Η ελληνική πολιτική σκηνή φαίνεται να εισέρχεται σε μια νέα φάση αναδιάταξης, με τη δημιουργία νέων κομμάτων να προδιαγράφεται πλέον ως άμεση εξέλιξη: η Μαρία Καρυστιανού και ο Αλέξης Τσίπρας αναμένεται να ανακοινώσουν τις δικές τους πρωτοβουλίες. Δύο διαφορετικές αφετηρίες. Δύο διαφορετικές διαδρομές.

Η Μαρία Καρυστιανού φαίνεται να αντλεί δυναμική από ένα κοινωνικό ρεύμα που διαμορφώθηκε εκτός των παραδοσιακών κομματικών μηχανισμών. Η παρουσία της στον δημόσιο λόγο συνδέεται με συγκεκριμένα γεγονότα και έντονο συναισθηματικό φορτίο, στοιχεία που της προσδίδουν απήχηση σε πολίτες που αμφισβητούν την υφιστάμενη πολιτική πραγματικότητα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτή η δυναμική μπορεί να μετουσιωθεί σε συνεκτική, διαρκή πολιτική πρόταση.

Advertisement
Advertisement

Στον αντίποδα, ο Αλέξης Τσίπρας κινείται σε ένα διαφορετικό πεδίο. Με μακρά πολιτική διαδρομή και εμπειρία στην κορυφή της εξουσίας, η ενδεχόμενη ίδρυση νέου κόμματος συνιστά προσπάθεια επανατοποθέτησης ενός χώρου που έχει υποστεί σημαντικές μεταβολές. Το εγχείρημα αυτό θα κριθεί όχι μόνο από το νέο αφήγημα, αλλά και από την αποτίμηση του παρελθόντος.

Η επιτυχία ή η αποτυχία αυτών των εγχειρημάτων όμως δεν θα κριθεί μόνο από τις ίδιες τις προτάσεις τους. Θα κριθεί και από το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα κληθούν να μιλήσουν. Και αυτό το περιβάλλον είναι προβληματικό.

Ωστόσο, η πολιτική αναδιάταξη δεν συντελείται σε ουδέτερο έδαφος. Συντελείται σε ένα περιβάλλον όπου ο ίδιος ο δημόσιος διάλογος εμφανίζει σημάδια φθοράς.

Δεν είναι τυχαίο ότι ορισμένοι από τους πιο επιδραστικούς χώρους δημόσιου διαλόγου έχουν μετατραπεί σε προνομιακές αρένες.   Η πρόσβαση, εκεί,  δεν κερδίζεται με την ποιότητα της σκέψης, αλλά εξαγοράζεται.

Όταν η συμμετοχή σε θεσμοθετημένες δημόσιες συζητήσεις μπορεί να εξασφαλιστεί μέσω υψηλού οικονομικού αντιτίμου, ο διάλογος κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα ιδιότυπο χρηματιστήριο ιδεών. Εκεί, η οικονομική δυνατότητα συνδέεται άμεσα με την ένταση της προβολής και τη διεύρυνση της απήχησης. Και σε αυτή τη συνθήκη, η ποιότητα του λόγου παύει να αποτελεί το βασικό κριτήριο.

Δεν είναι πρόβλημα η δικτύωση. Είναι πρόβλημα όταν γίνεται αυτοσκοπός.

Advertisement

Δεν είναι πρόβλημα η χρηματοδότηση. Είναι πρόβλημα όταν καθορίζει το περιεχόμενο.

Δεν είναι πρόβλημα η προβολή. Είναι πρόβλημα όταν υποκαθιστά την ουσία.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι πολίτες δεν εκτίθενται σε έναν διάλογο που προκύπτει από την αξία των ιδεών, αλλά σε έναν διάλογο που διαμορφώνεται από την ικανότητα πρόσβασης. Αυτό υπονομεύει όχι μόνο την ποιότητα της ενημέρωσης, αλλά και την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας.

Advertisement

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιοι θα είναι οι νέοι πολιτικοί φορείς. Είναι με ποιους όρους θα μπορέσουν να συνομιλήσουν ουσιαστικά με την κοινωνία.

Οι επόμενες εκλογές, όποτε κι αν διεξαχθούν, θα έχουν χαρακτηριστικά επανεκκίνησης του πολιτικού συστήματος. Η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να φέρει τα αποτυπώματα μιας δεκαπενταετίας κρίσεων, με την αίσθηση πίεσης και ανισότητας στην καθημερινότητα να παραμένει έντονη. Σε αυτό το περιβάλλον, η ανάγκη για νέες λύσεις και πειστικά οράματα δεν είναι αφηρημένη. Είναι επιτακτική.

Η κόπωση των πολιτών από επαναλαμβανόμενες υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον καχυποψίας. Κάθε νέα πολιτική πρόταση καλείται να αποδείξει από την πρώτη στιγμή την αξιοπιστία της: με σαφές σχέδιο, μετρήσιμα αποτελέσματα και συνέπεια λόγων και πράξεων.

Advertisement

Ταυτόχρονα, η κοινωνία βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο. Από τη μία πλευρά αναζητά σταθερότητα. Από την άλλη, αμφισβητεί την επάρκεια του υφιστάμενου μοντέλου. Σε αυτή τη λεπτή ισορροπία θα κριθούν όχι μόνο τα νέα εγχειρήματα, αλλά το σύνολο του πολιτικού συστήματος.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η πραγματική πρόκληση: όχι απλώς η δημιουργία νέων κομμάτων, αλλά η αποκατάσταση των όρων με τους οποίους η πολιτική συνομιλεί με την κοινωνία.

Advertisement