Ο πρόσφατος χρωματισμός του νερού στον Θερμαϊκό Κόλπο προκάλεσε, όπως είναι αναμενόμενο, έντονο δημόσιο ενδιαφέρον. Η εικόνα μιας θάλασσας που αλλάζει χρώμα είναι εντυπωσιακή και εύλογα γεννά ερωτήματα. Ωστόσο, τέτοια φαινόμενα δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ένα απλό οπτικό επεισόδιο ή ως μια απρόβλεπτη «παραξενιά» της φύσης. Αντίθετα, οφείλουμε να τα εντάσσουμε στο οικολογικό και ωκεανογραφικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίζονται.

Ο όρος «ερυθρά παλίρροια», που χρησιμοποιείται συχνά στη δημόσια συζήτηση, δεν είναι επιστημονικά ακριβής. Δεν πρόκειται για παλιρροϊκό φαινόμενο, ούτε το νερό αποκτά πάντοτε ερυθρό χρώμα. Η ακριβέστερη περιγραφή είναι άνθηση πλαγκτονικών μικροοργανισμών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, επιβλαβής άνθηση φυτοπλαγκτού ή άλλων μικροσκοπικών οργανισμών. Δεν είναι όλες οι ανθίσεις τοξικές. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι είναι και οικολογικά αδιάφορες. Ακόμη και όταν δεν συνδέονται με άμεση τοξική επίπτωση για τον άνθρωπο, μπορούν να επηρεάσουν αρνητικά το οικοσύστημα, είτε μέσω παραγωγής τοξινών από ορισμένα είδη είτε μέσω έντονης κατανάλωσης του διαλυμένου οξυγόνου κατά την αποσύνθεση της βιομάζας.

Advertisement
Advertisement

Στην περίπτωση του Θερμαϊκού, το φαινόμενο δεν εμφανίζεται σε ένα οικολογικό κενό. Ο κόλπος αποτελεί ένα παράκτιο σύστημα με μακρά ιστορία ανθρωπογενούς πίεσης και με σαφείς υδροδυναμικές ιδιαιτερότητες. Η διεθνής και ελληνική βιβλιογραφία έχει δείξει εδώ και δεκαετίες ότι το εσωτερικό και κεντρικό τμήμα του κόλπου είναι περισσότερο επιρρεπή σε ευτροφικές συνθήκες σε σχέση με το εξωτερικό τμήμα, το οποίο διατηρεί περισσότερο ολιγοτροφικά χαρακτηριστικά. Παράλληλα, η εσωτερική ζώνη έχει επανειλημμένα αξιολογηθεί ιστορικά ως περισσότερο επιβαρυμένη, παρότι σε ορισμένες νεότερες εκτιμήσεις καταγράφονται ενδείξεις βελτίωσης σε επιμέρους παράκτια ύδατα.

Η χωρική αυτή διαφοροποίηση δεν είναι τυχαία. Συνδέεται με τη γεωμορφολογία του συστήματος, τη σχετικά περιορισμένη ανανέωση των νερών στο εσωτερικό τμήμα, τη συμβολή ποτάμιων εκροών, τα θρεπτικά φορτία από τη λεκάνη απορροής και τη δράση των μετεωρολογικών και υδρολογικών συνθηκών. Η στρωμάτωση της υδάτινης στήλης, η θερμοκρασία, η αλατότητα και κυρίως το ανεμολογικό καθεστώς επηρεάζουν καθοριστικά το κατά πόσο θα ευνοηθούν συνθήκες συσσώρευσης και ανάπτυξης πλαγκτονικής βιομάζας. Με άλλα λόγια, η εκδήλωση ενός τέτοιου επεισοδίου δεν εξαρτάται μόνο από την παρουσία θρεπτικών, αλλά και από τις φυσικές συνθήκες που επιτρέπουν την ενίσχυση και ορατή έκφρασή του.

Οι μελέτες στη θαλάσσια ζώνη της Θεσσαλονίκης έχουν καταγράψει επανειλημμένα επεισόδια ανθίσεων με συμμετοχή οργανισμών όπως το Noctiluca scintillans, το Spatulodinium pseudonoctiluca και το Mesodinium rubrum, καθώς και παρουσία γνωστών επιβλαβών ταξινομικών ομάδων όπως το Dinophysis cf. acuminata. Τα δεδομένα αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία, διότι δείχνουν ότι τέτοια επεισόδια δεν είναι πρωτοφανή ούτε ανεξήγητα συνδέονται με συγκεκριμένες οικολογικές και βιογεωχημικές συνθήκες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι αυξημένες συγκεντρώσεις θρεπτικών και ο ευτροφικός χαρακτήρας της παράκτιας ζώνης.

Ο ευτροφισμός, άλλωστε, αποτελεί καλά τεκμηριωμένη διεργασία. Πρόκειται για την υπερφόρτωση ενός υδάτινου συστήματος με θρεπτικά στοιχεία, κυρίως ενώσεις αζώτου και φωσφόρου, αλλά και με οργανική ύλη, γεγονός που οδηγεί σε αυξημένη πρωτογενή παραγωγή και σε διαταραχή της οικολογικής ισορροπίας. Στα παράκτια περιβάλλοντα της Μεσογείου, οι κύριες πηγές αυτής της επιβάρυνσης είναι γνωστές: γεωργικές απορροές, αστικά λύματα, βιομηχανικές εκροές, τροποποιήσεις στη χρήση γης και γενικότερα η έντονη ανθρώπινη δραστηριότητα στις παράκτιες λεκάνες.

Ο Θερμαϊκός έχει υποστεί τέτοιες πιέσεις επί δεκαετίες. Είναι γεγονός ότι η λειτουργία εγκαταστάσεων επεξεργασίας λυμάτων και η σταδιακή βελτίωση της διαχείρισης των αποβλήτων συνέβαλαν στη μείωση μέρους της επιβάρυνσης, ιδιαίτερα σε σχέση με το παρελθόν. Ωστόσο, η βελτίωση αυτή δεν αναιρεί τη δομική ευπάθεια του συστήματος. Η ρηχή αστική θαλάσσια ζώνη της Θεσσαλονίκης εξακολουθεί να παρουσιάζει χαρακτηριστικά που ευνοούν την εμφάνιση ανθίσεων, ιδίως όταν συνδυάζονται αυξημένα θρεπτικά φορτία με ευνοϊκές υδροδυναμικές συνθήκες.

Ταυτόχρονα, η κλιματική αλλαγή προσθέτει μια ακόμη διάσταση πολυπλοκότητας. Δεν είναι επιστημονικά ορθό να αποδίδεται κάθε μεμονωμένο επεισόδιο αποκλειστικά σε αυτήν. Είναι, όμως, εξίσου εσφαλμένο να αγνοείται ο ρόλος της. Η αύξηση της θερμοκρασίας, οι μεταβολές στην αλατότητα, η συχνότερη εμφάνιση ακραίων θερμικών συνθηκών και οι αλλαγές στην εποχικότητα μπορούν να λειτουργήσουν ενισχυτικά σε ήδη επιβαρυμένα παράκτια οικοσυστήματα. Στον Θερμαϊκό, οι σύγχρονες αυτές πιέσεις δεν αντικαθιστούν τις παλαιότερες, αλλά προστίθενται σε ένα ήδη ευαίσθητο περιβάλλον.

Για τον λόγο αυτό, το ζήτημα δεν είναι αισθητικό. Δεν αφορά απλώς μια δυσάρεστη εικόνα στην παραλία της πόλης. Αφορά την κατάσταση ενός παράκτιου οικοσυστήματος που έχει μεγάλη οικολογική, κοινωνική και οικονομική σημασία. Εάν αντιμετωπίζουμε τέτοια επεισόδια μόνο ως επικοινωνιακά συμβάντα, χάνουμε την ουσία. Η ουσία είναι η ανάγκη για συστηματική και μακροχρόνια παρακολούθηση, για ανοιχτή πρόσβαση σε περιβαλλοντικά δεδομένα, για αξιοποίηση βιολογικών και ωκεανογραφικών δεικτών και για ουσιαστική μείωση των πηγών πίεσης στη λεκάνη του κόλπου.

Ο Θερμαϊκός, συνεπώς, δεν «κοκκινίζει ξαφνικά». Όταν το νερό αλλάζει χρώμα, γίνεται απλώς ορατό ένα υπόβαθρο διεργασιών που έχει διαμορφωθεί από τη μακροχρόνια αλληλεπίδραση φυσικών μηχανισμών και ανθρωπογενών πιέσεων. Το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι να εκπλησσόμαστε κάθε φορά που εμφανίζεται το φαινόμενο, αλλά να αναγνωρίζουμε τι μας δείχνει για την κατάσταση του συστήματος και πόσο συνεπείς είμαστε στη διαχείρισή του.