Δεν παρήγαγε θεαματικές ανακοινώσεις ούτε αναδιαμόρφωσε τις πάγιες θέσεις των δύο πλευρών. Ωστόσο, επιβεβαίωσε κάτι εξίσου κρίσιμο για τη σταθερότητα της Ανατολικής Μεσογείου: ότι ο απευθείας δίαυλος επικοινωνίας Αθήνας–Άγκυρας παραμένει ενεργός και λειτουργικός.
Σε ένα γεωπολιτικό περιβάλλον όπου οι κρίσεις εκδηλώνονται συχνά αιφνιδιαστικά και κλιμακώνονται ταχύτατα, η ύπαρξη θεσμοθετημένων μηχανισμών επαφής δεν είναι τυπική λεπτομέρεια. Είναι εργαλείο αποτροπής. Η συνέχιση των ανώτατων επαφών, ιδίως μετά τη Διακήρυξη των Αθηνών, συντηρεί ένα πλαίσιο προβλεψιμότητας. Και η προβλεψιμότητα, στις διεθνείς σχέσεις, ισοδυναμεί με μείωση ρίσκου.
Η Ελλάδα και η Τουρκία εξακολουθούν να έχουν σαφείς και δομικές διαφορές: υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, εναέριος χώρος, αποστρατιωτικοποίηση νησιών, Κυπριακό. Καμία από αυτές δεν επιλύεται με μια συνάντηση κορυφής. Όμως η διατήρηση της πολιτικής επικοινωνίας αποτρέπει το ενδεχόμενο να μετατραπεί μια ένταση πεδίου σε ανεξέλεγκτη κρίση. Η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών έχει δείξει ότι το έλλειμμα διαλόγου κοστίζει ακριβά.
Από στρατηγική άποψη, η χθεσινή επαφή εντάσσεται σε μια λογική «ελεγχόμενου ανταγωνισμού». Οι δύο χώρες δεν έχουν μεταβάλει τις θεμελιώδεις επιδιώξεις τους, αλλά αναγνωρίζουν ότι η σταθερότητα εξυπηρετεί αμοιβαία συμφέροντα. Οκονομία, ενέργεια, τουρισμό, περιφερειακές ισορροπίες. Σε μια συγκυρία όπου η Μέση Ανατολή, η Ουκρανία και η ευρύτερη περιοχή της Μαύρης Θάλασσας παραμένουν ασταθείς, η ελληνοτουρκική σχέση δεν μπορεί να λειτουργεί ως πρόσθετος παράγοντας αβεβαιότητας.
Παράλληλα, η διατήρηση χαμηλών τόνων εξυπηρετεί και τις δύο ηγεσίες στο εσωτερικό τους ακροατήριο. Η ρητορική κλιμάκωση μπορεί να αποφέρει πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη, αλλά υπονομεύει μακροπρόθεσμα την αξιοπιστία και την οικονομική σταθερότητα. Η συνειδητή επιλογή θεσμικού λόγου, ακόμη και εν μέσω διαφωνιών, συνιστά ένδειξη πολιτικής ωριμότητας.
Το ουσιαστικό ερώτημα, όμως, παραμένει: Μπορεί ο διάλογος να υπερβεί τον χαρακτήρα «βαλβίδας εκτόνωσης» και να αποκτήσει επιλυτικό περιεχόμενο;
Μέχρι στιγμής, η διαδικασία λειτουργεί κυρίως ως μηχανισμός διαχείρισης εντάσεων. Αυτό δεν είναι αμελητέο. Είναι, ωστόσο, διαφορετικό από την παραγωγή δεσμευτικών λύσεων. Για να μεταβούμε σε επόμενο στάδιο απαιτείται σαφής πολιτική βούληση, σταθερότητα στο χρόνο και αποδοχή του διεθνούς δικαίου ως κοινού πλαισίου αναφοράς.
Η εμπειρία διδάσκει ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις κινούνται κυκλικά. Περίοδοι ύφεσης εναλλάσσονται με περιόδους έντασης. Η πρόκληση είναι να μετατραπεί ο κύκλος σε ευθύγραμμη πορεία σταδιακής αποκλιμάκωσης. Αυτό δεν θα συμβεί με μια μόνο σύνοδο ούτε με μια φωτογραφία καλής διάθεσης. Θα κριθεί από τη συνέπεια των επαφών, την εμβάθυνση των μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης και τη συστηματική αποφυγή ενεργειών που δυναμιτίζουν το κλίμα.
Σε τελική ανάλυση, το κέρδος της συνάντησης δεν είναι συμβολικό αλλά λειτουργικό. Ενισχύει τη δυνατότητα πρόβλεψης και ελέγχου της έντασης. Δημιουργεί έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή επικοινωνίας σε μια περιοχή όπου η γεωπολιτική ρευστότητα αποτελεί κανόνα και όχι εξαίρεση.
Το μέλλον των ελληνοτουρκικών σχέσεων δεν θα καθοριστεί από μια ημερομηνία ή έναν τίτλο ειδήσεων. Θα διαμορφωθεί από τη διάρκεια, τη θεσμική συνέχεια και τη στρατηγική ψυχραιμία. Μέχρι να ωριμάσουν οι συνθήκες για ουσιαστική διευθέτηση των διαφορών, η διατήρηση ανοικτών διαύλων και η αποφυγή κλιμάκωσης συνιστούν όχι απλώς επιλογή, αλλά αναγκαιότητα, αρκεί να το θέλει και η Τουρκία και να μην λαμβάνει την καλοπιστία της Ελλάδας ως αδυναμία.