Τον Αύγουστο του 2020, εν μέσω της κορύφωσης της τουρκικής επιθετικότητας έναντι της Ελλάδας και της Κύπρου, ο επικεφαλής της Mossad Yossi Cohen ανέφερε ότι «η ιρανική ισχύς είναι εύθραυστη και η αληθινή απειλή έρχεται από την Τουρκία». Η εν λόγω δήλωση μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί, όπως άλλωστε μαρτυρείται από τις μετέπειτα περιφερειακές εξελίξεις, ενώ προστίθεται και σε αναλύσεις διακεκριμένων Ισραηλινών Καθηγητών, όπως ο Efraim Inbar, ο οποίος αναφέρθηκε – ήδη από το 2010 – σε «ανάδυση αντι-σημιτικών ελίτ στην Τουρκία, εκφραζόμενες πολιτικά μέσω του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης».
Το ιρανικό καθεστώς διαθέτει πολλά τρωτά σημεία, τα οποία μειώνουν σαφώς την ανθεκτικότητά του, ενώ η σχετικά χαμηλή διεθνής νομιμοποίησή του επιτρέπει στο Ισραήλ να θέτει υπό έλεγχο την πορεία ισχυροποίησής του. Τούτο διαφάνηκε ιδιαίτερα ευκρινώς στην περίπτωση τόσο του βομβαρδισμού των ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων όσο και στον προηγηθέντα στρατηγικό εκμηδενισμό της Χαμάς και της Χεζμπολά.
Αντιθέτως, η Τουρκία συνιστά εξόχως ανησυχητική περίπτωση επίδοξου περιφερειακού ηγεμόνα. Η γεωστρατηγική της έχει λάβει δομικά χαρακτηριστικά, τα οποία δύσκολα ανατρέπονται, με αυτό να συνιστά και εχέγγυο για την οιαδήποτε περαιτέρω συνεργασία της Ελλάδας με το Ισραήλ. Με άλλα λόγια, η ρήξη της Τουρκίας με το Ισραήλ καθίσταται ολοένα και δυσκολότερο να γεφυρωθεί, επειδή η Άγκυρα διασυνδέεται διαρκώς και εντονότερα με ό,τι εναντιώνεται στην προοπτική επιβίωσης του ισραηλινού κράτους.
Μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1990, η ελληνική στρατηγική του κατευνασμού συνέστησε ένα σημαντικότατο (όχι το μοναδικό) παράγοντα αποδέσμευσης της Τουρκίας, προκειμένου να επικεντρωθεί σε ζητήματα ασφαλείας και παράθυρα ευκαιρίας στη Μέση Ανατολή. Αν, μάλιστα, προστεθεί και η συρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας κατά τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, τη στιγμή που η τουρκική κάλπαζε και έτεροι δυνητικοί εξισορροπητές όπως η Συρία διαλύονταν, τότε καθίσταται αντιληπτό ότι παρουσιαζόταν για την Άγκυρα ένα πρωτόγνωρο πεδίο διεύρυνσης της επιρροής της.
Η εν λόγω επιρροή συνδέεται με ζητήματα διαχείρισης απειλών όπως οι Κούρδοι, ήπιας ισχύος, οικονομικής διπλωματίας και ιδίως διακρατικών ενεργειακών συμφωνιών. Συνεπώς, η επικέντρωση στη Μέση Ανατολή κατέστη ιδιαίτερα προσοδοφόρα όχι μόνο για το τουρκικό κράτος, αλλά κυρίως για τις επιχειρηματικές ελίτ που διασυνδέουν τα συμφέροντά τους με τους υπάρχοντες συσχετισμούς στην Άγκυρα. Συσχετισμοί, οι οποίοι παγιώνονται όσο η αντίληψη για θέματα εξωτερικής πολιτικής στην Τουρκία τείνει να διαπερνά οριζόντια το σύνολο του πολιτικού συστήματος.
Ο εξισλαμισμός της στρατηγικής κατεύθυνσης της Τουρκίας έχει ταυτιστεί με την άνοδο και παραμονή στην εξουσία του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, αλλά ουσιαστικά χαίρει της υποστήριξης σύσσωμης της πολιτικής τάξης, συμπεριλαμβανομένης φυσικά της Ακροδεξιάς. Στις συγκεκριμένες επιλογές, η Τουρκία εξωθήθηκε και με αφορμή την ουσιαστική απόρριψη της προοπτικής ένταξής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Κατά συνέπεια, η Τουρκία ακολουθεί στρατηγική προσεταιρισμού του μουσουλμανικού κόσμου καθότι θεωρεί ότι είναι προς το συμφέρον της και αποτελεί «μονόδρομο» για την ίδια ώστε να μπορέσει να ανέλθει στην περιφερειακή – ή και στην πλανητική σύμφωνα με τους Νταβούτογλου και Ερντογάν – κατανομή ισχύος. Η ανάληψη ηγετικής θέσης στο μουσουλμανικό κόσμο προϋποθέτει τη διάρρηξη των σχέσεων με το Ισραήλ ή τουλάχιστον αυτό εκτιμά η Άγκυρα, αν κρίνουμε από τις στομφώδεις δηλώσεις του Προέδρου της και τις διακηρύξεις αξιωματούχων της περί «δυνατότητας του τουρκικού στρατού να εισέλθει στο Τελ Αβίβ σε 72 ώρες»! Τα ίδια λέγονταν επί χρόνια για τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα.
Τα ως άνω ακροθιγώς παρατιθέμενα δείχνουν το δρόμο των εξελίξεων για το 2026, καθώς είναι πλέον σαφές ότι έχουμε φθάσει σε ένα σημείο καμπής τόσο σε επίπεδο περιφερειακών ζυμώσεων όσο και διεθνούς πραγματικότητας. Η σύσφιξη των ελληνοϊσραηλινών σχέσεων ήδη προκαλεί εμφανή νευρικότητα στην Τουρκία, η οποία αντιδρά στην προοπτική σύστασης οιουδήποτε μηχανισμού αντιηγεμονικής συσπείρωσης. Σε ένα διεθνές σύστημα υψηλής αβεβαιότητας, οι συμμαχίες δε συνιστούν εξαίρεση. Μπορούν, όμως, να χαλυβδωθούν υπό τη σκέπη διευρυμένης δεσμευτικότητας και σύγκλισης συμφερόντων, δεδομένης της κοινής αντίληψης για το τι και ποιος απειλεί την περιφερειακή ειρήνη.