Γράφει ο Ορέστης Ομράν*

Με την πρόσφατη ολοκλήρωση των συμφωνιών μίσθωσης μεταξύ του ελληνικού κράτους και της κοινοπραξίας Chevron-HelleniQ Energy για την παραχώρηση αποκλειστικών δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων σε θαλάσσιες περιοχές νότια της Πελοποννήσου και της Κρήτης αλλά και τις νεότερες συμφωνίες στην Ουάσιγκτον ελληνικών εταιρειών με αμερικάνικες για την προμήθεια LNG,  η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο της διεθνούς ενεργειακής επικαιρότητας, γεγονός που δημιουργεί ακόμα θετικότερο αποτύπωμα της πατρίδας μας στις διεθνείς αγορές ενέργειας.

Advertisement
Advertisement

Εξάλλου η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και η ανάγκη εύρεσης περισσότερων εναλλακτικών προμηθευτών με τα ταυτόχρονη μετατόπιση των κέντρων παραγωγής και μεταφοράς που αναμένεται τα επόμενα χρόνια, αναδεικνύει ξεκάθαρα τη διορατικότητα με την οποία έδρασε η Κυβέρνηση στη διαμόρφωση και ολοκλήρωση των συμφωνιών αυτών.

Τέτοιες συμφωνίες ενισχύουν τον ευρωπαϊκό και διεθνή ρόλο της Ελλάδας για δύο λόγους: Πρώτον, διότι συμβάλλουν στην προσπάθεια ενίσχυσης της ενεργειακής ανεξαρτησίας και ασφάλειας της Ευρώπης και δεύτερον γιατί συσφίγγουν τις οικονομικές σχέσεις Ευρώπης-ΗΠΑ σε μια περίοδο που η ανάγκη της διατλαντικής συνεργασίας προβάλλεται όσο ποτέ. Εξάλλου, οι εξελίξεις αυτές σηματοδοτούν την περαιτέρω ενίσχυση της στρατηγικής σχέσης μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ, επιβεβαιώνοντας την κοινή πεποίθηση ότι τέτοιου είδους επενδύσεις στον ενεργειακό κλάδο συμβάλουν στην οικονομική ανάπτυξη και στην εθνική ασφάλεια.

Η είσοδος της Chevron στα ελληνικά θαλάσσια οικόπεδα συνιστά μια στρατηγικά σχεδιασμένη κίνηση, ενταγμένη σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό και οικονομικό προγραμματισμό. Με την Ελλάδα να αποτελεί πλέον την έκτη χώρα της περιοχής όπου δραστηριοποιείται η αμερικανική εταιρεία, αναπτύσσεται μια νέα δυναμική στον ενεργειακό χάρτη. Σύμφωνα με τα ως τώρα δεδομένα, η πρώτη φάση του προγράμματος εκτιμάται ότι θα έχει διάρκεια τριών ετών και θα επικεντρωθεί στη διενέργεια δισδιάστατων σεισμικών ερευνών, ενώ θα ακολουθήσει η δεύτερη φάση, διάρκειας δύο επιπλέον ετών, κατά την οποία προβλέπεται η υλοποίηση τρισδιάστατων σεισμικών καταγραφών. Οι πρώτες σεισμικές έρευνες νότια της Κρήτης αναμένεται να πραγματοποιηθούν στα τέλη του 2026, ενώ η έναρξη της πρώτης ερευνητικής γεώτρησης εκτιμάται ότι θα μπορούσε να υλοποιηθεί πιθανώς εντός του 2028.

Ωστόσο, όπως είναι λογικό, το ακριβές χρονοδιάγραμμα θα εξαρτηθεί από τα αποτελέσματα των σεισμικών δεδομένων, το είδος και τα χαρακτηριστικά των πιθανών κοιτασμάτων, τα βάθη και τις γεωλογικές ιδιαιτερότητες της κάθε περιοχής. Εφόσον οι γεωτρήσεις προχωρήσουν και επιβεβαιωθούν αξιοποιήσιμα κοιτάσματα, η εμπορική παραγωγή φυσικού αερίου θα μπορούσε να ξεκινήσει την περίοδο 2032-2035.

Την ίδια στιγμή, οι μακροπρόθεσμες συμβάσεις προμήθειας LNG, η επένδυση στην Ελευσίνα, η συζήτηση για την κατασκευή περισσότερων τερματικών σταθμών LNG και η υλοποίηση του Κάθετου Διαδρόμου με τη συμμετοχή ελληνικών εταιρειών σε όλη τη διαδρομή του -όπως εξάλλου διαφαίνεται να συμβαίνει και στην ανοικοδόμηση της Ουκρανίας- δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια Ελλάδα γεωπολιτικά και οικονομικά ισχυρότερη μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια και γιατί όχι μια Ελλάδα ως νέα περιφερειακή δύναμη στην περιοχή μας. Η πρόσφατη έμπρακτη στρατιωτική υποστήριξη της Κύπρου κατά της ιρανικής απειλής είναι μια κίνηση προς αυτή την κατεύθυνση.

Η μετατροπή της χώρας από καταναλωτή σε εν δυνάμει παραγωγό υδρογονανθράκων ανοίγει τον δρόμο για την ανάπτυξη της εξαγωγικής της δραστηριότητας. Η αναγκαία αναβάθμιση των υποδομών δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας. Η αναγνώριση της χώρας μας ως του ασφαλέστερου και αποδοτικότερου προορισμού επένδυσης ξένων κεφαλαίων στη Νοτιοανατολική Ευρώπη αναβαθμίζει συνολικά την ελληνική οικονομία και ανοίγει τη συζήτηση για επενδύσεις που μέχρι πριν λίγα χρόνια θα φαίνονταν απολύτως μη ρεαλιστικές.

Όλα αυτά υπό μία προϋπόθεση: Να συνεχιστεί η άοκνη προσπάθεια υλοποίησης και απαρέγκλιτης εφαρμογής των συμφωνιών ως κομμάτι ενός νέου εθνικού οικονομικού στρατηγικού δόγματος, ανεξαρτήτως της ιδεολογικοπολιτικής προέλευσης των κυβερνώντων την επόμενη δεκαετία. Εξάλλου, η κυβερνητική σταθερότητα στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις δεν είναι πολιτικό φετίχ αλλά αδήριτη αναγκαιότητα.

Ο Ορέστης Ομράν είναι διεθνή δικηγόρος, Πρόεδρος του Think Tank SYNERGIA.