήρες του είχαν συναισθηματική διαύγεια και εσωτερική γαλήνη. Η Άννα Καρένινα δεν είναι απλώς μια γυναίκα που ερωτεύεται τον «λάθος» άνθρωπο. Είναι μια ηρωίδα παγιδευμένη ανάμεσα στην κοινωνική υποκρισία, την προσωπική της επιθυμία και την αδυναμία της να αντέξει τις συνέπειες των επιλογών της. Σήμερα, πιθανότατα θα χαρακτηριζόταν «τοξική», «αυτοκαταστροφική» ή «συναισθηματικά ανεύθυνη». Στη λογοτεχνία, όμως, παραμένει τραγική, βαθιά ανθρώπινη και αδύνατο να την απορρίψεις χωρίς να απορρίψεις ταυτόχρονα κομμάτια του ίδιου σου του εαυτού.

Advertisement

Ο Τσέχωφ, από την άλλη, δεν ενδιαφέρεται καν για τη δράση με τη στενή έννοια. Οι ήρωές του δεν κάνουν μεγάλα λάθη, κάνουν μικρές, επαναλαμβανόμενες επιλογές αναβολής. Είναι άνθρωποι που ξέρουν τι τους πονά, αλλά δεν έχουν τη δύναμη να το αλλάξουν. Ζουν σε σχέσεις μισές, σε ζωές που δεν τόλμησαν ποτέ να διεκδικήσουν. Αν έμπαιναν σε ένα σύγχρονο πλαίσιο αυτοβελτίωσης, θα τους έλεγαν ότι «φοβούνται τη δέσμευση», ότι «σαμποτάρουν τον εαυτό τους», ότι χρειάζονται να δουλέψουν τα τραύματά τους. Ο Τσέχωφ, όμως, δεν τους θεραπεύει. Τους αφήνει εκεί, μέσα στη μελαγχολία τους, γιατί ξέρει ότι πολλές φορές η ανθρώπινη ύπαρξη δεν εξελίσσεται, απλώς συνεχίζεται. Και αυτή η σιωπηλή στασιμότητα είναι από μόνη της βαθιά λογοτεχνική.

Στον Ντοστογιέφσκι, η ιδέα της ψυχοθεραπείας θα ήταν σχεδόν αστεία. Οι ήρωές του δεν πάσχουν απλώς από εσωτερικές συγκρούσεις, αλλά από υπαρξιακή υπερχείλιση. Ο Ρασκόλνικοφ δεν χρειάζεται απλώς «να μιλήσει για τα συναισθήματά του». Χρειάζεται να αναμετρηθεί με την ενοχή, την ύβρη, την ανάγκη του να ξεπεράσει τα ανθρώπινα όρια. Οι χαρακτήρες του Ντοστογιέφσκι δεν ζητούν λύσεις, ζητούν νόημα. Και αυτό είναι κάτι που καμία θεραπευτική τεχνική δεν μπορεί να προσφέρει έτοιμο. Αν τους αφαιρούσες την αγωνία, την αντίφαση, την αυτοκαταστροφή, δεν θα έμενε ιστορία. Θα έμενε μόνο μια επίπεδη αφήγηση ψυχικής υγείας.

Ίσως, λοιπόν, το πρόβλημα δεν είναι ότι οι ήρωες της λογοτεχνίας δεν κάνουν ψυχοθεραπεία. Ίσως το πρόβλημα είναι ότι εμείς, στην προσπάθειά μας να εξηγήσουμε τα πάντα, ξεχνάμε πως η τέχνη δεν γράφεται για να μας καθησυχάσει, αλλά για να μας ταράξει. Οι ήρωες του Τολστόι, του Τσέχωφ και του Ντοστογιέφσκι δεν είναι πρότυπα συναισθηματικής ωριμότητας. Είναι καθρέφτες. Και συχνά, αυτό που βλέπουμε μέσα τους είναι ακριβώς ό,τι προσπαθούμε να αποφύγουμε στην καθημερινή μας ζωή.

Advertisement

Αυτό, τελικά, είναι και ο λόγος που η λογοτεχνία επιμένει να υπάρχει. Όχι για να μας μάθει πώς να είμαστε καλά, αλλά για να μας θυμίσει πώς είναι να είμαστε άνθρωποι.