Υπάρχει μια εικόνα που επιστρέφει κάθε φορά που παρακολουθώ τις συγκεντρώσεις του Ντόναλντ Τραμπ. Χιλιάδες άνθρωποι με κόκκινα καπέλα, εκστασιασμένοι, πιστοί, πεπεισμένοι ότι βαδίζουν προς κάτι μεγάλο. Είναι άνθρωποι με πραγματικά παράπονα, με πληγές που δεν επουλώθηκαν από κανένα σύστημα, και αυτό ακριβώς κάνει το φαινόμενο τόσο δύσκολο να αντιμετωπιστεί με μόνο ανάχωμα την περιφρόνηση. Η εικόνα τους δεν με παραπέμπει στις αμερικανικές πόλεις-φαντάσματα της «ζώνης της σκουριάς» (‘rust belt’) ή στις αποβιομηχανισμένες πόλεις της βόρειας Αγγλίας. Θυμίζει περισσότερο Ανατολικό Βερολίνο του 1989, την περίοδο που η Ιστορία άλλαζε μπροστά στα μάτια μας. Είχα την τύχη να ζήσω από κοντά εκείνες τις συγκλονιστικές ημέρες και νύχτες που πολίτες γκρέμιζαν το τείχος της ντροπής.
Τον Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς, χιλιάδες «Ανατολικογερμανοί» πέρασαν τα σύνορα με αυτοκίνητα μάρκας Trabant. Μικρά, κακομούτσουνα αυτοκίνητα, φτιαγμένα από durplast – ένα σύνθετο υλικό από φαινολικές ρητίνες και ίνες βαμβακιού που δεν σκουριάζει αλλά ούτε αποσυντίθεται. Περιβαλλοντική βόμβα με σημερινά δεδομένα. Είχε δίχρονη μηχανή, και χρειαζόταν αναμονή δεκαπέντε ετών για να το αποκτήσει κανείς. Αλλά, πίσω από κάθε Trabant υπήρχε ένας άνθρωπος που είχε μάθει να περιμένει ή να προσμένει ακόμη και ένα ευτελές αυτοκίνητο που του είχε υποσχεθεί η σκληρή κυβέρνησή του. Και όμως εκείνο το αυτοκίνητο έγινε το σύμβολο της ελπίδας, το όχημα της ελευθερίας. Η κινητή μεταφορά ενός ονείρου που το καθεστώς υποσχόταν αλλά δεν μπορούσε ποτέ να εκπληρώσει.
Τριάντα πέντε χρόνια αργότερα, ο «τραμπισμός» μοιάζει να είναι το νέο Trabant δυτικού κόσμου.
Το “ντουρπλάστ” της πολιτικής
Το γεγονός ότι το Trabant δεν αποσυντίθεται το έκανε μοναδικό και ταυτόχρονα αλλόκοτο. Θαμμένο στο έδαφος, παραμένει άθικτο για δεκαετίες. Ο «τραμπισμός» έχει ακριβώς την ίδια ιδιότητα. Δεν τον διαβρώνουν τα γεγονότα. Δεν τον λιώνει η πραγματικότητα. Κάθε φορά που η λογική του αντιπάλου επιχειρεί να τον αποσυνθέσει -με στατιστικές, με δεδομένα, με αναλύσεις, με αλλόκοτα αποτελέσματα- αυτός παραμένει άθικτος, συμπαγής, χρήσιμος στα χέρια εκείνων που τον οδηγούν.
Και είναι σημαντικό να κατανοήσει κανείς ότι δεν πρόκειται για ανοησία των οπαδών του, παρά για μια ορθολογική επιλογή απελπισίας. Ο εργάτης που ψηφίζει Τραμπ, στο Οχάιο, δεν είναι πολύ διαφορετικός από τον «Ανατολικογερμανό» που περίμενε δεκαπέντε χρόνια για να παραλάβει το ‘Trabi’ του. Και οι δύο περίμεναν πολύ, πίστεψαν μακρόχρονα, υπέμειναν αθόρυβα. Όταν ήρθε η απογοήτευση (από τον υπαρκτό σοσιαλισμό στη μια περίπτωση, από την παγκοσμιοποίηση στην άλλη) αυτό που τους προσφέρθηκε ήταν ένα νέο θορυβώδες και εντυπωσιακό όχημα. Και το «καβάλησαν».
Η κατανόηση αυτής της ανθρώπινης λογικής δεν σημαίνει συγκατάθεση με τις συνέπειές της. Μάλλον προοιωνίζεται ότι οποιαδήποτε πολιτική απάντηση που αγνοεί τον ανθρώπινο πόνο πίσω από το φαινόμενο είναι καταδικασμένη να αποτύχει.
Τα τείχη και οι αντιθέσεις τους
Το ‘Trabi’ έγινε σύμβολο ελευθερίας επειδή γκρέμισε ένα τείχος. Aυτό το κάπως αστείο μικρό αυτοκίνητο οδήγησε χιλιάδες ανθρώπους προς τη Δύση, και το ίδιο το γεγονός ήταν ανατρεπτικό. Η κίνηση ήταν πραγματική, η κατεύθυνση σαφής, η ελευθερία αληθινή.
Αντίθετα, ο «τραμπισμός» χτίζει τείχη. Φυσικής διάστασης, στα σύνορα με το Μεξικό. Εμπορικά τείχη απέναντι στους συμμάχους. Γεωπολιτικά τείχη απέναντι στην Ευρώπη. Και συμβολικά τείχη (το πιο ανθεκτικό από όλα) απέναντι σε κάθε ιδέα που αμφισβητεί την απλούστευση.
Και όμως αμφότερα (το ανατολικογερμανικό αυτοκίνητο και το αμερικανικό κίνημα) πουλάνε το ίδιο προϊόν: την αίσθηση ότι κινείσαι, ότι πας κάπου, ότι το σύστημα που σε καταπιέζει επιτέλους αμφισβητείται. Η διαφορά είναι ότι το Trabant πήγαινε πράγματι κάπου, προς την ελευθερία, ενώ ο «τραμπισμός» κινείται με τον ενοχλητικό θόρυβο της δίχρονης μηχανής, αλλά η πορεία του είναι κυκλική.
Υπάρχει κι άλλη μια θεμελιώδης διαφορά. Το Trabant δεν το δολοφόνησε κανείς. Το ξεπέρασε η ιστορία, η τεχνολογία, η ίδια η κίνηση των ανθρώπων που το οδηγούσαν. Τον Τραμπ προσπάθησαν να τον εξουδετερώσουν με μια σφαίρα. Δύο φορές, ως τώρα. Και κάθε φορά που αυτό συμβαίνει, το κίνημά του δεν αποδυναμώνεται. Αντιθέτως, αναγεννιέται. Επειδή, ο λαϊκισμός που τρέφεται από θυμό και αίσθηση αδικίας δεν ξεπερνιέται με βία, ούτε με εκλογική ήττα. Ξεπερνιέται μόνον όταν εξαλειφθούν οι λόγοι που τον γέννησαν.
Η Ευρώπη και η αλαζονεία της ακινησίας
Από τις Βρυξέλλες, η εικόνα είναι ακόμη πιο ανησυχητική, γιατί αφορά και εμάς άμεσα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση παρακολουθεί τον «τραμπισμό» με βλέμμα που θυμίζει τον γερμανικό οργανισμό ADAC (ανάλογος της ΕΛΠΑ) όταν αρνήθηκε να αναγνωρίσει το Trabant ως ασφαλές όχημα επειδή δεν πληροί τα πρότυπα, επειδή είναι κατώτερο ή επειδή θεωρήθηκε ως ιστορικό λάθος. Αλλά αυτή ακριβώς η στάση, η τεχνοκρατική αλαζονεία, η βεβαιότητα πως η ορθότητα της διαδικασίας είναι αυτονόητη απάντηση στο λαϊκό αίτημα, είναι που τροφοδοτεί εκείνο το αλλόκοτο κίνημα που οι Βρυξέλλες δηλώνουν πως θέλουν να αποκρούσουν.
Η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει τον Τραμπ μόνον ως εξωτερική απειλή. Έχει τους δικούς της «τραμπισμούς», με τοπικές άδειες κατασκευής. Πολλά τα ονόματα και τα ακροδεξιά κόμματα που αναπνέουν άνετα στα ευρωπαϊκά κοινοβούλια. Πίσω από κάθε ψήφο σε αυτές τις δυνάμεις υπάρχουν πραγματικοί άνθρωποι που ένιωσαν ότι οι θεσμοί τούς αγνόησαν, ότι η «ευρωπαϊκή προοπτική» ήταν κάτι που συνέβαινε αλλού και για άλλους.
Κι αν η απάντηση της Ευρώπης εξαντλείται σε διαδικασίες παραβίασης του Κράτους Δικαίου και σε αναφορές στις Συνθήκες, τότε παίζει το παιχνίδι του ‘Trabi’, υποσχόμενη έναν κόσμο καλύτερο, ζητώντας ταυτόχρονα να περιμένεις πολύ για να τον δεις.
Η ψευδαίσθηση αλλάζει σύστημα, όχι ουσία
Το βαθύτερο δίδαγμα της αναλογίας δεν είναι η σάτιρα. Είναι η δομική παρατήρηση πως κάθε φορά που ένα σύστημα αποτυγχάνει να εκπληρώσει την υπόσχεσή του, δημιουργεί τις συνθήκες για την άνθηση της ψευδαίσθησης. Και η ψευδαίσθηση είναι πάντα η ίδια, κάποιος ισχυρός, απλός, αλλά και θορυβώδης επιτήδειος θα σε πάει εκεί που δικαιούσαι.
Το Trabant ήταν ένα σύμπτωμα της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού, όχι η αιτία. Ήταν η απλούστερη ορατή απόδειξη ενός συστήματος που είχε εξαντλήσει κάθε αξιοπιστία απέναντι στους ανθρώπους που ήταν, υποτίθεται, δικαιούχοι του. Έτσι και ο «τραμπισμός» σήμερα, δεν είναι η αιτία της κρίσης της Δυτικής αντίληψης για τη Δημοκρατία. Είναι ένα σύμπτωμά της.
Και εκεί βρίσκεται η πραγματική πρόκληση για την Ευρώπη: να καταφέρει να μην ασχολείται αποκλειστικά με το σύμπτωμα, τον Τραμπ, τους δασμούς, τις Twitter-διπλωματίες, αλλά με τα δομικά ελλείμματα εμπιστοσύνης που κάνουν δελεαστική κάθε νέα έκδοση του ίδιου παλιού αυτοκινήτου. Να μιλήσει επιτέλους στον άνθρωπο που περιμένει και όχι μόνο στις διαδικασίες, για τις οποίες σε τελική ανάλυση φταίει η ίδια η ευρωκρατία.
Γιατί το Trabant μπορεί να έχει πάψει να κατασκευάζεται, αλλά η γραμμή παραγωγής της ψευδαίσθησης δουλεύει αδιάκοπα.-