H ελληνική ερευνητική κοινότητα βρίσκεται σε έντονη κινητοποίηση, καθώς πληθαίνουν οι ανησυχίες για το μέλλον της επιστημονικής έρευνας στη χώρα, τον τρόπο που είναι οργανωμένη και τη σποραδική και αναιμική χρηματοδότηση. Αποτέλεσμα της δυσλειτουργίας της έρευνας είναι τα πολύ χαμηλά ποσοστά επιτυχίας της Ελλάδας στις μεγάλες χρηματοδοτήσεις του European Research Council της ΕΕ. Η έρευνα και η ανώτατη εκπαίδευση δεν αφορούν μόνο τους ερευνητές αλλά και την κοινωνία συνολικά, αφού αποτελούν μοχλό ανάπτυξης και βελτίωσης της καθημερινής ζωής.
Πρόσφατες ανοιχτές επιστολές Ελλήνων επιστημόνων έφεραν στο προσκήνιο την ανάγκη για αναδιοργάνωση του ερευνητικού χάρτη και διαφάνεια στην αξιολόγηση των ερευνητικών προτάσεων. Σε μία από αυτές, 257 επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων πρότειναν τη μετεξέλιξη του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ) σε ανεξάρτητη αρχή, ώστε να μην υπάγεται πλέον σε υπουργείο αλλά να λογοδοτεί στη Βουλή, με πενταετή διοίκηση και σταθερή χρηματοδότηση.
Ζητήσαμε από 10 επιστήμονες που συνυπέγραψαν την επιστολή να περιγράψουν την κατάσταση και τις αναγκαίες αλλαγές. Οι επιστήμονες περιέγραψαν την τρέχουσα κατάσταση με μελανά χρώματα αλλά και με ελπίδα για τη δυνατότητα αντιστροφής με ριζικές τομές και αξιοποίηση της οικονομικής επιτυχίας της κυβέρνησης που έχει οδηγήσει σε επιπλέον έσοδα (€8 δις/έτος) και πλεονάσματα στον προϋπολογισμό, μέρος των οποίων μπορεί να επενδυθεί στην έρευνα.

Ποια είναι η κατάσταση στην έρευνα στην Ελλάδα;
Μιλώντας με τον Κωνσταντίνο Μυλωνά που διευθύνει το Ινστιτούτο Θαλάσσιας Βιολογίας, Βιοτεχνολογίας & Υδατοκαλλιεργειών του Ελληνικού Κέντρου Θαλάσσιας Ερευνας ενημερωθήκαμε ότι οι ετήσιοι προϋπολογισμοί των Ερευνητικών Κέντρων δεν έχουν αυξηθεί ούτε κατά ένα ευρώ από το 2018, παρά την τεράστια αύξηση του κόστους αγαθών και υπηρεσιών που δημιούργησαν ο COVID-19 και ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Επιπλέον, τα χρήματα από τον κρατικό προϋπολογισμό επαρκούν μόνο για το μισθολογικό κόστος του μόνιμου προσωπικού (λιγότερο από το 40% του συνολικού προσωπικού των ερευνητικών κέντρων σήμερα). Έτσι, για να μην κλείσουν τα ερευνητικά κέντρα, πληρώνουν όλα τα λειτουργικά έξοδά τους, τις συντηρήσεις κτιρίων και τις αναβαθμίσεις ερευνητικών υποδομών από εθνικά και διεθνή ανταγωνιστικά προγράμματα, το οποίο γίνεται με λογιστικούς και νομικούς ακροβατισμούς καθώς αυτά τα χρήματα προορίζονται για έρευνα.
Ο Πασχάλης Δούλιας (Τμ. Χημείας, Πανεπ. Ιωαννίνων) αναφέρθηκε στην απουσία ανταγωνιστικών κινήτρων για προσέλκυση νέων ερευνητών και ερευνητριών από το εξωτερικό και την Ελλάδα, όπως είναι η αναγκαία χρηματοδότηση εκκίνησης μίας νέας ομάδας. Στην Ελλάδα δίνεται ένα ασήμαντο ποσό που επαρκεί μόνο για αγορά Η/Υ και βασικών επίπλων γραφείου μέσω του Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ) τη στιγμή που πανεπιστήμια σε χώρες της ΕΕ και στις ΗΠΑ δίνουν εκατομμύρια για τα πρώτα 3-4 χρόνια έρευνας. Η κατάσταση επιδεινώνενται από την απουσία εθνικής στρατηγικής και την απουσία στήριξης ενός ενιαίου Εθνικού Οργανισμού Έρευνας που σε συνεργασία με τα Πανεπιστήμια και Ερευνητικά Κέντρα θα κατέγραφαν συνολικά τις ανάγκες σε κονδύλια εκκίνησης με βάση τον αριθμό προσλήψεων και στη συνέχεια θα προκήρυσσαν ανάλογες δράσεις για νέα μέλη ΔΕΠ/Ερευνητές.
Αντίστοιχα περιέγραψε ο Μιχάλης Χαλιάσος (Goethe University, Γερμανία) την κατάσταση των ερευνητών στις οικονομικές επιστήμες επισημαίνοντας πως παρά το γεγονός ότι προσελκύουν πολλούς αξιόλογους νέους Έλληνες, αρκετοί εκ των οποίων συνεχίζουν εξαιρετικές σπουδές στο εξωτερικό, παρατηρείται μειωμένο ενδιαφέρον επανόδου από άτομα με διεθνή εμπειρία, αν και υπάρχουν αξιόλογοι καθηγητές σε ελληνικά πανεπιστήμια. Αναφέρθηκε επίσης στην ανάγκη αύξησης και καλύτερης διασύνδεσης των βάσεων δεδομένων για έρευνα στην Ελλάδα ώστε να βελτιωθεί ο σχεδιασμός και η ανάλυση οικονομικής πολιτικής.
Ανάλογα είναι τα πράγματα σε έναν τομέα με ειδικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα, την αγροδιατροφή στην οποία αναφέρθηκε ο Παναγιώτης Φ. Σαρρής (Ινστιτιούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας, Τμ. Βιολογίας Παν. Κρήτης και University of Exeter, UK). Η επιστήμη της αγροδιατροφής στην Ελλάδα παρουσιάζει σημαντική δυναμική και συγκριτικά πλεονεκτήματα, χάρη στη μοναδική βιοποικιλότητα της χώρας και το υψηλού επιπέδου επιστημονικό δυναμικό. Ωστόσο, η χρηματοδότηση της έρευνας στην αγροβιοτεχνολογία, τη φυτική ανοσία, τη φυτοπαθολογία, κ.α. παραμένει περιορισμένη. Η εμπειρία του από τη Μ. Βρετανία δείχνει ότι η δημιουργία ενός ενιαίου ανεξάρτητου οργανισμού έρευνας θα δώσει τη δυνατότητα δημιουργίας εθνικής στρατηγικής, με έμφαση σε συγκεκριμένους τομείς, στη διεπιστημονική συνεργασία και την καινοτομία. Έτσι, οι διαθέσιμοι πόροι θα κατευθύνονται στρατηγικά, δημιουργώντας ένα σταθερό πλαίσιο έρευνας απέναντι στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, θωρακίζοντας την επισιτιστική ασφάλεια της χώρας μας.
Ο Κωνσταντίνος Χατζηστέργος (Τμ. Βιολογίας ΑΠΘ) είπε ότι η έρευνα στην Ελλάδα είναι υποχρηματοδοτημένη, με απαρχαιωμένες υποδομές και απουσία σταθερού προγραμματισμού. Οι ευκαιρίες χρηματοδότησης είναι σποραδικές, και παρουσίαζουν καθυστερήσεις και αδιαφάνεια. Αυτή η χρόνια παρακμή ευνοεί την ανάπτυξη πρακτικών καρτέλ στον χώρο, με αποτέλεσμα τη ραγδαία απώλεια ανταγωνιστικότητας και την αδυναμία αξιοποίησης των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων. Χαρακτηριστικό είναι το πρόσφατο παράδειγμα του προγράμματος «Trust your stars», στο οποίο η πρότασή τους έτυχε πρόχειρης αξιολόγησης με σχόλια από μηχανές τεχνητής νοημοσύνης που απαξίωσαν τον κόπο και τους μήνες προετοιμασίας δεκάδων ερευνητών και διοικητικού προσωπικού από τρία ΑΕΙ.
Ο Άγγελος Χανιώτης (Institute for Advanced Studies, ΗΠΑ) αναφέρθηκε στην εν Ελλάδι ιστορική έρευνα, η οποία αποτελεί κυρίως έρευνα της ελληνικής και οθωμανικής ιστορίας. Καθώς η ελληνική αρχαιότητα εκπροσωπείται στα περισσότερα πανεπιστήμια, οι ξενόγλωσσες δημοσιεύσεις Ελλήνων ερευνητών παίζουν σημαντικό ρόλο στη διεθνή έρευνα. Αντίθετα, η έρευνα της νεότερης ιστορίας απευθύνεται κυρίως σε ελληνικό ακροατήριο και έτσι περιορίζεται η διεθνής απήχηση που της αξίζει σε θέματα ευρύτερου ενδιαφέροντος, όπως η δικτατορία, ο εμφύλιος πόλεμος και η προσφυγιά.
Ο Νίκος Σκαρμέας (Τμ. Ιατρικής, ΕΚΠΑ) εστίασε στις προβληματικές συνθήκες της κλινικής έρευνας στην Ελλάδα. Είπε χαρακτηριστικά ότι οι λιγοστές νησίδες ποιοτικής κλινικής έρευνας δεν επαρκούν για να κάνουν διαφορά παρά τις εξαιρετικές δυνατότητες της χώρας. Περιέγραψε ως σημαντικότερες αιτίες την απουσία αξιοκρατίας, την πολυδιάσπαση ερευνητικών προσπαθειών και θεμάτων και τη χαοτική δομή του ερευνητικού περιβάλλοντος. Όπως είπε, δεν υπάρχει πουθενά κλινική έρευνα πρωταγωνιστικού επιπέδου χωρίς έναν οργανισμό έρευνας που να είναι θεσμικά ενιαίος και ανεξάρτητος από τις εναλλασόμενες κομματικές εξουσίες. Ένας τέτοιος οργανισμός με μακροχρόνια στήριξη εξασφαλίζει διαφάνεια, εμπιστοσύνη, σταθερή κυκλικότητα χρηματοδοτήσεων και συνδράμει στην ανάδειξη εθνικών προτεραιοτήτων έρευνας. Αν εξασφαλιστούν αυτά, μπορούν και στην Ελλάδα να αναπτυχθούν πολυκεντρικές κλινικές μελέτες που θα φέρουν καινοτόμες θεραπείες στους Έλληνες ασθενείς, διεθνείς πανεπιστημιακές συνεργασίες και επενδύσεις από τη φαρμακευτική βιομηχανία.
Υπάρχουν επιτυχημένα παραδείγματα στην έρευνα;
Όλοι οι ερευνητές συμφώνησαν ότι η κατάσταση είναι αναστρέψιμη αρκεί να υπάρξει κοινωνική επιταγή και πολιτική βούληση όπως γίνεται σε άλλες χώρες. Η Νίνα Παπαβασιλείου (German Cancer Research Center, Heidelberg,Γερμανία) αναφέρθηκε στην εμπειρία της από τη Γερμανία, η οποία υποστηρίζει διεπιστημονικές χρηματοδοτήσεις στις οποίες συνεργάζονται πολλές ερευνητικές ομάδες διαφορετικών αντικειμένων π.χ. χημικοί, κοινωνιολόγοι, ανοσολόγοι, μηχανικοί για να λύσουν ένα κοινό πρόβλημα. Επίσης, η αξιολόγηση των ερευνητικών προτάσεων στη Γερμανία είναι μια ανοικτή διαδικασία και τα αποτελέσματα γίνονται δεκτά χωρίς ενστάσεις. Όλα αυτά συμβαίνουν γιατί υπάρχει κοινή αίσθηση ότι επικρατεί αυτοσεβασμός και αξιοκρατία, αξίες που ενισχύουν την κοινωνική συνοχή και πέραν του επιστημονικού πεδίου.
Η συμμετοχή τηςσε επιτροπές αξιολόγησης ιδρυμάτων και προτάσεων χρηματοδότησης σε πολλές χώρες μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα έχει αναδείξει παραδείγματα επιτυχημένων μοντέλων τα οποία εφαρμόστηκαν στο Ισραήλ και την Πορτογαλία που έχουν αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με την Ελλάδα.
Το Ισραήλ αξιοποίησε στην πράξη ένα βασικό στοιχείο που η Ελλάδα δυστυχώς επιμένει να αγνοεί: Την πλήρη υποστήριξη των πραγματικά αρίστων πρώτα στην κοινωνία και στη συνέχεια στο ακαδημαϊκό σύστημα. Το Ισραήλ αξιοποίησε επίσης τη δυνατότητα να αντλεί χρήματα από τη Διασπορά του στην Αμερική και την Ευρώπη, που θα μπορούσε κάλλιστα να κάνει και η Ελλάδα.
Η Πορτογαλία, πριν από 30 χρόνια έχοντας περιορισμένους πόρους και χωρίς διασπορά, αντιμετώπιζε παρόμοια προβλήματα με την Ελλάδα. Πολιτικοί που είχαν εργαστεί ως επιστήμονες, όπως ο Mariano Gago και ο Manuel Heitor δημιούργησαν ένα νέο εθνικό σύστημα έρευνας που ήταν ανεξάρτητο (α) από την κυβέρνηση και (β) απο τα πανεπιστημια της χώρας που διαπιστωμένα παρήγαν μόνο διαφθορά. Έτσι τα πανεπιστημιακά ιδρύματα επικεντρώθηκαν στη διδασκαλία και τα ερευνητικά ινστιτούτα στην παραγωγή νέας γνώσης.
Ο Μιχάλης Χαλιάσος, ο οποίος ήταν μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας και Τεχνολογίας πριν από 15 χρόνια, μίλησε για το ερευνητικό πρόγραμμα ΑΡΙΣΤΕΙΑ που στην περίοδο της κρίσης ξεκίνησε δίνοντας €50 εκ. για έρευνα. Για το πρόγραμμα ΑΡΙΣΤΕΙΑ, οι ερευνητές υπέβαλαν προτάσεις οι οποίες αξιολογήθηκαν αμισθί από ανεξάρτητες διεθνείς επιτροπές διακεκριμένων ερευνητών. Το πρόγραμμα αυτό ήταν οξυγόνο για τους ερευνητές. Παρότι είχε σημαντική επιτυχία και αναγνώριση, η χρηματοδότηση μειώθηκε τη δεύτερη χρονιά και διακόπηκε την τρίτη.
Τι μπορεί να γίνει στην Ελλάδα;
Ο Άγγελος Χανιώτης πιστεύει ότι το τρένο του «brain gain” δεν έχει χαθεί ακόμα για την Ελλάδα. Ωστόσο, η επιστροφή απαιτεί ικανοποιητικά ερευνητικά κονδύλια, εγγύηση αξιοκρατίας, διοικητική ευελιξία και αξιοπρεπείς μισθούς. Αυτές τις συνθήκες δεν τις προσφέρουν ιδρύματα με κρατική χρηματοδότηση. Απαιτείται η δημιουργία ενός Ελληνικού Ινστιτούτου Ὲρευνας το οποίο θα είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με χρηματοδότηση από κοινωφελή ιδρύματα.
Σύμφωνα με τον Μιχάλη Χαλιάσο, για να στηριχθεί η έρευνα, απαιτείται σταθερότητα και περιοδικότητα στη χρηματοδότηση, διασύνδεση ερευνητικών φορέων και δυνατότητες διεθνών συνεργασιών. Οι συνεργασίες μπορούν να προωθηθούν με βραχυχρόνια προγράμματα επισκεπτών ερευνητών και με χρηματοδότηση ευέλικτων ερευνητικών κέντρων (soft centers) με διάρκεια 5-7 ετών που θα είναι δυνατόν να ανανεωθεί κατόπιν αξιολόγησης. Ένας ενιαίος φορέας με επαρκή υποστήριξη μπορεί να τα συντονίσει αυτά.
Ο Σπύρος Αγάθος (Catholic University of Louvain, Βέλγιο) μίλησε για τα περιθώρια ανάπτυξης που δίνουν οι συμπράξεις των ερευνητικών ιδρυμάτων με τη βιομηχανία που εφαρμόζονται με επιτυχία στο εξωτερικό. Η ιδιωτική χρηματοδότηση και οι συνεργασίες με τη βιομηχανία μπορούν να έχουν συμπληρωματικό και ενισχυτικό ρόλο. Με απλοποιημένο θεσμικό πλαίσιο, φορολογικά κίνητρα και λιγότερη γραφειοκρατία, εταιρείες μπορούν να προσλαμβάνουν φοιτητές για πρακτική άσκηση και εκπόνηση διατριβών. Επίσης, αμφίδρομες συνεργασίες ΑΕΙ και βιομηχανίας να περιλαμβάνουν αμοιβόμενη αλλά οπωσδήποτε διαφανή συμβουλευτική (consulting) και χρηματοδότηση για υποτροφίες και εξοπλισμό. Για να γίνουν αυτά, χρειάζεται αλλαγή κουλτούρας και εξάλειψη ιδεοληψιών για τον ιδιωτικό τομέα. Επίσης, πολύ μικρές επιχειρήσεις χωρίς ενδιαφέρον για έρευνα δεν μπορούν να συμμετάσχουν σε τέτοια σχήματα. Ο ενιαίος οργανισμός έρευνας που προτείνουμε χρειάζεται να έχει διαδικασίες για συμπράξεις και συγχρηματοδότηση ακαδημαϊκών και επιχειρηματικών εταίρων που θα στηρίζονται σε αυστηρούς κανόνες διεθνούς αξιοκρατικής αξιολόγησης προτάσεων ερευνητικών έργων.
Η Αθηνά Κουστένη (CNRS-LIRA, Paris Observatory, Univ. PSL, Sorbonne Univ., Université Paris Cité, CY Cergy Paris Univ., Γαλλία) έκλεισε τη συζήτηση λέγοντας ότι το επιστημονικό δυναμικό υπάρχει στην Ελλάδα, αλλά χρειάζεται τρία αναγκαία μέτρα υποστήριξης: αύξηση του υφιστάμενου δυναμικού ερευνητών, αναβάθμιση των υπαρχουσών ερευνητικών εγκαταστάσεων και μια ενιαία συντονιστική αρχή που θα επιβλέπει την έρευνα σε βάθος χρόνου. Φυσικά, όλα αυτά απαιτείται να υποστηριχθούν από τακτική και μεγάλη χρηματοδότηση, ώστε να παραμείνουν οι καλοί επιστήμονες που υπάρχουν στη χώρα και να έλθουν νέοι επιστήμονες και μηχανικοί να τους πλαισιώσουν ώστε να έχουμε ανάπτυξη στον πολύ ανταγωνιστικό τομέα των διαστημικών επιστημών, τον οποίο γνωρίζει, αλλά και σε άλλες επιστήμες, ειδικά σε αυτές που οι Έλληνες διαπρέπουν στο εξωτερικό.
Οι 10 ερευνητές συμφώνησαν ότι η Ελλάδα διαθέτει αξιόλογο δυναμικό, αλλά η έρευνα υποφέρει από υποχρηματοδότηση, θεματική πολυδιάσπαση, γραφειοκρατία και έλλειψη στρατηγικής. Προτείνουν τη δημιουργία ανεξάρτητης αρχής για την έρευνα με σταθερή χρηματοδότηση και αξιοκρατία. Παράλληλα, απαιτούνται επενδύσεις σε υποδομές, κίνητρα για νέους ερευνητές και ουσιαστική σύνδεση με τη βιομηχανία.