Η εικόνα του Παναγιώτη Λαφαζάνη να προχωρά σε διαδήλωση στην Αθήνα κρατώντας τη φωτογραφία του εκλιπόντος Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ παρουσιάστηκε από αρκετούς ως ακόμη μία γραφική στιγμή της ελληνικής Αριστεράς  – μία ακόμη ιδιορρυθμία της πολιτικής μας σκηνής. Θα ήταν βολικό να τη δούμε έτσι, ως ένα μεμονωμένο περιστατικό. Όμως δεν είναι.

Είναι σύμπτωμα μιας ευρύτερης ιδεολογικής παθογένειας με έντονα αντικοινωνικά χαρακτηριστικά.

Advertisement
Advertisement

Μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας, ιδίως στα Εξάρχεια, αρκεί για να δει κανείς αφίσες με αναλύσεις και πολιτικά κείμενα – όχι παιδαριώδη – με έναν δήθεν διεθνιστικό μανδύα για τη διεθνή πολιτική. Κείμενα που θα μπορούσαν να είχαν υπαγορευθεί από τα γραφεία προπαγάνδας της Άγκυρας ή της Τεχεράνης.

Από την ημέρα της δολοφονικής επίθεσης της Χαμάς εναντίον άοπλων πολιτών στο Ισραήλ, οργανώσεις που πρόσκεινται σε διάφορες φράξιες της Αριστεράς πραγματοποίησαν κινητοποιήσεις στην Ελλάδα αλλά και σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις. Όχι για να καταδικάσουν τους βιασμούς, τις απαγωγές και τις δολοφονίες αμάχων. Αλλά σχεδόν αποκλειστικά για να καταγγείλουν το Ισραήλ.

Όχι μόνο δεν καταδικάστηκε η Χαμάς, αλλά οργανώθηκαν ακόμη και κινητοποιήσεις – μνημόσυνα για τον θάνατο του ηγέτη της Ισμαήλ Χανίγιε. Το ίδιο επιχειρήθηκε και στην Ελλάδα, παράλληλα με αντίστοιχες εκδηλώσεις που πραγματοποιούνταν στην Τουρκία, όπου η πολιτική στήριξη προς την οργάνωση αποτελεί σχεδόν επίσημη γραμμή της κυβέρνησης Ερντογάν.

Οι επιλεκτικές αυτές διαμαρτυρίες δεν είναι τυχαίες. Οι ίδιες πολιτικές ομάδες που κινητοποιήθηκαν για τη Γάζα ήταν σε μεγάλο βαθμό εκείνες που απέφυγαν να καταδικάσουν ξεκάθαρα τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Με το γνώριμο επιχείρημα ότι «είναι με τον άνθρωπο γενικά», τοποθέτησαν τον πόλεμο σε μια αφηρημένη σύγκρουση μεταξύ «ιμπεριαλισμών», αποφεύγοντας να μιλήσουν για μια απροκάλυπτη εισβολή και για την καταστροφή μιας χώρας.

Δεν είδαμε μαζικές κινητοποιήσεις για τα παιδιά της Ουκρανίας που απήχθησαν και μεταφέρθηκαν στη Ρωσία. Δεν είδαμε πορείες για τους χιλιάδες νεκρούς αμάχους ούτε για τις πόλεις που ισοπεδώθηκαν.

Η αλληλεγγύη αποδεικνύεται επιλεκτική όταν η γεωπολιτική αφήγηση δεν ταιριάζει στο ιδεολογικό πλαίσιο.

Advertisement

Και όμως, πριν ακόμη από την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ και πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, το 2022 ξέσπασε στο Ιράν ένα από τα μεγαλύτερα κοινωνικά κινήματα των τελευταίων δεκαετιών στη Μέση Ανατολή. Οι ιστορικές διαδηλώσεις που ξεκίνησαν τον Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς, με πρωτοστάτριες γυναίκες που αρνούνταν να φορέσουν μαντίλα και με τη μαζική συμμετοχή της νεολαίας, αποτέλεσαν την κορύφωση μιας κοινωνικής αντίστασης απέναντι στο θεοκρατικό καθεστώς.

Η απάντηση της εξουσίας ήταν αμείλικτη. Οι διαδηλώσεις πνίγηκαν στο αίμα. Νεαρές γυναίκες συνελήφθησαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν, ενώ πολλοί διαδηλωτές οδηγήθηκαν σε συνοπτικές δίκες.

Κι όμως, στην Ελλάδα και στη Δύση ευρύτερα, τα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα, ακόμη και το φεμινιστικό, παρέμειναν σχεδόν σιωπηλά.

Advertisement

Επίσης, αξίζει να θυμηθούμε ότι μόλις πριν από λίγα χρόνια η Ελλάδα είχε μια «αριστερή» κυβέρνηση με κεντρικά πρόσωπα ορισμένους από εκείνους που σήμερα είτε δεν παίρνουν ξεκάθαρη θέση για όσα συμβαίνουν ή πρωτοστατούν σε κινητοποιήσεις που σίγουρα δεν είναι υπέρ των καταπιεσμένων. Ο Παναγιώτης Λαφαζάνης υπήρξε το 2015 βασικός υπουργός της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και ένθερμος υποστηρικτής της προσέγγισης με τη Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν.

Την ίδια περίοδο, μετά την άρση των διεθνών κυρώσεων κατά της Τεχεράνης, ο Αλέξης Τσίπρας ήταν από τους πρώτους δυτικούς ηγέτες που επισκέφθηκαν το Ιράν το 2016, με τους Ιρανούς αξιωματούχους να χαρακτηρίζουν την επίσκεψη «ορόσημο» για τις διμερείς σχέσεις.

Δέκα χρόνια μετά, το φαινόμενο δεν περιορίζεται σε μικρές περιθωριακές ομάδες. Τμήματα της παραδοσιακής Αριστεράς που έχουν χάσει σημαντικό μέρος της εργατικής και της μεσαίας τάξης αναζητούν νέες κοινωνικές βάσεις και συχνά συνάπτουν πολιτικές ή άτυπες συμμαχίες με δίκτυα που κινούνται γύρω από τον πολιτικό ισλαμισμό ή έντονα αντιδυτικές ιδεολογικές αφηγήσεις.

Advertisement

Το φαινόμενο αυτό δεν περιορίζεται στην ελληνική περίπτωση. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, ο ηγέτης της ριζοσπαστικής Αριστεράς Ζαν-Λυκ Μελανσόν και το κόμμα του Ανυπότακτη Γαλλία έχουν δεχθεί έντονη κριτική για τη στάση τους μετά την επίθεση της Χαμάς, ενώ στη χώρα καταγράφηκε σημαντική αύξηση αντισημιτικών περιστατικών. Παράλληλα, γαλλικές εκθέσεις ασφαλείας προειδοποιούν για την επιρροή δικτύων πολιτικού ισλαμισμού που συνδέονται με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα.

Η τάση αυτή είναι ορατή και αλλού. Στις Βρυξέλλες καταγράφεται αύξηση περιστατικών αντισημιτισμού, ενώ σε πολλές δυτικές πόλεις και πανεπιστήμια  από την Ευρώπη έως τις Ηνωμένες Πολιτείες, η αντιπαράθεση γύρω από τη Μέση Ανατολή μετατρέπεται συχνά σε ιδεολογικό μέτωπο όπου η κριτική προς το Ισραήλ συγχέεται με μια ευρύτερη εχθρότητα προς τη Δύση.

Δεν ήταν πάντοτε έτσι.

Advertisement

Για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα η Αριστερά υπήρξε από τις πιο σταθερές πολιτικές δυνάμεις στον αγώνα κατά του αντισημιτισμού και των φυλετικών διακρίσεων. Όμως μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την απώλεια μεγάλου μέρους της παραδοσιακής εργατικής αλλά και της μεσαίας της βάσης, ένα τμήμα της βρέθηκε μπροστά σε ένα ιδεολογικό κενό.

Advertisement

Στην αναζήτηση νέων συμμαχιών στράφηκε όλο και περισσότερο προς κινήματα που αυτοπροσδιορίζονται κυρίως μέσα από την αντίθεσή τους προς τη Δύση.

Η σύμπλευση αυτή δημιούργησε ένα παράδοξο. Από τη μία πλευρά πολιτικά ρεύματα που γεννήθηκαν μέσα από τον κοσμικό διαφωτισμό της ευρωπαϊκής παράδοσης και από την άλλη ιδεολογίες που αντλούν τη νομιμοποίησή τους από τη θρησκευτική αυθεντία και τη θεοκρατική εξουσία. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετοί από τους σημερινούς φορείς του πολιτικού Ισλάμ προέρχονταν σε παλαιότερες δεκαετίες από μαρξιστικά ή επαναστατικά κινήματα.

Η υποστήριξη του παλαιστινιακού δικαιώματος σε πατρίδα, όπως και εκείνη άλλων λαών που αγωνίστηκαν για εθνική αυτοδιάθεση και απελευθέρωση από την αποικιοκρατία, παραμένει ένα δίκαιο αίτημα.

Advertisement

Όμως από αυτό το σημείο μέχρι την ανοχή απέναντι σε οργανώσεις όπως η Χαμάς ή σε θεοκρατικά καθεστώτα, η απόσταση είναι μεγάλη.

Ιδίως όταν οι ίδιοι πολιτικοί χώροι που επικαλούνται αυτούς τους αγώνες εμφανίζονται ταυτόχρονα να αντιμετωπίζουν με καχυποψία ή και άρνηση κάθε έννοια εθνικής ταυτότητας μέσα στις δυτικές κοινωνίες.

Γι’ αυτό και η θλιβερή εικόνα του Παναγιώτη Λαφαζάνη να κρατά τη φωτογραφία του Αγιατολάχ Χαμενεΐ δεν είναι μια γραφική στιγμή της ελληνικής πολιτικής ζωής. Είναι το σύμπτωμα μιας βαθύτερης ιδεολογικής μετατόπισης που ξεπερνά τα ελληνικά σύνορα και αφορά ένα ευρύτερο πολιτικό ρεύμα στη Δύση.

Αν όλα λοιπόν πρέπει να γίνουν στάχτη για να υπάρξει μια νέα «ταξική αλλαγή», όπως υποστηρίζουν ορισμένοι, τότε με ποιους ακριβώς θα οικοδομηθεί αυτή η νέα κοινωνία;

Και πάνω σε ποιες αξίες;