Για να μας βλέπεις πιο συχνά στα αποτελέσματα αναζήτησης Προσθήκη της huffingtonpost.gr στην Google

Ο Οκτώβριος είναι συνδεδεμένος με ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης και του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου. Πρόκειται για ένα στρατιωτικό γεγονός που, μέχρι σήμερα, δεν έχει αναλυθεί πλήρως σε όλες τις διαστάσεις του και εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο του ιστορικού διαλόγου. Το αποτέλεσμα της Ναυμαχίας της 20ής Οκτωβρίου 1827 οδήγησε σε ραγδαίες εξελίξεις τόσο σε στρατιωτικό επίπεδο όσο και σε διπλωματικό. Παράλληλα, συντελούταν ένα σύνθετο διπλωματικό παρασκήνιο. Οι πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη, τα οικονομικά και εμπορικά συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων στην Ανατολή, ειδικά στο έδαφος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως και οι στρατηγικοί ανταγωνισμοί στη Μεσόγειο και στα Βαλκάνια, είχαν καθοριστική επίδραση στις αποφάσεις των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων απέναντι στην Ελληνική Επανάσταση.

Η Ελληνική Επανάσταση εκδηλώθηκε σε ένα ιδιαίτερο κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον για τον ευρωπαϊκό χώρο. Το 1821, και, γενικότερα στις αρχές του 19ου αιώνα, η πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη χαρακτηριζόταν από συντηρητισμό και την επάνοδο των απολυταρχικών στοιχείων στην διακυβέρνηση, ιδίως στην ηπειρωτική. Επρόκειτο για το μετα-συγκρουσιακό περιβάλλον των Ναπολεόντειων πολέμων, μετά την έκβαση της Μάχης του Βατερλώ – στις 18 Ιουνίου 1815 – και την πτώση της Ναπολεόντειας Αυτοκρατορίας στην Γαλλία. Σε αυτό το πλαίσιο διαμορφώθηκε μία νέα πολιτική κατάσταση για τις διεθνείς σχέσεις και την διακυβέρνηση στις ευρωπαϊκές μοναρχίες μέσω της εφαρμογής των αποφάσεων του Συνεδρίου της Βιέννης. Ο σκοπός ήταν η ανατροπή των πολιτικών και κοινωνικών κεκτημένων της Γαλλικής Επανάστασης και η αποκατάσταση της ισχύος των μοναρχικών οικογενειών, όπως και η καταστολή κάθε εθνοτικής εξέγερσης και επαναστατικών κινημάτων στον ευρωπαϊκό χώρο.

Advertisement
Advertisement

Ένα από τα χαρακτηριστικά των στρατιωτικών εκστρατειών του Ναπολέων Βοναπάρτη ήταν η συμμετοχή, στις τάξεις του εκστρατευτικού σώματος, μη γαλλικών πληθυσμιακών ομάδων. Σε αρκετές περιπτώσεις, αποτελούνταν από άτομα που προέρχονταν από περιοχές της Ευρώπης που βρίσκονταν υπό την κυριαρχία των μοναρχικών οικογενειών, όπως οι Πολωνοί και οι Ιταλοί. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η εμπειρία που αποκόμισαν τα άτομα αυτά χρησίμευσε για την οργάνωση κινημάτων με στόχο την ίδρυση αυτόνομων ή ανεξάρτητων εθνικών κρατικών οντοτήτων. Παράλληλα, η διάδοση των αρχών της Γαλλικής Επανάστασης και οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις της Ναπολεόντειας Αυτοκρατορίας αποτελούσαν ένα πρότυπο σε αρκετά από τα κινήματα αυτά. Αν και ο κυρίαρχος σκοπός των Ναπολεόντειων πολέμων δεν ήταν η απελευθέρωση ευρωπαϊκών λαών από τις υφιστάμενες μορφές διακυβέρνησης, το σχετικό αυτό αφήγημα χρησίμευσε στην νομιμοποίηση μίας παρεμβατικής διάστασης της ναπολεόντειας εξωτερικής πολιτικής, διασφαλίζοντας την υποστήριξη από τους ντόπιους πληθυσμούς στις χώρες που διέσχιζε το γαλλικό εκστρατευτικό σώμα.

Έτσι, καθίσταται σαφές ότι οι ευρωπαϊκές μοναρχίες δεν επιθυμούσαν την άνοδο στην διεθνή σκηνή ενός νέου ‘Ναπολέοντα,’ σε μία περίοδο που είχε αποκατασταθεί η μοναρχική εξουσία στην Γαλλία, ούτε να διαδοθούν περαιτέρω τα ριζοσπαστικά στοιχεία της Γαλλικής Επανάστασης. Στον χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα Βαλκάνια βίωναν μία περίοδο εθνικής αφύπνισης και εξεγέρσεων, με βασικό στόχο να εξασφαλίσουν, τουλάχιστον, μία αυτόνομη κρατική οντότητα, όπως συνέβη με την ίδρυση της αυτόνομης Σερβικής Ηγεμονίας. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες διαφορές, σε θεωρητικό πλαίσιο, για τον κεντρικό πολιτικό στόχο και τα χαρακτηριστικά μεταξύ της Γαλλικής Επανάστασης και των κινημάτων εθνικής ανεξαρτησίας στα Βαλκάνια. Η Γαλλική Επανάσταση αποτέλεσε, κυρίως, μία κοινωνική-πολιτική επανάσταση. Οι Βαλκανικές Επαναστάσεις ήταν εθνικές, ο σκοπός τους ήταν να ανεξαρτητοποιηθούν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Μπορεί να ειπωθεί ότι δεν υπήρχε ένας σαφής πολιτικός προσανατολισμός, επειδή δεν διεκδικούσαν αποκλειστικά την εγκαθίδρυση ενός δημοκρατικού καθεστώτος, αλλά ο κύριος σκοπός ήταν η εθνική ανεξαρτησία, με τα πολιτικά και κοινωνικά αιτήματα να ακολουθούν σε δεύτερη μοίρα. Για τον λόγο αυτό, σε αρκετές περιπτώσεις, εγκαθιδρύθηκαν νέα μοναρχικά κράτη, αλλά η νομιμοποίηση της εξουσίας τους βασιζόταν σε ένα συγκροτημένο λαό μέσω του αφηγήματος της αυτοδιάθεσης και δομώντας την δική του εθνική ταυτότητα.

Για τους Ευρωπαίους μονάρχες, οι επαναστατικές εξελίξεις στον ευρύτερο Βαλκανικό χώρο, κυρίως η Ελληνική Επανάσταση και ο Αγώνας της Ανεξαρτησίας που ακολούθησε, διαμόρφωσαν νέα δεδομένα στην διεθνή πολιτική. Έτσι, αναζητούσαν τρόπους για να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους, ειδικά τις εμπορικές δραστηριότητες. Παρατηρούταν ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποδυναμωνόταν, καθώς εμπλεκόταν, συνεχώς, σε πολεμικές αναμετρήσεις. Ωστόσο, η πιθανή δημιουργία νέων κρατών προσέφερε ευκαιρίες για την επέκταση των ευρωπαϊκών εμπορικών δραστηριοτήτων και την συγκρότηση νέων σφαιρών επιρροής. Συγκεκριμένα, η Τσαρική Ρωσία ενίσχυε την παρουσία της στον Βαλκανικό χώρο, με τις δυτικές Ευρωπαϊκές δυνάμεις, κυρίως την Βρετανία, να επιδιώκουν την μείωση της ρωσικής επιρροής στην ευρύτερη περιοχή. Ο στρατηγικός στόχος των Μεγάλων Δυνάμεων ήταν η προστασία του εμπορίου στην Μεσόγειο, γι’αυτό δεν επιθυμούσαν μία πλήρη κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επίσης, ήθελαν να εξασφαλίσουν ότι τα νέα κράτη δεν θα λειτουργούσαν αντίθετα προς τα συμφέροντά τους.

Παράλληλα, αναδεικνύονταν οι διαστάσεις του ανθρωπιστικού δικαίου και του θρησκευτικού αφηγήματος, ιδίως μέσα από επιχειρήματα διπολισμού μεταξύ χριστιανικού και μουσουλμανικού κόσμου. Ο Αγώνας της Ανεξαρτησίας των Ελλήνων διαρκούσε ήδη έξι χρόνια, όταν εκπρόσωποι των Μεγάλων Δυνάμεων – Βρετανίας, Γαλλίας, Ρωσίας – συγκεντρώθηκαν στο Λονδίνο, στις 6 Ιουλίου 1827, και υπέγραψαν την Συνθήκη του Λονδίνου, με στόχο την αποκατάσταση της ειρήνης στον ελληνικό χώρο. Τα βασικά επιχειρήματα που προέβαλαν οι Μεγάλες Δυνάμεις ήταν ο τερματισμός των εχθροπραξιών και η επίτευξη ανακωχής, η προστασία των αμάχων, και η εξασφάλιση της ασφαλούς διαβίωσης των χριστιανικών πληθυσμών στην Ανατολή. Η τελευταία παράμετρος ήταν σημαντική, καθώς το διοικητικό σύστημα και η διαίρεση των περιφερειών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας βασίζονταν  στην θρησκευτική ταυτότητα των υπηκόων. Επισήμως, και στις δημόσιες τοποθετήσεις τους, οι κυβερνήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων υιοθέτησαν την στάση της ουδετερότητας στην σύγκρουση μεταξύ των Ελλήνων επαναστατών και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Όμως, άτυπα, όπως γίνεται αντιληπτό από την μελέτη της διπλωματικής αλληλογραφίας μεταξύ των διοικητικών και προξενικών αρχών, προετοιμάζονταν για την ίδρυση ενός αυτόνομου ελληνικού κράτους. Κυκλοφορούσαν αναφορές για πιθανά σύνορα και την οργάνωση των διεθνών τους σχέσεων με την πολιτική αρχή που θα αναλάμβανε την διακυβέρνηση της Ελλάδος. Ήδη μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου, το 1826, είχαν ενισχυθεί οι φωνές της κοινής γνώμης, και παρεμβάσεις πολιτικών προσώπων, υπέρ της προστασίας του ελληνικού πληθυσμού και την υλοποίηση των βασικών αιτημάτων της Ελληνικής Επανάστασης.

Στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών αυλών, οι σχέσεις μεταξύ Κυβερνήσεων και Μοναρχών είχαν τα χαρακτηριστικά της κάθε χώρας. Για παράδειγμα, στην περίπτωση της Ρωσίας, ο Τσάρος Νικόλαος (Nicholas I’ of Russia) ήταν γνώστης των ρωσικών διπλωματικών κινήσεων και τα διπλωματικά πρόσωπα ήταν έμπιστοι προς το πρόσωπό του, όπως ο πρίγκιπας Christopher von Lieven, ο πρεσβευτής της Ρωσίας στο Λονδίνο. Ο Βρετανός πολιτικός George Canning ήταν ένθερμος υποστηρικτής του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας. Ο αδερφός του, Stratford Canning, είχε διοριστεί πρεσβευτής της Βρετανίας στην Κωνσταντινούπολη και είχε καίριο ρόλο στον συντονισμό της επικοινωνίας μεταξύ των πρεσβευτών των Μεγάλων Δυνάμεων και του βρετανικού στόλου στην Μεσόγειο, ειδικά όταν είχε τοποθετηθεί επικεφαλής ο Edward Codrington. Όταν ο George Canning απεβίωσε στις 8 Αυγούστου 1827, ο Arthur Wellesley(1st Duke of Wellington) ανέλαβε καθήκοντα πρωθυπουργού τον Ιανουάριο του 1828, προωθώντας μία πιο ‘ουδέτερη γραμμή’ της Βρετανίας, προκειμένου να μην διαταραχθεί η αγγλική εμπορική δραστηριότητα στην Ανατολή. Γι’ αυτόν τον λόγο, η Βρετανία είχε ως στόχο την διατήρηση της κυριαρχίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Ο Βρετανός Ναύαρχος Κόδριγκτον (κέντρο) διαπραγματεύεται στο παλάτι του Μεχμέτ Αλή Πασά στην Αλεξάνδρεια, την Αίγυπτο (1828).Πηγή: Commons Wikimedia

Τον Αύγουστο του 1827, οι πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων ενημέρωσαν την Υψηλή Πύλη για την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου, όπου υπήρχε η διάταξη για την εδραίωση ανακωχής στην εμπόλεμη ζώνη. Όμως, η Υψηλή Πύλη απέρριψε την ανακωχή, με τους πρεσβευτές να επανέρχονται για το θέμα αυτό τον επόμενο μήνα, τον Σεπτέμβριο του 1827. Παράλληλα, ενημέρωσαν τους διοικητές των ναυτικών μοιρών των Μεγάλων Δυνάμεων στην Μεσόγειο – τον Edward Codrington, που ήταν διοικητής του βρετανικού στόλου στο Αιγαίο, και τον Henri de Rigny, διοικητή της γαλλικής ναυτικής μοίρας –  για την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου, αποστέλλοντάς τους οδηγίες για τη δράση τους στο Αιγαίο και τη στάση τους στις συγκρούσεις στον ελλαδικό χώρο. Επίσης, είχε προετοιμαστεί μία ρωσική ναυτική μοίρα, υπό τον Lodewijk van Heiden, για να καταπλεύσει στην Μεσόγειο. Οι ναυτικές αυτές μοίρες σχηματίζουν τον Συμμαχικό Στόλο, με κύρια αποστολή την εφαρμογή της Συνθήκης του Λονδίνου, και παράλληλη τήρηση της ουδετερότητας στην θάλασσα του Αιγαίου από τις Μεγάλες Δυνάμεις και τους τρίτους δρώντες στην σύγκρουση.

Advertisement

Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, η Υψηλή Πύλη είχε απορρίψει την ανακωχή. Η ελληνική πλευρά είχε αποδεχθεί τους όρους της συνθήκης. Στην Πελοπόννησο, όπου ο τουρκοαιγυπτιακός στρατός είχε καταλάβει τα περισσότερα φρούρια, ο Ιμπραήμ αρνήθηκε τον τερματισμό των εχθροπραξιών. Έτσι, οι ναύαρχοι του Συμμαχικού Στόλου προχώρησαν σε αποκλεισμό της Πελοποννήσου.

Γενικώς, υπήρχε ένας διπλωματικός ‘πυρετός’ για την επιβίωση της Ελληνικής Επανάστασης, που βρισκόταν σε πολύ δύσκολη καμπή την περίοδο εκείνη. Η αποστολή του συμμαχικού στόλου ήταν να αποκλείσει τον ανεφοδιασμό και την ενίσχυση των δυνάμεων του Ιμπραήμ, για να τον πιέσει να διακόψει τις χερσαίες επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο, πράγμα πολύ δύσκολο. Οι οδηγίες προς τους τρεις ναυάρχους δεν απέκλειαν την εμπλοκή σε εχθροπραξίες, τις περιόριζαν, όμως, μόνο στην περίπτωση άρνησης συμμόρφωσης σε απαγόρευση διάσπασης του αποκλεισμού ή στην περίπτωση αυτοάμυνας εναντίον επιθέσεως.

Στις 25 Σεπτεμβρίου, οι ναύαρχοι Codrington και De Rigny επισκέφθηκαν τον Ιμπραήμ στο στρατόπεδο του στο Ναβαρίνο και του ανακοίνωσαν την απόφασή τους να επιβάλουν ανακωχή και να σταματήσουν την αιματοχυσία στην επαναστατημένη Ελλάδα, σύμφωνα με τους όρους της Συνθήκης του Λονδίνου. Σε αυτή τη συνάντηση, ο Ιμπραήμ, παρουσία των διοικητών των μονάδων του, υποσχέθηκε πως θα αναστείλει τις επιχειρήσεις, εν αναμονή οδηγιών από την Υψηλή Πύλη. Ανάμεσα στις υποσχέσεις που έδωσε ήταν και η διαβεβαίωση πως δεν θα κινηθεί εναντίον της Ύδρας ή άλλων περιοχών, δια ξηράς ή και δια θαλάσσης.

Advertisement

Οι σύμμαχοι ναύαρχοι, μην έχοντας εμπιστοσύνη στο λόγο του Ιμπραήμ, εγκατέστησαν περιπολία, ο μεν αντιναύαρχος de Rigny στην περιοχή των Κυθήρων, προκειμένου να εμποδίσει τυχόν κίνηση του στόλου του Ιμπραήμ προς την Ύδρα και τις Σπέτσες, καθώς είχαν διαδοθεί σχετικές πληροφορίες, ο δε Codrington στην θαλάσσια περιοχή μεταξύ της Ζακύνθου και της εισόδου του Πατραϊκού για αποτροπή πιθανής προσπάθειας του Ιμπραήμ να κινηθεί προς την Πάτρα και τον Κορινθιακό.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, στις 29 Σεπτεμβρίου, ο Frank Abney Hastings, με το ατμόπλοιο Καρτερία, και ένα ακόμη μπρίκι, σημείωσε σημαντική επιτυχία στη ναυμαχία της Αγκάλης, το σημερινό κόλπο της Ιτέας, καταστρέφοντας μια οθωμανική μοίρα εννέα πλοίων που μετέφεραν εφόδια. Ο Ιμπραήμ Πασάς, παρά τις υποσχέσεις προς τους συμμάχους ναυάρχους, διέταξε ισχυρή μοίρα του στόλου του υπό τον Ταχίρ μπέη να αποπλεύσει από το Ναβαρίνο και να κινηθεί προς τον Πατραϊκό κόλπο, να σπάσει τον αποκλεισμό και να ανεφοδιάσει την Πάτρα. Ο Κόδριγκτον, ενεργώντας αστραπιαία με τα διαθέσιμα πλοία του από τη Ζάκυνθο, πρόλαβε τη μοίρα του Ταχίρ και τον ανάγκασε με προειδοποιητικά πυρά να συμφωνήσει να επιστρέψει στο Ναβαρίνο. Αντί για αυτό όμως, ο Ταχίρ ενώθηκε με νέα μοίρα, με τον ίδιο τον Ιμπραήμ επικεφαλής, και επανέκαμψε προς τον Πατραϊκό. Ο Κόδριγκτον αντιλήφθηκε την εξαπάτηση, καταδίωξε τα εχθρικά πλοία και παρότι διέθετε κατά πολύ λιγότερα πλοία, άνοιξε πυρ εναντίον τους ανοιχτά από το ακρωτήριο του Αράξου. Η Οθωμανική μοίρα τότε ανέστρεψε και επέστρεψε στο Ναβαρίνο, επιτηρούμενη στενά από το στόλο του Κόδριγκτον.

Η ανοικτή παραβίαση της συμφωνίας από την πλευρά του Ιμπραήμ σε συνδυασμό με τις αγριότητες, τη λεηλασία και τους εμπρησμούς εναντίον των αμάχων στην Πελοπόννησο, οδήγησαν τους τρεις συμμάχους ναυάρχους στην απόφαση του είσπλου στον κόλπο του Ναβαρίνου για να επιτηρούν στενότερα τις κινήσεις του οθωμανικού στόλου.

Advertisement
Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου, Ιβάν Αϊβαζόφσκι Πηγή Commons Wikimedia

Κατά την είσοδο, όμως, των συμμαχικών πλοίων στον κόλπο, το απόγευμα της 20 Οκτωβρίου 1827, διαδραματίστηκαν τα επεισόδια που κατέληξαν σε κανονική ναυμαχία, με αποτέλεσμα την ολοσχερή καταστροφή του Οθωμανικού στόλου.

Το αποτέλεσμα της ναυμαχίας έβαλε τη διεθνή κοινότητα μπροστά σε νέα δεδομένα. Εξαιτίας του αποτελέσματος της Ναυμαχίας στο Ναβαρίνο, ο Σουλτάνος κήρυξε Ιερό Πόλεμο και έκλεισε τα Στενά των Δαρδανελίων για τα ρωσικά πλοία, ακυρώνοντας τις εμπορικές συμφωνίες που είχαν υπογραφεί παλαιότερα μεταξύ Υψηλής Πύλης και Ρωσίας. Για τον Αυτοκράτορα της Ρωσίας, η εξέλιξη αυτή οδηγεί στην κήρυξη πολέμου κατά της Υψηλής Πύλης, τον Απρίλιο του 1828, και συγκροτείται εκστρατευτικό σώμα που διασχίσει τα σύνορα μεταξύ Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και Ρωσίας. Ξεκινά ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος, που διαρκεί μέχρι το 1829, και αποδυναμώνει ακόμα περισσότερο την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Για τους Έλληνες επαναστάτες, η Ναυμαχία του Ναβαρίνου αποτελεί μία στρατηγική συνεισφορά υπέρ του αγώνα τους, καθώς η οθωμανική στρατιωτική δύναμη αποδυναμώθηκε και η ελληνική πλευρά μπόρεσε να ανασυγκροτηθεί. Η Ελλάδα εξασφαλίζει την διεθνή της αναγνώριση, όμως οι πολεμικές συγκρούσεις και οι διπλωματικές προσπάθειες συνεχίστηκαν μέχρι και το 1829, όταν υπεγράφη το Πρωτόκολλο της 22ης Μαρτίου, το επονομαζόμενο Πρωτόκολλο του Λονδίνου, στο οποίο καθορίστηκαν τα σύνορα του αυτόνομου ελληνικού κράτους.

Στην Βρετανία, η είδηση της καταστροφής του οθωμανικού στόλου στο Ναβαρίνο προκάλεσε ενθουσιασμό στην κοινή γνώμη και στην πολιτική σκηνή. Ωστόσο, προκάλεσε συζητήσεις σε ορισμένους κυβερνητικούς κύκλους, καθώς θεωρήθηκε ότι η Βρετανία κακώς ενεπλάκη στη σύγκρουση στην Ελλάδα. Η στρατιωτική σταδιοδρομία του Codrington δέχθηκε πλήγμα, ο οποίος βρέθηκε σε θέση απολογίας για τους λόγους που διεξήχθη ναυμαχία στο Ναβαρίνο με συμμετοχή του Συμμαχικού Στόλου. Ωστόσο, αργότερα η φήμη και η θέση του Codrington αποκαταστάθηκαν, ειδικά με την αναρρίχηση του William IV στο θρόνο του Ηνωμένου Βασιλείου.

Advertisement

Το Ναβαρίνο άφησε το αποτύπωμά του στην ελληνική συλλογική μνήμη ως ένα σημαντικό γεγονός για την εδραίωση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Ο Codrington απεβίωσε στις 28 Απριλίου 1851. Η είδηση του θανάτου του γνωστοποιήθηκε στην Ελλάδα με καθυστέρηση αρκετών εβδομάδων. Η ελληνική Βουλή προχώρησε στην κήρυξη εθνικού πένθους και στην απόδοση τιμών προς τον εκλιπόντα ναύαρχο. Στις 5 Ιουνίου 1851, εγκρίθηκε με ψηφοφορία στην Βουλή η αποστολή επίσημου συλλυπητηρίου εγγράφου προς την οικογένειά του και προς τη βρετανική κυβέρνηση, μέσω του Υπουργείου Εξωτερικών.

Advertisement

Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου αποτέλεσε καθοριστικό γεγονός για την επιτυχία των στόχων της Ελληνικής Επανάστασης. Περιόρισε την ισχύ του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, βοήθησε στη στρατηγική ανασυγκρότηση των ελληνικών δυνάμεων και απέδειξε την αποφασιστικότητα των μεγάλων δυνάμεων της εποχής να τερματίσουν την αναταραχή που επικρατούσε στην Ανατολική Μεσόγειο εξ’ αιτίας της ελληνικής επανάστασης. Παρά τον τρόπο με τον οποίο η ναυμαχία ξεκίνησε, η πολεμική αντιπαράθεση δεν ήταν αποτέλεσμα τυχαίου γεγονότος, καθώς για σημαντικό χρονικό διάστημα πριν από αυτήν, προηγήθηκε επικοινωνία μεταξύ διπλωματικών αρχών και ναυτικών δυνάμεων των Μεγάλων Δυνάμεων για τις εξελίξεις στο Αιγαίο, με αποκορύφωμα την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου την 6η Ιουλίου 1827. Οι εξελίξεις μετά την Ναυμαχία ήταν ραγδαίες, με την κάθε πλευρά να προσπαθεί να αποκομίσει τα δικά της στρατηγικά και διπλωματικά οφέλη. Παρ’ όλ’ αυτά, το αποτέλεσμα της Ναυμαχίας ήταν καταλυτικό στην ισορροπία ισχύος στην θάλασσα της Μεσογείου και στην εξέλιξη του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας.

*

Η Δρ. Παναγιώτα Χατζηλυμπέρη πραγματοποιεί την έρευνά της στο Αρχείο του Ναυάρχου Edward Codrington που βρίσκεται στην Ιστορική Βιβλιοθήκη του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη στον Πειραιά. Αποτελεί ένα σπάνιο πρωτογενές υλικό που φωτίζει την διπλωματική και στρατιωτική ιστορία της Ευρώπης και της Μεσογείου την χρονική περίοδο 1826–1830, καλύπτοντας το σύνολο της σταδιοδρομίας του Ναυάρχου και τη σύνδεσή του με τον Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας. Αναδεικνύει, παράλληλα, τη βαθιά του σύνδεση με την Ελλάδα και τις τιμές που έλαβε για την συνεισφορά του στην Ναυμαχία του Ναβαρίνο.

Advertisement