Μετά από 40 μέρες συμπαράστασης στον αγώνα των αγροτών από αγάπη λόγω καταγωγής προς τον πρωτογενή τομέα, η αδιαλλαξία των αγροτοπατέρων με φέρνει στη δυσάρεστη θέση να αναφερθώ σε κάποιες αλήθειες που δεν χαϊδεύουν αυτιά.
Η επιμονή των αγροτών σε αιτήματα που δεν μπορούν να ικανοποιηθούν είτε γιατί προσκρούουν σε κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε γιατί η ικανοποίηση τους αδικεί άλλες επαγγελματικές ομάδες αρχίζει να στρέφει την κοινωνία εναντίον τους και αυτό είναι το πιο ανησυχητικό.
Όχι επειδή οι αγρότες δεν έχουν δίκιο σε κάποια αιτήματα, αλλά γιατί η επιμονή τους σε αιτήματα που είναι εκ των πραγμάτων ανεφάρμοστα δημιουργεί την αίσθηση ότι δεν ζητούν λύσεις, αλλά προνόμια.
Όταν αγνοούν κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την οποία επιδοτούνται και απαιτούν προνομιακή μεταχείριση από το κράτος, προνόμια που δεν μπορούν να επεκταθούν και σε άλλους επαγγελματικούς κλάδους, τότε το δικό τους «δίκιο» μετατρέπεται σε κοινωνική αδικία.
Πρέπει να γνωρίζουν οι αγρότες ότι οι διεκδικήσεις προϋποθέτουν μέτρο, ρεαλισμό και επίγνωση του κοινού συμφέροντος.
Η κοινωνία πιεσμένη ήδη από ακρίβεια, φόρους και ανασφάλεια, δυσκολεύεται να δείξει κατανόηση όταν βλέπει έναν κλάδο να απαιτεί όσα οι υπόλοιποι δεν μπορούν να διεκδικήσουν, γιατί δεν έχουν τρακτέρ.
Κι έτσι η συμπάθεια μετατρέπεται σε δυσφορία και η αλληλεγγύη σε καχυποψία για τους σκοπούς αυτής της μακροχρόνιας κινητοποίησης και ταλαιπωρίας των πολιτών.
Και το πρόβλημα δεν είναι οι αγρότες ως κοινωνική ομάδα, αλλά η λογική της εξαίρεσης σε σχέση με άλλους επαγγελματικούς κλάδους.
Γιατί αν κάθε επαγγελματική ομάδα διεκδικεί να σωθεί μόνη της αδιαφορώντας για το σύνολο, τότε έρχεται σε αντιπαράθεση με την κοινωνία και έτσι η σύγκρουση παύει να είναι πια μεταξύ κυβέρνησης και αγροτών, αλλά μεταξύ κοινωνικών ομάδων.
Αυτή η επιμονή σε ανεφάρμοστες απαιτήσεις δημιουργεί την αίσθηση ότι ο αγώνας δεν είναι συντεχνιακός, αλλά πολιτικός και τότε αλλάζει ποιοτικά ο χαρακτήρας του.
Όταν τα αιτήματα ξεπερνούν τα όρια του εφικτού και αγνοούν συνειδητά θεσμικούς κανόνες, τότε παύουν να εισπράττονται από τους πολίτες σαν ένας αγώνας επιβίωσης ενός κλάδου που παρακμάζει και αρχίζουν να διαβάζονται ως μοχλός αντιπολιτευτικής πίεσης.
Και από αυτό το σημείο, οι κινητοποιήσεις χάνουν το ηθικό τους έρεισμα και η κοινωνία δεν βλέπει πια ανθρώπους που παλεύουν να σταθούν όρθιοι, αλλά μια ομάδα που επιχειρεί να εκβιάσει αποφάσεις. Και τότε γεννάται η υποψία, βάσιμη για πολλούς, ότι ο στόχος δεν είναι η λύση των προβλημάτων αλλά η φθορά της κυβέρνησης.
Και αυτό είναι επικίνδυνο για όλους.
Γιατί οι κοινωνικοί αγώνες αντλούν τη δύναμή τους από την ηθική νομιμοποίηση και όχι από την στείρα πολιτική αντιπαράθεση.
Όταν όμως αυτή η νομιμοποίηση χάνεται, ο αγώνας απομονώνεται, εργαλειοποιείται και τελικά παύει να είναι διεκδίκηση και γίνεται σύγκρουση χωρίς διέξοδο.
Και όσο περισσότερο πολιτικοποιείται ο αγώνας τόσο λιγότερο κοινωνικά αποδεκτός γίνεται.
Αναρωτιέμαι πόση ηθική νομιμότητα μπορεί να έχει η απαίτηση των αγροτών για ικανοποίηση όλων των αιτημάτων τους ως προϋπόθεση, για να προσέλθουν στον διάλογο.
Τι νόημα άλλωστε θα έχει αυτός ο διάλογος όταν θα έχουν ικανοποιηθεί όλα τους τα αιτήματα. Δεν θα είναι ένας διάλογος χωρίς αντικείμενο;
Πόση ηθική νομιμοποίηση μπορεί να έχει το αίτημα περί άμεσου διπλασιασμού των αγροτικών συντάξεων που θα έχει ένα κόστος 3,6 δισ. ευρώ κατά την κυβέρνηση και θα πρέπει να καλυφθεί με ισόποση αύξηση φόρων και ασφαλιστικών εισφορών, όταν εκατομμύρια συμπολίτες τους ζουν με συντάξεις λίγο πάνω η και κάτω από τα όρια της φτώχιας.
Τι ακριβώς έχουν να πουν σε αυτούς τους ανθρώπους;
Πόση νομιμοποίηση μπορεί να έχει το αίτημα για πλήρη αποζημίωση για τις θανατώσεις ζώων λόγω ευλογιάς, ζητώντας για κάθε θανατωμένο ζώο 250 ευρώ όταν η υψηλότερη τιμή σε άλλες χώρες της ΕΕ είναι 90 ευρώ.
Πόση ηθική νομιμοποίηση μπορεί να έχει η απαίτηση τους να μην υπαχθεί ο αμαρτωλός ΟΠΕΚΕΠΕ στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ).
Μια μεταβολή που διασφαλίζει την αξιοπιστία στο σύστημα των αγροτικών επιδοτήσεων.
Γιατί επιμένουν σε ένα σύστημα που παράγει παρανομία;
Όσο επιμένουν σε αιτήματα που προκαλούν το δημόσιο αίσθημα, όχι μόνο χάνουν το δίκιο που έχουν, αλλά επιβεβαιώνουν και εκείνους που ισχυρίζονται ότι αυτές οι κινητοποιήσεις έχουν πολιτικά κίνητρα και όχι συντεχνιακά.
Φοβάμαι ότι η ανάμειξη κάποιων αγροτοπατέρων στο σκάνδαλο με τις παράνομες επιδοτήσεις και η πολιτική αντιπάθεια κάποιων με κομματική ταυτότητα προς τον Μητσοτάκη έχει πλήξει την αντικειμενικότητα, έχει θολώσει την ευθυκρισία και τον ορθολογισμό των αγροτών.
Και από δίπλα όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης.
Αν είναι να φύγει ο Μητσοτάκης όλα επιτρέπονται. Θα υποστηρίξουν θεωρίες, συνωμοσίες, ακρότητες, παράλογα αιτήματα και συμπεριφορές που στρέφονται εναντίον της κοινωνίας. Και κάπου εκεί χάνεται το μέτρο και μαζί του, η νομιμοποίηση κάθε διεκδίκησης.
Η πολιτική διαφωνία έχει μετατραπεί σε τυφλή άρνηση και η κριτική σε αυτόματο χειροκρότημα κάθε αντίδρασης, αρκεί να στρέφεται εναντίον του εκάστοτε πρωθυπουργού που αντιπαθούμε.
Δεν εξετάζουμε πια αν είναι δίκαιο το αίτημα, εφικτό ή κοινωνικά ωφέλιμο, μας αρκεί να στρέφεται εναντίον μιας κυβέρνησης που θέλουμε να αλλάξουμε.
Κι έτσι, οι επαγγελματικές ομάδες που υπερασπίζονται στενά συντεχνιακά συμφέροντα βαφτίζονται συλλήβδην «φωνή του λαού», ακόμα κι όταν οι διεκδικήσεις τους επιβαρύνουν την κοινωνική πλειοψηφία.
Η λογική υποχωρεί μπροστά στο θυμικό, η ευθυκρισία θυσιάζεται στον βωμό του να «φύγει», χωρίς σοβαρή συζήτηση αν υπάρχει κάτι που μπορεί, να «αναπληρώσει».
Γιατί το να απορρίπτεις ένα πρόσωπο ή μια πολιτική είναι εύκολο, το δύσκολο είναι να υπερασπίζεσαι αρχές με συνέπεια, ακόμα κι όταν αυτό δεν βολεύει το αφήγημα της στιγμής.
Και αν κάθε ακρότητα νομιμοποιείται στο όνομα της ανατροπής, τότε το πρόβλημα δεν είναι ο Μητσοτάκης και ο κάθε Μητσοτάκης.
Είναι μια κοινωνία που μπερδεύει την αντίδραση με τη δημοκρατία και τον θυμό με την λογική. Και στο τέλος, αντί να διορθώσουμε τις παθογένειες, απλώς τις μεταθέτουμε στα επόμενα χέρια.