Υπάρχει μια αόρατη κλωστή που χωρίζει τη μοναξιά από τη μοναχικότητα. Δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά. Δεν την εντοπίζεις εύκολα. Κι όμως, αν την τραβήξεις λίγο παραπάνω, καταλαβαίνεις αμέσως από ποια πλευρά βρίσκεσαι.
Από τη μεριά που πονά ή από τη μεριά που αναπνέει.
Γιατί άλλο να είσαι μόνη. Κι άλλο να νιώθεις μόνη.
Η μοναξιά είναι εκείνο το αίσθημα που μπορεί να σε επισκεφθεί ακόμα κι όταν υπάρχει κάποιος δίπλα σου. Να κάθεσαι στον ίδιο καναπέ, να μοιράζεσαι το ίδιο κρεβάτι και να αισθάνεσαι άδεια. Να μιλάς και να μη συναντάς βλέμμα. Να αγγίζεις και να μην επιστρέφεται τίποτα. Να υπάρχει σώμα αλλά να λείπει η παρουσία. Αυτή η μοναξιά δεν έχει ησυχία. Έχει βάρος.
Η μοναχικότητα από την άλλη, είναι επιλογή. Είναι ο χώρος που διαλέγεις να μείνεις για να ξανακούσεις τον εαυτό σου χωρίς παρεμβολές. Δεν είναι φυγή από τους ανθρώπους. Είναι επιστροφή. Δεν έχει απόγνωση. Έχει καθαρότητα. Δεν έχει έλλειψη. Έχει όρια.
Κι εδώ μπερδεύεται ο κόσμος.
Γιατί η κοινωνία δεν ξέρει πως να σταθεί σε γυναίκες που επιλέγουν τη μοναχικότητα. Τις κοιτάζει με οίκτο ή με καχυποψία. “Τι έγινε; Γιατί είναι μόνη;” Σαν να είναι βλάβη που χρειάζεται επιδιόρθωση. Σαν να λείπει το τελευταίο κομμάτι του παζλ. Κι όσο μεγαλώνει μια γυναίκα, τόσο πιο δυνατά ακούγεται αυτή η ερώτηση. Σαν αντίστροφη μέτρηση προς κάτι που πρέπει να αποφευχθεί.
Αλλά ποιος είπε ότι η ολοκλήρωση έρχεται μόνο από το “εμείς;”
Γιατί πολλές γυναίκες, ιδίως μετά από μια ηλικία που έρχεται όχι από τα χρόνια αλλά από την επίγνωση, δεν μένουν μόνες επειδή δεν βρήκαν. Μένουν μόνες επειδή δεν δέχτηκαν να μαζεύονται, να κουλουριάζονται ή να συρρικνώνονται για να χωρέσουν σε σχέσεις που δεν άντεχαν παρουσίες ολόκληρες. Και κυρίως, γιατί δεν δέχτηκαν να εξαϋλωθούν σιγά – σιγά, μέχρι να μην αναγνωρίζουν τον εαυτό τους.
Δεν έφυγε από τη σχέση για να μην είναι μόνη.
Έφυγε γιατί ήταν ήδη.
Αυτό είναι δύσκολο να παραδεχτείς. Και ακόμα πιο δύσκολο να το αντέξει η κοινωνία. Γιατί μεγαλώσαμε με την ιδέα ότι η σχέση είναι πάντα το αντίδοτο. Ότι το “μαζί” σώζει. Ότι αν είσαι μόνη, κάτι λείπει. Ένας άνθρωπος, ένας ρόλος, μια επιβεβαίωση.
Δεν λείπει πάντα κάτι.
Μερικές φορές περισσεύει.
Περισσεύει το “πού ήσουν;” όταν δεν είναι ενδιαφέρον αλλά έλεγχος.
Περισσεύει η σιωπή στο τραπέζι όταν δεν έχετε τίποτα πια να πείτε, αλλά πρέπει να κάθεστε εκεί και να προσποιείστε ότι όλα είναι καλά.
Περισσεύει η προσπάθεια να εξηγήσεις γιατί χρειάζεσαι χώρο, γιατί θέλεις να διαβάσεις αντί να βγείτε, γιατί σήμερα δεν έχεις όρεξη για συζήτηση.
Περισσεύει η ανάγκη να προσέχεις πως μιλάς, πως γελάς, πως ζητάς.
Υπάρχουν γυναίκες που βίωσαν σχέσεις όπου έκοβαν τις λέξεις τους στη μέση. Που έμαθαν να μη λένε ακριβώς αυτό που σκέφτονται. Που χαμήλωσαν το γέλιο τους γιατί “μην κάνεις έτσι”. Που περίμεναν αγκαλιές που έμοιαζαν περισσότερο με υποχρέωση παρά με επιθυμία. Που ένιωσαν, χωρίς να μπορούν πάντα να το εξηγήσουν, ότι κάτι μέσα τους μίκραινε.
Σταδιακά. Ύπουλα. Και κάποιες φορές χάθηκε η επαφή, το γνώριμο γιατί αλλάξαμε, γιατί κουράστηκαν να τσακώνονται ή να μεταφράζουν διαρκώς τα λόγια τους, λέγοντας “Δεν λέω αυτό”.
Και κάποια στιγμή, αυτή η γυναίκα σταματά.
Και στην αρχή αυτή η σιωπή τρομάζει. Γιατί είναι διαφορετική από τη σιωπή μέσα στη σχέση. Δεν έχει το βάρος της αποστασιοποίησης. Έχει την ελαφρότητα της ελευθερίας.
Και μετά έρχεται κάτι πιο παράξενο.
Αρχίζεις να ακούς τον εαυτό σου. Όχι τη φωνή που προσπαθεί να σε πείσει, να εξηγήσει, να δικαιολογηθεί. Την άλλη. Αυτή που ήταν θαμμένη κάτω από τα “περέπει” και τα “θα έπρεπε”.
Και για πρώτη φορά εδώ και χρόνια δεν νιώθεις μόνη. Νιώθεις ολόκληρη.
“Αυτή η έκφραση, το “άλλο μισό”, ίσως είναι η πιο επικίνδυνη που μάθαμε. Γιατί μας λέει ότι δεν αρκούμε. Ότι χωρίς τον άλλο, είμαστε ελλιπείς. Μισοί. Ατελείς.
Και πόσες γυναίκες μπήκαν σε σχέσεις όχι από αγάπη, αλλά από φόβο;
Φόβο μήπως μείνουν μισές. Φόβο μήπως ο χρόνος τελειώσει και δεν βρουν το “άλλο κομμάτι”.
Μόνο που κανένας δεν τους είπε : είσαι ήδη ολόκληρη. Κι αν επιλέξεις να μοιραστείς τη ζωή σου με κάποιον, δεν είναι για να γεμίσεις το κενό, αλλά για να μοιραστείς την πληρότητα.
Η μοναχικότητα, όταν είναι επιλογή, δεν είναι ψυχρή. Είναι έντιμη. Έχει σιωπές που δεν σε καταπίνουν. Έχει χρόνο. Έχει χώρο. Έχει λόγια που λέγονται ολόκληρα. Έχει γέλιο που δεν λογοκρίνεται. ‘Εχει σώμα που δεν απολογείται για τις ανάγκες του.
Και ξέρεις κάτι;
Η μοναχικότητα δεν σημαίνει ότι δεν θέλεις σύνδεση. Δεν σημαίνει ότι δεν λαχταράς αγκαλιά, γέλιο, συντροφιά. Σημαίνει ότι δεν είσαι πια διατεθειμένη να πληρώσεις τη σύνδεση με την αποσύνδεση από τον εαυτό σου. Σημαίνει ότι δεν αναβάλλεις τη ζωή σου. Δεν περιμένεις κάποιον για να γίνεις ολόκληρη. Ήδη είσαι.
Κι αυτό δεν είναι ήττα.
Είναι ωριμότητα.
Είναι αυτοσεβασμός.