Ο Μιχαήλ Κοκκίνης υπήρξε μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες αλλά λιγότερο προβεβλημένες μορφές της Ελληνικής Επανάστασης. Χιώτης στην καταγωγή, με σπουδές μηχανικού πιθανότατα στη Γαλλία, έφερε στο Μεσολόγγι όχι μόνο πατριωτικό ενθουσιασμό αλλά και πολύτιμη τεχνική γνώση. Η συμβολή του στην οχύρωση και την υπεράσπιση της πόλης κατά τη δεύτερη πολιορκία της υπήρξε καθοριστική.

Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στη Γαλλία, ο Κοκκίνης μετέβη στη Ρουμανία και δίδαξε Μαθηματικά, Γεωδαισία, Σχέδιο και Γερμανικά στην ανωτέρα ελληνική σχολή του Βουκουρεστίου. Ο Κοκκίνης ήταν ιδιαίτερα μορφωμένος για την εποχή του, είχε εγκυκλοπαιδική μόρφωση ενώ γνώριζε, εκτός των γαλλικών, ιταλικά, γερμανικά και πιθανώς ρουμάνικα. Κατά τις σπουδές του στη Γαλλία, οι οποίες έγιναν με τη στήριξη του εύπορου θείου του Αντώνη Κοκκίνη, ήρθε σε επαφή με το έργο επιφανών Γάλλων στρατιωτικών μηχανικών, γνώσεις που αργότερα αποδείχθηκαν πολύτιμες. 
Κατά τη διαμονή του στο Βουκουρέστι ο Κοκκίνης γνωρίστηκε με τον Γεώργιο Πραΐδη, στενό συνεργάτη του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και συμμετείχε στην επανάσταση των Παραδουνάβιων Χωρών υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Μετά την αποτυχία του κινήματος, ο Κοκκίνης έλαβε την απόφαση να κατέβει στην Ελλάδα, για να βοηθήσει τον Αγώνα και διάλεξε το Μεσολόγγι καθώς εκεί βρισκόταν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος.

Advertisement
Advertisement

Η άφιξη του Κοκκίνη στο Μεσολόγγι και η ανάληψη του έργου (Φεβρουάριος – Μάρτιος 1823)

Τον Φεβρουάριο του 1823 ο Κοκκίνης έφτασε στο Μεσολόγγι μέσω της Ιταλίας ύστερα από ένα περιπετειώδες ταξίδι στο οποίο λίγο έλλειψε να χαθεί μαζί με άλλους 71 Έλληνες επιβάτες. Με την έλευσή του στην πόλη, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος του ανέθεσε την εκπόνηση μελέτης και τη διεύθυνση κατασκευής οχυρωματικών έργων περιμετρικά του Μεσολογγίου. Στο αρχείο του Μαυροκορδάτου αναφερόταν ως ιντζινιέρης (engineer) του Μεσολογγίου, ενώ άλλοι αγωνιστές στις αναμνήσεις τους τον ανέφεραν ως μηχανικό ή τειχοποιό αρχιτέκτονα.[1]

Το Μεσολόγγι είχε έκταση μόλις 700 περίπου στρέμματα, η μισή περίμετρός του περιβαλλόταν από μια αβαθή λιμνοθάλασσα, οπότε η οχύρωσή του από ξηρά ήταν σχετικά ευχερής. Ήδη είχε κατασκευαστεί από τοπικούς προκρίτους τον Αύγουστο του 1821 ένα πρόχειρο περιτείχισμα ύψους 1,20-1,50 μέτρων, με μια κυκλική τάφρο που επικοινωνούσε με τη Λιμνοθάλασσα. Το πρόχειρο αυτό τείχος είχε σώσει την πόλη στην πρώτη πολιορκία του Κιουταχή, αλλά ήταν προφανώς ανεπαρκές για να αντέξει σε συστηματικούς κανονιοβολισμούς ή σε μακρά πολιορκία.

Ο Kοκκίνης μελέτησε προσεκτικά το υφιστάμενο τείχος και τις υπάρχουσες δυνατότητες και βοηθούμενος από τον αρχιτέκτονα Μεσολογγίτη Σταύρο Κουτζούκη, εκπόνησε τη σχετική μελέτη για την κατασκευή ενός νέου ισχυρότερου τείχους. Ο Έλληνας μηχανικός σχεδίασε την ανακατασκευή και ενίσχυση του υπάρχοντος τειχίσματος με την προσθήκη προμαχώνων και αμυντικών πυργίσκων χρησιμοποιώντας τεχνικές των Γάλλων μηχανικών Μονταλεμπέρ και Κλεράκ. Οι νέοι αυτοί προμαχώνες ενίσχυαν σημαντικά τις αμυντικές δυνατότητες των υπερασπιστών, ενώ ο Κοκκίνης σχεδίαζε να εγκαταστήσει σε αυτούς και μικρά κανόνια.

Η κατασκευή του έργου άρχισε στις 7 Μαρτίου 1823, με τη στήριξη του Μαυροκορδάτου αλλά και υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες: έλλειψη οικοδομικών υλικών, περιορισμένη χρηματοδότηση και συνεχείς δυσχέρειες και προσκόμματα που ανέκυπταν. Η φρουρά της πόλης συμμετείχε εθελοντικά, και την καθοδηγούσαν στις εργασίες 30 έμπειροι εργάτες. Η συμμετοχή αυτή αποδείχθηκε πολύτιμη αφού τα μέλη της φρουράς απέκτησαν την εμπειρία να επισκευάζουν τα τείχη κατά τη διάρκεια της πολιορκίας, ακόμη και κατά τη διάρκεια της μάχης.[2]

Ο Κοκκίνης δεν περιορίστηκε στον σχεδιασμό, αλλά παρακολουθούσε καθημερινά την πρόοδο των εργασιών, ορίζοντας αυστηρούς κανόνες για τις μεταφορές, την εργασία και την επιτήρηση του χώρου. Καθόρισε αυστηρά τα ωράρια εργασίας και τις βάρδιες των εργατών, τα διαλείμματα για φαγητό και ξεκούραση, καθώς και τις πληρωμές τους.

Η αμοιβή του Κοκκίνη είχε οριστεί στα 200 γρόσια τον μήνα, ενώ οι επιστάτες αντίστοιχα λάμβαναν 80 γρόσια, αμοιβές σχετικά χαμηλές για το είδος της εργασίας. Ο Κοκκίνης εμπέδωσε την πειθαρχία στο προσωπικό, απομακρύνοντας αμέσως από το έργο οποιονδήποτε εργάτη δημιουργούσε πρόβλημα ή απειθούσε στις διαταγές.

Advertisement

Επίσης, ζητούσε από τους επιστάτες τακτικές αναφορές για την πρόοδο των εργασιών τους και δεν ανεχόταν την παραμικρή καθυστέρηση, ακόμη και όταν προβαλλόταν ως δικαιολογία η ασθένεια. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά, «..το ιερόν έργον του Γένους δεν γνωρίζει μήτε αρρωστίαν μήτε θάνατον…».[3]

Ο ζήλος και η εργώδης δραστηριότητα του Κοκκίνη καθρεφτίζονται στις εντολές και διαταγές του προς τους αρμόδιους αξιωματούχους του Μεσολογγίου, προς τον διευθυντή της Αστυνομίας, τον Λιμενάρχη, τους επιστάτες των οχυρώσεων κτλ. Στις προσταγές αυτές ζητούσε αυστηρή αστυνόμευση ώστε να μην πλησιάζει στο χώρο των εργασιών όποιος δεν είχε εργασία, να οριστεί ειδικό σημείο για την εκφόρτωση όσων πρώτων υλών προορίζονταν για το τείχος, ενώ ζητούσε να επιβληθούν ποινές σε όποιο εργολάβο καθυστερούσε τις παραδόσεις του. [4]

Όπως έλεγε και ο ίδιος ο Κοκκίνης σε μια προσταγή του “…επειδή η υποταγή εις τους πολιτικούς και πολεμικούς νόμους είναι η μόνη σωτηρία του Γένους μας και καθώς σας είναι γνωστό, μόνον με την ευταξίαν και υποταγήν ημπόρεσα με την βοήθειαν του Θεού να γίνη, το αδύνατο δυνατόν και να δείξω μίαν μικροτάτην δούλευσιν εις την Πατρίδα καθώς και η ευγένεια σας όπου δώσατε το παράδειγμα ότι όχι μόνον δουλεύετε την Πατρίδα με ζήλον και πίστη αλλά ακόμη εις όλα όπου επρόσταξα εις το όνομα του νόμου, τα εκτελέσατε αμέσως…”

Advertisement

Αλλά ο Κοκκίνης δεν περιορίστηκε στο τεχνικό κομμάτι ανέγερσης του τείχους. Με το παράδειγμά του, τον ενθουσιασμό και την αυστηρότητά του κινητοποίησε τους Μεσολογγίτες και τους στράτευσε στην κατασκευή του “ιερού έργου του Έθνους”. Ο λαός του Μεσολογγίου ανεξαρτήτως ηλικίας, φύλου και οικονομικής τάξης εργάστηκε ολόψυχα μέρα-νύχτα επί επτά μήνες για να κατασκευάσει την επταγωνική προς την ξηρά οχυρωματική γραμμή. Ακόμη και σε θρησκευτικές γιορτές έβλεπε κανείς τους Μεσολογγίτες να μην γυρνούν στην αγορά φορώντας τα καλά τους ρούχα, αλλά στη σειρά να κουβαλούν πέτρες για το τείχος.[5]

Είναι πάντως χαρακτηριστικό πως ο Κοκκίνης διαμαρτυρήθηκε κατά ντόπιων προκρίτων που επέβαλαν αλλαγές που αλλοίωναν τα αρχικά του σχέδια, καθώς πολλές φορές άλλαζε η χάραξη του τείχους για να συμπεριληφθεί εντός της περιμέτρου του κάποια πρόχειρη καλύβα, ή κάποιο άλλο κτίσμα.

Ο ίδιος ο Κοκκίνης σε επιστολή του ανέφερε «… θέλει μείνει εκστατικός βλέπων τας δυσκολίας και τας περιπλοκάς και τα εμπόδια τα οποία συνήντησα εις την εξακολούθησι των έργων μου».

Advertisement

Μια άλλη σοβαρή δυσκολία στο έργο της ανέγερσης του τείχους ήταν η έλλειψη απαραίτητων οικοδομικών υλικών. Όπως έλεγε ο ίδιος «…δια να επιταχυνθή ακόμη το έργον σας καθικετεύω να ευδικήσετε να μοι σταλώσι πάλοι, στύλοι, κτίστα, χρήματα, βόμβες και κανόνια…»[6]

Ήδη όμως, εντός μόλις δύο μηνών, ο Κοκκίνης ανήγγειλε στον Μαυροκορδάτο ότι το τείχος έχει προχωρήσει τόσο ικανοποιητικά ώστε να μπορεί να αντέξει οποιαδήποτε εχθρική προσβολή.[7] Στη συνέχεια το έργο διακόπηκε αρκετές φορές λόγω της έλλειψης χρημάτων, και κυρίως την περίοδο του χειμώνα του 1823-1824 λόγω των πολλών βροχών. Το κόστος αποπεράτωσης καλύφθηκε με πωλήσεις εθνικών γαιών, από εισφορές των κατοίκων της πόλης, με έκτακτη φορολογία στο σιτάρι που καθόρισε ο Μαυροκορδάτος, αλλά και με εισφορές που συγκεντρώθηκαν στα Επτάνησα.

Την άνοιξη του 1824 δαπανήθηκε για τις τελικές εργασίες ανέγερσης ένα μεγάλο ποσό από το πρώτο αγγλικό δάνειο (4000 χρυσά τάλιρα), ενώ και ο Λόρδος Βύρων έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τις εργασίες συμβάλλοντας στην τελική αποπεράτωσή τους με 1000 χρυσά τάλιρα.

Advertisement
Οι οχυρώσεις του Μεσολογγίου Πηγή Wikipedia Commons

Το ιερό τείχος του Μεσολογγίου

Το κυκλικό τείχος του Μεσολογγίου ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 1824. Για τα μέσα της εποχής και τις περιορισμένες δυνατότητες που είχε στη διάθεσή του ο Κοκκίνης, επρόκειτο πράγματι για έναν άθλο. Το τείχος ήταν πλίθινο, είχε συνολικό μήκος 2 χλμ. και ύψος 3,5 μέτρα, ενώ εσωτερικά είχε ένα υπερυψωμένο ανάχωμα ώστε οι υπερασπιστές του να πολεμούν υπό κάλυψη. Από την εσωτερική μεριά, ο Κοκκίνης είχε τοποθετήσει μια σειρά ξύλινων πασσάλων που έδινε σταθερότητα και συγκρατούσε το κυρίως τείχος.[8]

Advertisement

 Σε μια από τις πιο γνωστές και εντυπωσιακές προσταγές του, ο Κοκκίνης ονόμασε το συνολικό οχύρωμα ως  «Ελληνικό Επτάγωνο αριθ. 1» και στους προμαχώνες (ντάπιες) έδωσε ονόματα ηρώων της επανάστασης, φιλοσόφων του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, φιλελλήνων και επιφανών ξένων. Στο σχεδιάγραμμα του σημειώνει με αρίθμηση 1-23 από ανατολή προς δύση τους προμαχώνες με τα ακόλουθα ονόματα:

1 – Κανονοστάσιο Σαχτούρης (προς τιμή του Υδραίου ναυάρχου). Ο προμαχώνας αυτός βρισκόταν επί της νησίδας Μαρμαρού στο Βορειοδυτικό άκρο του χερσαίου τείχους.

2 – Βαταρία Κυριακούλης Μαυρομιχάλης (προς τιμή του γενναίου αρχηγού των Μανιατών που φονεύθηκε κατά την μάχη της Σπλάντζας και τάφηκε στο Μεσολόγγι) αποτελώντας τον δυτικό προμαχώνα του χερσαίου τείχους.

Advertisement

3 – Πύργωμα Κοστσιούσκο (προς τιμή του Άντζεϊ Ταντέους Μποναβεντούρα Κοστσιούσκο ήρωα της Πολωνίας και των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, γνωστού για τη συμβολή του στον αγώνα για την ανεξαρτησία των Η.Π.Α.).

4 – Πύργωμα Γουλιέλμος Τέλλος (προς τιμή του εθνικού ήρωα της Ελβετίας, γνωστού για τη γενναιότητα και την αντίστασή του ενάντια στην τυραννία, αποτελώντας σύμβολο ελευθερίας και ανεξαρτησίας).

5 – Κανονοστάσιο Θόκολυ (προς τιμή του Έμερικ Θόκολυ, Ούγγρου ευγενή και στρατιωτικού που ηγήθηκε εξέγερσης εναντίον των Αψβούργων την περίοδο 1678–1685).

6 – Κανονοστάσιο Λόρδος Βύρων (προς τιμή του μεγάλου Άγγλου φιλέλληνα, ο οποίος πέθανε το 1824 στο Μεσολόγγι, έχοντας χρηματοδοτήσει μεγάλο μέρος των οχυρώσεων της πόλης).

7 – Πύργωμα Φραγκλίνος (προς τιμή του θεμελιωτή της ανεξαρτησίας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής) ή Τερίμπιλι (λόγω των σκληρότατων μαχών που έγιναν εκεί κατά τη διάρκεια της πολιορκίας).

8 – Κανονοστάσιο Νόρμαν (προς τιμή του φιλέλληνα Γερμανού στρατηγού Νόρμαν που τραυματίστηκε στη μάχη του Πέτα την 4 Ιουλίου 1822 και απεβίωσε στο Μεσολόγγι).

9 – Πύργωμα Κανονοστάσιο Μιαούλης (προς τιμή του ένδοξου Υδραίου ναυάρχου, ο οποίος ανεφοδίαζε με προμήθειες το Μεσολόγγι).

10 – Κανονοστάσιο Κουτσοναίικων (τοπικό τοπωνύμιο οικιών).

11 – Πύργωμα Κοραής (προς τιμή του Αδαμάντιου Κοραή, Δασκάλου του Γένους).

12 – Προτείχισμα Μάρκος Μπότσαρης (προς τιμή του φονευθέντος το 1823 στρατηγού Μάρκου Μπότσαρη, ο οποίος τάφηκε στο Μεσολόγγι).

13 – Κανονοστάσιο Ιγνάτιος (προς τιμή του Μητροπολίτη Άρτας και πρώην Ουγγροβλαχίας, ο οποίος ανέπτυξε σημαντική δράση και ενίσχυσε οικονομικά το Μεσολόγγι).

14 – Προτείχισμα Μακρής (προς τιμή του ηρωικού αρματολού Δημήτριου Μακρή).

15 – Κανονοστάσιο Κεραυνοβόλος (λόγω του ισχυρού πυρός και της ευστοχίας των πυροβολητών).

16 – Πρόφραγμα Γουλιέλμος της Οράγγης (προς τιμή του ελευθερωτή της Ολλανδίας και μετέπειτα Βασιλέα της Αγγλίας).

17 – Κανονοστάσιο Ρήγας (προς τιμή του Ρήγα Φεραίου, πρωτοπόρου της ιδέας της ελευθερίας και της επανάστασης στα Βαλκάνια).

18 – Κανονοστάσιο Αντώνιος Kοκκίνης (προς τιμή του θείου και ευεργέτου του μηχανικού Μιχαήλ Κοκκίνη, ο οποίος κάλυψε τα έξοδα σπουδών του).

19 – Κανονοστάσιο Μονταλεμπέρ (προς τιμή του Μαρκήσιου Μονταλεμπέρ, επιφανούς Γάλλου στρατιωτικού μηχανικού, στις αρχές του οποίου ο Κοκκίνης βάσισε την οχύρωση της πόλης).

20 – Κανονοστάσιο Λόρδου Σέφφιλντ (προς τιμή του λόρδου Σέφφιλντ, ο οποίος διέσωσε τον Κοκκίνη και 71 επιπλέον Έλληνες στο ταξίδι τους από την Ιταλία προς την Ελλάδα).

21 – Πύργωμα Σκεντέρμπεης (προς τιμή του γνωστού Ηπειρώτη ήρωα Γεώργιου Καστριώτη, ο οποίος πολέμησε σθεναρά την Οθωμανική αυτοκρατορία).

22 – Πύργωμα Kανάρης (προς τιμή του ένδοξου Ψαριανού ναυάρχου).

23 – Πύργωμα Δρακούλης (προς τιμή του λόγιου καθηγητή Σπυρίδωνα Δρακούλη από την Ιθάκη που δίδασκε στο Βουκουρέστι και που πολέμησε πεθαίνοντας ηρωικά στη μάχη του Δραγατσανίου το 1821, ως μέλος του Ιερού Λόχου).[9]

Προφανώς όλη αυτή η ονοματοδοσία δεν ήταν μια άσκοπη μεγαλόστομη περιττή επίδειξη, αλλά μια εύστοχη υπόμνηση του Κοκκίνη προς τους Μεσολογγίτες και τη φρουρά της πόλης, ότι ο απελευθερωτικός αγώνας των Ελλήνων ήταν συνέχεια άλλων αντίστοιχων, όπως αυτών της Αμερικής και της Πολωνίας.[10]

Επίσης, η ονοματοδοσία είχε και ένα ακόμη πρακτικό πλεονέκτημα, καθώς οι αμυνόμενοι χάρη στα ονόματα αυτά προσανατολίζονταν και συνεννοούνταν αμέσως, συντονίζοντας ευκολότερα τη δράση τους. Πρέπει επίσης να ειπωθεί ότι τα ονόματα αυτά διευκόλυναν την αφήγηση των ιστορικών στιγμών της πολιορκίας, ενώ βοήθησαν και τους μελλοντικούς ιστοριογράφους να εξηγήσουν καλύτερα τα γεγονότα.

Τέλος, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι τα ονόματα αυτά των οχυρώσεων συγκινούν και προσδίνουν μια στίλβη και στα ιστορικά κείμενα που διαβάζει κανείς για την δεύτερη πολιορκία και πτώση του Μεσολογγίου. Δεν αποτελούν ούτε βερμπαλισμό ούτε μεγαλοστομία, αλλά μια συγκινητική και έντιμη συλλογική πολιτική διακήρυξη του λαού του Μεσολογγίου για την ελευθερία του.

Αλλά ακόμη και μετά την πρώτη ολοκλήρωση του κυρίως τείχους, ο Κοκκίνης δεν σταμάτησε να το ενισχύει με τη βοήθεια των προκρίτων και των κατοίκων της πόλης. Έτσι, από τον Μάιο ως τον Αύγουστο του 1825 κατασκεύασε επάκτια πυροβολεία – κανονοστάσια σε πέντε θέσεις: α) στο Λητροβιό, β) στον Ανεμόμυλο, γ) στο Μπούρμπαχη, δ) στη Δουγάνα, ε) στου Γιαξίμη. Επίσης ανέλαβε οχυρωματικά έργα στο Αιτωλικό αλλά και στις νησίδες της λιμνοθάλασσας (όπως στην Προκοπάνιστο).

Η θέση της νησίδας αυτής ήταν στρατηγικής σημασίας,  καθώς έλεγχε τον δίαυλο προς τη λιμνοθάλασσα και μπορούσε να αναχαιτίσει την είσοδο του οθωμανικού στόλου. Τα οχυρωματικά έργα στη νησίδα έγιναν με χρηματική ενίσχυση του Λόρδου Βύρωνος και γι΄ αυτόν τον λόγο ο Κοκκίνης έδωσε το όνομα του Άγγλου φιλέλληνα στο φρούριο της.

Το φρούριο στην Προκοπάνιστο εγκαινιάστηκε στις 16 Ιουνίου του 1824 δύο μήνες μετά το θάνατο του Λόρδου Βύρωνος και καθαγιάστηκε από τον Επίσκοπο Ρωγών Ιωσήφ παρουσία του Μαυροκορδάτου και των φιλελλήνων Λόρδου Τσάρλς Μάρεϊ και του Εντουαρντ Μπλακίρ. O Κοκκίνης τους υποδέχθηκε με τιμητικές βολές της φρουράς του τείχους και ύστερα από μικρή ομιλία του Μαυροκορδάτου πήρε τον λόγο και εξήρε την προσφορά του Λόρδου Βύρωνα στην ολοκλήρωση του έργου. “…Πρέπει αύθυς να ομολογήσωμεν ότι και ενταύθα συνετέλεσε τα μέγιστα ο Αθάνατος Λόρδος Βύρων του οποίου η ατελεύτητος μνήμη μέλλει να στεφανώνει αείποτε τας κορυφάς των δι΄αυτού εν γένει επιδιορθέντων οχυρωμάτων μας… Λάβατε την καλοσύνη να γνωστοποιήσετε προς την έκλαμπρον οικογένεια του αείμνηστου καθώς και προς πάντας τους λατρευτάς του τα εγκάρδια της ημών ευγνωμοσύνης αισθήματα.” Τέλος, ο Κοκκίνης χαρακτήρισε το φρούριο Λόρδος Βύρων  απόρθητο οχυρό που αποτελεί προπύργιο και τηλέγραφος της ελευθερίας αυτού του μέρους της Ελλάδος.[11]

Η ολοκλήρωση του έργου και η αναγνώριση των υπηρεσιών του Μιχαήλ Κοκκίνη από τους πολίτες του Μεσολογγίου και την κυβέρνηση (Ιούνιος 1824 – Μάρτιος 1825).

Όταν επιτέλους ολοκληρώθηκε το έργο, το αποτέλεσμα ήταν τόσο άρτιο για τα δεδομένα της πόλης και της οθωμανοκρατίας,[12] ώστε όλοι οι ξένοι που το επισκέφθηκαν (όπως ο Άγγλος ναύαρχος Hamilton), έμειναν εκστατικοί.

Ο Άγγλος στρατιωτικός Gordon θεωρούσε το τείχος και τους προμαχώνες του εντελώς πρωτόγονους, ενώ δεν είχαν καλυπτόμενη οδό για τους αμυνόμενους μεταξύ των πυργωμάτων.[13] Όπως αναφέρει και ο Σπυρίδων Τρικούπης, το τείχος οπτικά δεν εντυπωσίαζε·[14] ήταν όμως αναμφίβολο ότι οχύρωνε επαρκώς την πόλη και προστάτευε τους υπερασπιστές της.

Ο Κοκκίνης σε επιστολή του στον Μαυροκορδάτο ανέφερε προφητικά ότι η νέα οχυρωματική γραμμή είναι “ικανή να αντέξει πάσα εχθρικήν προσβολήν”, ότι είναι “θαυμαστόν αριστούργημα, άξιον του Ελληνικού Έθνους”, και ότι σίγουρα θα αναδειχθεί “εν θαύμα στην Ιστορία της εθνικής μας επαναστάσεως”.

Σε έπαινο του για τους εργάτες και τους μηχανικούς ανέφερε πως “οι Νέοι Έλληνες δεν υπολείπονται ούτε κατά την ανδρείαν ούτε κατά την δόξαν εις τους προγόνους των. Η επανάστασις ημών θέλει γεννήσει όχι μόνον προτερήματα συνήθη, αλλά πνεύματα εξαίσια εις παν είδος επιστημών και τεχνών”. [15]

Το νέο τείχος πρόσφερε ικανοποίηση και τόνωσε το αίσθημα ασφάλειας των κατοίκων του Μεσολογγίου, ενώ και ο ίδιος ο Κοκκίνης πεπεισμένος για την αντοχή του τείχους, μετέφερε την οικογένειά του από την Τεργέστη και την εγκατέστησε στο Μεσολόγγι.[16] Οι Μεσολογγίτες αναγνωρίζοντας τις πολύτιμες υπηρεσίες του στο κοινό, ανακήρυξαν τον Κοκκίνη επίτιμο πολίτη του Μεσολογγίου με ψήφισμα της 17ης Ιανουαρίου 1825.

Στο κείμενο του ψηφίσματος οι πολίτες του Μεσολογγίου εξέφραζαν την ευγνωμοσύνη τους για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στην πόλη, για το ζήλο του και τις μηχανικές του γνώσεις. Το Υπουργείο Πολέμου στις 15 Φεβρουαρίου του απένειμε τον βαθμό του πολεμικού μηχανικού και στις 4 Μαρτίου 1825 τον βαθμό του χιλίαρχου, ενώ τον διόρισε και αρχηγό του φρουρίου του Μεσολογγίου. Και αυτό γιατί «…αυτός εσχεδίασεν αυτό, αυτός επεστάτησε να το καλλωπίση, και οχυρώση και τέλος ασφαλίση δι΄αυτού του οχυρώματος και την Δυτικήν Ελλάδα κλονιζομένην..»[17]

Η δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου, η έξοδος και ο ηρωικός θάνατος του Κοκκίνη

Η πολιορκία του Μεσολογγίου 1925-1826 (πίνακας Παναγιώτη Ζωγράφου) Πηγή Wikipedia Commons

Κατά τη διάρκεια της πολύμηνης δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου, ο Κοκκίνης ήταν ανάμεσα στους βασικούς ηγέτες της άμυνας της πόλης, καθοδηγώντας τις επισκευές των ρηγμάτων που προκαλούνταν από το τουρκικό και αιγυπτιακό πυροβολικό.[18]

Καθημερινά επινοούσε νέους αυτοσχέδιους τρόπους βελτίωσης του τείχους και αποτελεσματικότερης άμυνας του Μεσολογγίου, καθώς οι Τούρκοι του Κιουταχή με τη βοήθεια υπονομοποιών προσπαθούσαν συνεχώς να σκάψουν κάτω από τα τείχη και να τα ανατινάξουν. Σε όλη τη μακρά διάρκεια της δεύτερης πολιορκίας, οι πολιορκητές αναζητούσαν τρόπους να υπονομεύσουν το τείχος, ενώ οι Έλληνες υπερασπιστές αγωνίζονταν αδιάκοπα να τους εμποδίσουν. 

Οι Τούρκοι χρησιμοποιώντας την τότε δημοφιλή πολεμική τεχνική των χαρακωμάτων κατάφεραν τελικά να πλησιάσουν σε μικρή απόσταση από την πόλη κατασκευάζοντας αναχώματα έναντι των ελληνικών οχυρώσεων, ενώ σε αρκετά σημεία κατάφεραν να επιχωματώσουν την τάφρο.

Το σημαντικότερο πρόβλημα των πολιορκημένων αφορούσε τη δημιουργία τουρκικού αναχώματος απέναντι από το κανονιοστάσιο του Φραγκλίνου, (ο Κοκκίνης το ονόμασε Ύψωμα της Ενώσεως) και διέθετε μεγαλύτερο ύψος από το αντίστοιχο ελληνικό καθιστώντας αδύνατη την υπεράσπισή του.[19]
Κατά την κρίσιμη εκείνη στιγμή, ο Κοκκίνης κατάφερε να ενισχύσει και να επισκευάσει πρόχειρα το τείχος με υλικά που συγκέντρωσε και μετέφερε εκτάκτως από την πόλη με τη βοήθεια της φρουράς και των κατοίκων.

Παράλληλα δημιούργησε μια επιπλέον εσωτερική γραμμή τείχους εκτεινόμενη από τις ντάπιες του Μονταλεμπέρ, του Ρήγα και του Μακρή, του Κοραή, του Φραγκλίνου, του Γουλιέλμου Τέλλου, του Κοστσιούσκου και του Λόρδου Βύρωνος στα σημεία που τα τουρκικά αναχώματα απειλούσαν την ελληνική διάταξη.

Στις 21 Ιουλίου 1825 οι Τούρκοι εξαπέλυσαν την κύρια επίθεση καταφέρνοντας να κυριεύσουν τον προμαχώνα του Φραγκλίνου, αλλά αντιμετωπίστηκαν επιτυχώς στη δεύτερη πρόχειρη οχυρωματική γραμμή που είχε προνοήσει να κατασκευάσει ο Κοκκίνης.

Η κατάσταση είχε καταστεί πλέον πολύ επικίνδυνη, ο Κοκκίνης βρέθηκε σε απορία και τελικά πρότεινε ως μόνη λύση την αντεπίθεση της φρουράς για την ανακατάληψη της βασικής γραμμής άμυνας.[20]

Η ελληνική αιφνιδιαστική νυχτερινή αντεπίθεση τρεις μέρες αργότερα προκάλεσε σοβαρές απώλειες στους Τούρκους αναγκάζοντάς τους να αναστείλουν τις επιθέσεις τους και να υποχωρήσουν. Ο Κοκκίνης έσπευσε να ονομάσει την περιοχή γύρω από τον προμαχώνα του Φραγκλίνου, Πλατεία Νίκης, ώστε να ενισχύσει το φρόνημα των πολιορκημένων για την ανακατάληψη του χαμένου εδάφους.

Η υποχώρηση του Κιουταχή και η προσωρινή επισκευή του τείχους

Μετά την πρώτη υποχώρηση του Κιουταχή στις γύρω περιοχές από όπου συνεχώς κανονιοβολούσε ανεπιτυχώς το Μεσολόγγι, και πριν την έλευση του Ιμπραήμ, ο Κοκκίνης είχε την ευκαιρία να εξετάσει τα τείχη από έξω. Μετά την κρίσιμη αυτή επιθεώρηση υπέβαλε λεπτομερή αναφορά στη διοίκηση Δυτικής Ελλάδας στις 6 Οκτωβρίου 1825, όπου κατέγραφε όλες τις ζημιές που είχαν υποστεί τα τείχη.

“…Εις το περιτοίχισμα λοιπόν του Μπότσαρη επροξένησεν ο εχθρός χαλάστραν βατήν. Εις την αυτήν βρίσκονται κατηγορία και τα περιενδεδυμένα κανονοστάσια του Κοραή, του Ιγνατίου του Κοκκίνη και του Μακρή. Υπέφερεν ωσαύτως άκραν φθοράν, εξ΄ ου εναργώς φαίνεται ότι το μέτωπον του περιτειχίσματος έπαθεν την μεγαλειτέραν βλάβην..»”[21]

Στην ίδια αναφορά ο Κοκκίνης ενημέρωνε τη Διοίκηση ότι οι Τούρκοι είχαν βομβαρδίσει τα τείχη με περίπου 10.000 βλήματα ανά μήνα, προκαλώντας σημαντικές ζημιές στους εξωτερικούς προμαχώνες σε σημείο αυτοί να καταστούν βατοί από την εχθρική πλευρά, καθώς η κλίση του εδάφους μειώθηκε κάτω από τις 45 μοίρες.

Τελείωνε την αναφορά του με ικεσίες να του διατεθούν οι απαραίτητοι πόροι και υλικά ώστε να επισκευάσει το τείχος όσο το δυνατόν ταχύτερα. Η δραματική έκκληση του Κοκκίνη προς τη Διοίκηση έπιασε τόπο και οι εργασίες μερικής αποκατάστασης ξεκίνησαν αμέσως από τεχνίτες και εργάτες υπό την καθοδήγησή του. Το τείχος αποκαταστάθηκε σε πολλά σημεία του και ήταν πλέον έτοιμο πριν την έλευση του Ιμπραήμ, αλλά οι επισκευές ήταν πρόχειρες λόγω της έλλειψης χρόνου και χρημάτων.[22] 

Η δεύτερη φάση της πολιορκίας και η ηρωική έξοδος

Μετά την έλευση του Ιμπραήμ που αποκάλεσε το τείχος του Μεσολογγίου απλό φράχτη που θα κατακτούσε εντός 15 ημερών,[23] η πολιορκία του Μεσολογγίου έγινε στενότερη και προκάλεσε πολύ μεγαλύτερες φθορές στο τείχος της πόλης, καθώς οι κανονιοβολισμοί αυξήθηκαν σε 2.000 ανά ημέρα.

Οι Αιγύπτιοι διέθεταν ικανό αριθμό Γάλλων μηχανικών, οι οποίοι εργάστηκαν μεθοδικά καθοδηγώντας σκαπανείς για τη δημιουργία υπονομεύσεων στα τείχη, προκαλώντας την ανατίναξη σημαντικών τους τμημάτων.

Οι ζημιές κατά τη δεύτερη φάση της πολιορκίας ήταν τόσο εκτεταμένες, ώστε ο Κοκκίνης διέταξε την κατεδάφιση περίπου 500 σπιτιών για την εξασφάλιση υλικών επισκευής. Ακόμη κι έτσι, όμως, τα υλικά δεν επαρκούσαν, με αποτέλεσμα σε αρκετά σημεία να καταφύγει μόνο σε πρόχειρες επιχωματώσεις.

Ο ίδιος αναφέρει σε επιστολή του «..περισσότερα παρά πεντακόσια σπίτια κατεδαφίσθησαν και η ανάγκη του φρουρίου δεν απηντήθη..», αντιστοίχως ο Σπυρομήλιος σημειώνει «..δεν είχον άλλο πλεον ειμή όσα σπίτια δεν είχε φθάσει πλέον το Τουρκικό κανόνι, πλην επειδή δια την επισκευήν του φρουρίου δεν είχομεν άλλην ύλην επρόσφεραν τα σπίτια των να τα κρημνίσωμεν δια να πάρωμεν την αναγκαίαν ύλην..».

Η κατάσταση του τείχους είχε καταστεί κρίσιμη τον Ιανουάριο του 1826, αλλά ο Κοκκίνης σε επιστολή του προς τον Στέφανο Δραγώνα στη Ζάκυνθο, παρέμενε αισιόδοξος ότι οι πολιορκημένοι θα κατάφερναν να αντέξουν μέχρι να έρθει βοήθεια.[24] Ένιωθε επίσης πιο σίγουρος, καθώς την ίδια εποχή είχε μεταφέρει την οικογένειά του στην Ζάκυνθο για ασφάλεια, όπως άλλωστε είχαν κάνει και πολλοί άλλοι Μεσολογγίτες.

Κατά το τελευταίο τρίμηνο της πολιορκίας, παρά τις τεράστιες φθορές που είχε υποστεί το τείχος, άντεξε και έμεινε απόρθητο μέχρι την τελευταία στιγμή. Ακόμη και λίγες ημέρες πριν την έξοδο, οι πολιορκητές έκαναν δελεαστικές προτάσεις για παράδοση μόνο της πόλης, με αποχώρηση της φρουράς με τον οπλισμό της, καθώς παρά τις μεγάλες απώλειες αδυνατούσαν να αλώσουν το τείχος.[25]

Τελευταίο έργο του Κοκκίνη ήταν οι γέφυρες της Εξόδου της 10ης Απριλίου 1826, τις οποίες προετοίμασε με μεγάλη προσοχή, ώστε να αντέξουν το βάρος και το ταυτόχρονο πέρασμα τόσο μεγάλου πλήθους ανθρώπων. Όταν ολοκληρώθηκε η γεφύρωση της τάφρου, δόθηκε το σύνθημα για το άλμα προς τη ζωή ή τον θάνατο. Ο Κοκκίνης ακολούθησε τη φάλαγγα του Νότη Μπότσαρη μαζί με άλλους ελεύθερους πολιορκημένους του Μεσολογγίου και σκοτώθηκε κατά την ηρωική έξοδο, στις 10 Απριλίου 1826.[26]

Σύντομη αποτίμηση

Ο Κοκκίνης δεν υπήρξε απλώς ο σχεδιαστής του τείχους του Μεσολογγίου, αλλά ο μηχανικός που συνέλαβε και υλοποίησε το όραμα ενός συνολικού αμυντικού έργου που θα αξιοποιούσε και τον τελευταίο διαθέσιμο πόρο. Ο Κοκκίνης επέβλεψε την κατασκευή του τείχους, το ενίσχυσε, το επισκεύασε καθ’ όλη τη διάρκεια της δεύτερης πολιορκίας και το κράτησε λειτουργικό μέχρι την ύστατη ώρα. Γι’ αυτό και η ιστορική μορφή του αξίζει να επανέλθει στο προσκήνιο όχι μόνο ως ηρωική, αλλά και ως απολύτως ουσιαστική για την ιστορία της άμυνας του Μεσολογγίου.

Η περίπτωση του Κοκκίνη δείχνει ότι η άμυνα του Μεσολογγίου δεν στηρίχθηκε μόνο στην αυτοθυσία της φρουράς και των κατοίκων της, αλλά και στην τεχνική γνώση, στην οργάνωση και στην πειθαρχία. Αυτή ακριβώς τη διάσταση της πολιορκίας φωτίζει η μορφή του Κοκκίνη με ιδιαίτερη καθαρότητα.

Τέλος, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το τείχος που κατασκεύασε ο Μιχαήλ Κοκκίνης και οι Μεσολογγίτες παρά την τεράστια καταπόνηση που υπέστη, δεν έπεσε από έφοδο και έμεινε έως το τέλος λειτουργικό μέσα στις πλέον ακραίες συνθήκες πολιορκίας.

Μνημείο στον κήπο των Ηρώων για τον Μιχαήλ Κοκκίνη που εγκαινιάστηκε το 1976 Πηγή Wikipedia Commons

Πηγές

Πρωτογενείς

Γόρδων Θωμάς, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως (μετάφρασις Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης), τόμος Γ΄, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2017.
Κασομούλης Νικόλαος, Ενθυμήματα στρατιωτικά της επαναστάσεως των Ελλήνων (1821-1833), τόμος Β΄, Αθήνα 1941.
Μίχος Αρτέμιος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826), Αραβαντινός, Αθήνα 1883. 
Σπυρομίλιος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου 1825-1826, Αθήνα 1926.
Εφημερίδα Ελληνικά Χρονικά (εκδότης Ιάκωβος Μάγερ).

Δευτερογενείς

Βακαλόπουλος Απόστολος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού – Η εσωτερική κρίση 1822-1825 (τόμος ΣΤ΄), Σταμούλης
Θεοδωρίδης Γεώργιος, Η πολιορκία του Μεσολογγίου, στο Συλλογικό, Η ιστορία των Ελλήνων, τόμος 9, Δομή, χ.χ.
Κόκκινος Διονύσιος, Η Ελληνική Επανάστασις, τόμος 5, Μέλισσα, χ.χ.,
Μαζάουερ Μαρκ, Η ελληνική επανάσταση, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2021.
Ντούλης Δ. Πάνος, Ο μηχανικός Μιχαήλ Π. Κοκκίνης και τα τείχη του Μεσολογγίου – Η συμβολή του εις την άμυνα της πόλεως (1823-1826), Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, Αθήνα 1976.
Σχορτσανίτης Δημήτριος, Ο φράκτης (τείχος) του Μεσολογγίου, ιστολόγιο Χείλων, https://chilonas.com/2025/09/05/https-wp-me-p1op6y-hkv/ (ημερομηνία ανάκτησης: 9.3.2026). 
Τρικούπης Σπυρίδων, Ιστορία της Ελληνικής επαναστάσεως, Τόμος Γ΄, Γιοβάνης, Αθήνα 1978. 
Εφημερίδα Η Πρόοδος (άρθρο Ανδρέα Λαιμού)
Εφημερίδα  Αιτωλική, (Ομιλία Παναγιώτη Ντούλη στον Ελληνικό Πολυτεχνικό Σύλλογο (5.5.1972)).
 


[1] Νικόλαος Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της επαναστάσεως των Ελλήνων (1821-1833), τόμος Β΄, Αθήνα 1941, σελ. 282.
[2] Γεώργιος Θεοδωρίδης, Η πολιορκία του Μεσολογγίου, στο Συλλογικό, Η ιστορία των Ελλήνων, τόμος 9, Δομή, χ.χ., σελ. 485.
[3] Ντούλης, Ο μηχανικός Μιχαήλ. Π. Κοκκίνης και τα τείχη του Μεσολογγίου, σελ. 22.
[4] Πάνος Δ. Ντούλης Δ., Ο μηχανικός Μιχαήλ. Π. Κοκκίνης και τα τείχη του Μεσολογγίου (Η συμβολή του εις την άμυνα της πόλεως (1823-1826), Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, Αθήνα 1976, σελ. 22.
[5] Αιτωλική, 16.7.1972. Ομιλία Παναγιώτη Ντούλη στον Ελληνικό Πολυτεχνικό Σύλλογο (5.5.1972).
[6] Η Πρόοδος, 23.11.1971. Άρθρο Ανδρέα Λαιμού.
[7] Ντούλης, Ο μηχανικός Μιχαήλ. Π. Κοκκίνης και τα τείχη του Μεσολογγίου, σελ. 23.
[8] Στο ίδιο, σελ. 47.
[9] Η ανάλυση προέρχεται από Δημήτριος Σχορτσανίτης, Ο φράκτης (τείχος) του Μεσολογγίου, ιστολόγιο Χείλων, https://chilonas.com/2025/09/05/https-wp-me-p1op6y-hkv/ (ημερομηνία ανάκτησης: 9.3.2026). 
[10] Μαρκ Μαζάουερ, Η ελληνική επανάσταση, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2021, σελ. 305.
[11] Ελληνικά Χρονικά, φύλλο 50ο, 12ης Ιουνίου 1824.
[12] Θεοδωρίδης, Η πολιορκία του Μεσολογγίου, στο Συλλογικό, Η ιστορία των Ελλήνων, τόμος 9, σελ. 485.
[13] Θωμάς Γόρδων, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως (μετάφρασις Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης), τόμος Γ΄, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2017, σελ. 64.
[14] «Ουδέν είχε βεβαίως το έργον τούτο ικανόν να κινήση εις θαυμασμόν η να φέρει εις έκπληξιν τον επισκεπτόμενον ειδήμονα. Ούδ΄ αυτό το τείχος ήτον εύκτιστον». Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής επαναστάσεως, Τόμος Γ΄, Γιοβάνης, Αθήνα 1978, σελ. 270. 
[15] Η Πρόοδος, 23.11.1971. Άρθρο Ανδρέα Λαιμού.
[16] Διονύσιος Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, τόμος 5, Μέλισσα, χ.χ., σελ. 192. 
[17] Αιτωλική, 16.7.1972. Ομιλία Παναγιώτη Ντούλη στον Ελληνικό Πολυτεχνικό Σύλλογο (5.5.1972).
[18] Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά της επαναστάσεως των Ελλήνων (1821-1833), τόμος Β΄, σελ. 107.
[19] Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής επαναστάσεως, Τόμος Γ΄, σελ. 293-295. 
[20] Σπυρομίλιος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου 1825-1826, Αθήνα 1926, σελ. 65.
[21] Όλη η αναφορά σε Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής επαναστάσεως, Τόμος Γ΄, σελ. 307-308.
[22] Διονύσιος Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, (τόμος 5), σελ. 221-222. 
[23] Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής επαναστάσεως, Τόμος Γ΄, σελ. 316-317.
[24] Ντούλης, Ο μηχανικός Μιχαήλ. Π. Κοκκίνης και τα τείχη του Μεσολογγίου, σελ. 44.
[25] Αρτέμιος Μίχος, Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826), Αραβαντινός, Αθήνα 1883, σελ. 74. 
[26] Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής επαναστάσεως, Τόμος Γ΄, σελ. 342.