Δυο εκτενείς αναφορές έκανε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στα ελληνοτουρκικά την εβδομάδα που μας πέρασε. Στην συνέντευξή του στον Αλέξη Παπαχελά και τον Σκάι την Δευτέρα, και στην επιθεώρηση Foreign Policy προς το κλείσιμο της εβδομάδας.
Η ανάπτυξη του ζητήματος από τον πρωθυπουργό ακολουθεί πάντοτε ένα συγκεκριμένο σχήμα: η γεωγραφία δεν αλλάζει, ούτε όμως υπάρχει αφέλεια ως προς τις τουρκικές διεκδικήσεις: καλούμαστε να συνυπάρξουμε με έναν γείτονα πλεονέκτη. Οι μηχανισμοί συνεννόησης και η χαμηλή πολιτική διευκολύνει την σχέση, ωστόσο δεν την ανατοποθετεί. Η Ελλάδα απορρίπτει τα ζητήματα που θέτει η Τουρκία στο τραπέζι, και αναγνωρίζει μια μόνον διαφορά, δηλώνοντας έτοιμη να την συζητήσει με μια προοπτική επίλυσης στο πλαίσιο και με τους μηχανισμούς του Διεθνούς Δικαίου.
Κανείς δεν αμφιβάλλει για την διπλωματική ορθότητα των άνωθι ισχυρισμών, κυρίως ως προς το “μια είναι η ελληνοτουρκική διαφορά”. Πρόκειται για πάγια ελληνική θέση, διατυπωμένη έτσι ώστε να εννοεί ότι η Ελλάδα θεωρεί αδιαπραγμάτευτα τα υπόλοιπα ζητήματα που θέτει η Τουρκία, από τις γκρίζες ζώνες στην γαλάζια πατρίδα ή το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Ωστόσο μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας υπάρχει μια κρίσιμη διαφοροποίηση στην οπτική της προσέγγισης.
Η Τουρκία μιλάει πολιτικά, για την μορφή που επιθυμεί να πάρει το παγκόσμιο σύστημα στην επόμενη φάση του. Σε αυτό το πλαίσιο, επιδιώκει να πλασάρει τον εαυτό της ως “αναντικατάστατο” στα μάτια της Ευρώπης και της Αμερικής. Είναι μια επίθεση γεωπολιτικής σαγήνης τόσο παλιά όσο και η αυτοκρατορική πολιτική της Υψηλής Πύλης. Ο μη δεδομένος αλλά τόσο πολύτιμος γεωπολιτικός εταίρος, ο οποίος δύναται να φτάσει ίσαμε τις “Πύλες της Βιέννης”, τότε με στρατεύματα ή σήμερα μέσω του μεταναστευτικού, ωστόσο μπορεί και με το αζημίωτο να αναλαμβάνει “εργολαβίες” για λογαριασμό των ευρωπαϊκών δυνάμεων ή των ΗΠΑ, στην δική του επικράτεια ενδιαφέροντος, όπως γίνεται σήμερα στη Συρία.
Στην απόκλιση μεταξύ της ελληνικής τεχνικής προσέγγισης, και της τουρκικής πολιτικής ελλοχεύει ένας μεγάλος κίνδυνος για την Ελλάδα. Να μας πουν οι Ευρωπαίοι εταίροι ή ο Αμερικανός “κατανοούμε την θέση σας για την μία διαφορά, και κατά πάσα πιθανότητα έχετε δίκιο θεωρητικά, ωστόσο η Τουρκία είναι αναντικατάστατη για εμάς και πρέπει να κάνετε έναν κάποιο σκόντο”.
Μια τέτοια εξέλιξη θα τίναζε στον αέρα τις ασφαλιστικές δικλείδες της ελληνικής διπλωματίας. Και θα επιτρέψει στους τουρκικούς σχεδιασμούς να προχωρήσουν υπερφαλαγγίζοντας τρόπον τινά τις ελληνικές θέσεις.
Όντως, υπό την αιγίδα του “αναντικατάστατου” θα θελήσει η Τουρκία να αιτιολογήσει την δορυφοριοποίηση της Ελλάδας στους συμμάχους της. Το ίδιο έκανε ο Πούτιν στην Μέρκελ για την Ουκρανία ή την Γεωργία στο παρελθόν.
Για την Ελλάδα είναι απολύτως κρίσιμο, επομένως, η εντύπωση του αναντικατάστατου που επιδιώκει να δημιουργήσει η Τουρκία για τον εαυτό της να αποδομηθεί. Και να έρθουν στην επιφάνεια οι ανταγωνιστικές διαστάσεις των ευρωτουρκικών και ευρύτερα δυτικο-τουρκικών σχέσεων.
Εξ άλλου δεν είναι απολύτως ακριβές ότι η μοναδική διαφορά μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας είναι στην υφαλοκρηπίδα και την αποκλειστική οικονομική ζώνη. Ή ακόμα την κυπριακή εισβολή και κατοχή (που κακώς υποσκελίζει αυτή η ρητορική περί ‘μιας και μοναδικής διαφοράς’).
Αντίθετα οι διαφορές είναι ριζικές. Στην Συρία για παράδειγμα η Ελλάδα επιθυμεί αυτοδιάθεση των Κούρδων, και προάσπιση των Χριστιανών σαν μια αφετηρία οργάνωσης της ευρύτερης περιοχής πέραν της αντιδραστικότητας του Ισλαμισμού. Η Τουρκία, από την άλλη, είναι με τους τζιχαντιστές. Στην Παλαιστίνη, η Ελλάδα έχει συμφέρον στην συνεννόηση Παλαιστινίων και Ισραηλινών, η Τουρκία στον διαρκή, ολοκληρωτικό πόλεμο μεταξύ τους. Στο Ιράν, η Τουρκία επιδιώκει πάση θυσία την επιβίωση των αιμοσταγών μουλάδων, κάτι που στερεί από την Ελλάδα έναν ιδανικό εταίρο, που θα ήταν το δημοκρατικό κοσμικό Ιράν. Για να μην μιλήσουμε για τα Βαλκάνια όπου δίχως τους αλυτρωτισμούς, και σε μια προοπτική οργανικής ένταξης όλης της περιοχής στην Ευρώπη η Τουρκία δεν θα είχε καμία επιρροή.
Ο κατάλογος, φυσικά, δεν έχει τέλος.
Όσο η ελληνική πλευρά δεν επιλέγει να μιλήσει ευρύτερα και πολιτικά, όχι κατ ανάγκην σε ρητή αντιδιαστολή με την Τουρκία αλλά σαφώς ανταγωνιστικά ως προς τις θέσεις της, άλλο τόσο οι αιτιάσεις της χώρας μας θα φαίνεται ότι αφορούν απλά και μόνον μια ιστορική εκκρεμότητα. Όμως δεν είναι έτσι, και οι τουρκικές θέσεις απειλούν στην πραγματικότητα όχι μόνον τα δικά μας εθνικά συμφέροντα, αλλά ευρύτερα όλης της Ευρώπης. Μίας αυτοδύναμης, κυρίαρχης και Ενωμένης Ευρώπης συγκεκριμένα.
Υπό αυτήν την έννοια το ελληνικό αφήγημα έτσι όπως το εκφράζει και ο πρωθυπουργός και ο υπουργός εξωτερικών σε κάθε ευκαιρία, είναι “λίγο” και μάλλον αναχρονιστικό.
Και για έναν επιπλέον λόγο. Ζούμε στην εποχή όπου ακόμα και τα διμερή ζητήματα εντάσσονται σε ένα περιφερειακό πρίσμα και επαναδιατυπώνονται υπό την επιρροή του. Άλλη Ευρώπη, άλλη Μέση Ανατολή και άλλη Αφρική θέλει η Ελλάδα και άλλη η Τουρκία. Εν μέρει αυτό ήδη συντελείται από την ελληνική πολιτική καθώς προχωράει στον “κάθετο διάδρομο” (όχι χωρίς αντιφάσεις ως προς την πρόσφατη πορεία των ευρωαμερικανικών σχέσεων) ή στην προώθηση του δρόμου προς την Ινδία (IMEC).
Όμως αυτές οι κινήσεις παραμένουν βουβές. Δεν ενοποιούνται σε ένα ενιαίο στρατηγικό και πολιτικό σχέδιο. Η λογική που βρίσκεται στο υπόβαθρο των εξελίξεων αυτών παραμένει άρρητη. Ο κόσμος ξέρει για τον τουρκικό 21ο αιώνα, που κατά την πολιτική παράδοση των γειτόνων οφείλει να είναι αυτοκρατορικός και τουρκοκεντρικός. Ο ελληνικός 21ος αιώνας είναι περισσότερο πολυμερής, συνεταιρικός, αντιολοκληρωτικός και αντιεπεκτατικός στις αξίες του. Αλλά δεν τον έχουμε ακούσει ακόμα, ούτε ο κόσμος. Αυτό που καλούνται λοιπόν να κάνουν οι ελληνικές ηγεσίες σε Ελλάδα και Κύπρο, είναι να μιλήσουν γι αυτόν.