Το πρόσφατο τραγικό γεγονός του θανάτου της συναδέλφου καθηγήτριας Αγγλικής Φιλολογίας, Σοφίας Χρηστίδου κι εφόσον ισχύουν όσα διαβάζουμε για τα όσα υπέφερε στο σχολείο που δίδασκε, πέρα από το ζήτημα της συμπεριφοράς μερίδας μαθητών, ανέδειξε επίσης το ζήτημα της αντιμετώπισης της διδασκαλίας των ξένων γλωσσών στο ελληνικό σχολείο και ιδιαίτερα στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Παρά το υψηλό επίπεδο κατάρτισης των καθηγητριών ξένων γλωσσών και την εξοικείωση των μαθητών στην Ελλάδα με τις ξένες γλώσσες και ιδιαίτερα με τα Αγγλικά, το ελληνικό σχολείο δε χορηγεί πιστοποίηση γλωσσικής επάρκειας μετά από εξετάσεις παρ’ όλο που οι μαθητές διδάσκονται υποχρεωτικά δύο ξένες γλώσσες ήδη από το Δημοτικό ούτε δίνεται η δυνατότητα κατάταξης των μαθητών με βάση το επίπεδό τους στο Γυμνάσιο ενώ στο Λύκειο η διδασκαλία της δεύτερης ξένης γλώσσας είναι καθαρά «διακοσμητική». Γενικότερα, η ξενόγλωσση εκπαίδευση δεν αντιμετωπίζεται με τη δέουσα σοβαρότητα. Όλ’ αυτά έχουν ως αποτέλεσμα οι μεν γονείς να δαπανούν κάθε χρόνο για τη γλωσσική εκπαίδευση των τέκνων τους πολύ σημαντικά ποσά οι δε εκπαιδευτικοί, κατά κανόνα, να υποφέρουν μέσα στην τάξη.
Ανατρέχοντας κανείς στις απαρχές της ελληνικής μέσης εκπαίδευσης του νέου ελληνικού κράτους, διαπιστώνει ότι τηρουμένων των αναλογιών, αυτή η κατάσταση δεν είναι καινοφανής ούτε οφείλεται στη δυνατότητα των γονέων να στέλνουν τα παιδιά τους στο φροντιστήριο. Αφορά τόσο την κυβερνητική πολιτική όσο και την αντιμετώπιση της ξένης γλώσσας από την ίδια την κοινωνία.
Στο Γυμνάσιο Ναυπλίου, το πρώτο της χώρας, το οποίο ίδρυσε ο ίδιος ο Όθωνας το 1833 επισημαίνονται οι πρώτες ιστορικά ταλαιπωρίες και βάσανα των καθηγητών ξένων γλωσσών.
Παραθέτω από σχετική μελέτη μου που αφορά την παραβατική συμπεριφορά των μαθητών στο εν λόγω Γυμνάσιο κατά την οθωνική περίοδο.
«Το σχολικό έτος 1849-1850 σημαδεύτηκε από τα σοβαρά επεισόδια σε βάρος του καθηγητή της Γαλλικής, Λοκ (Loque), τα οποία μάλιστα οδήγησαν τελικά στην απόλυσή του. Ο καθηγητής αυτός συγκέντρωνε όλα τα απαραίτητα «προσόντα» προκειμένου να αποτελέσει στόχο των μαθητών: ήταν υπερήλικας, αγνοούσε σχεδόν παντελώς τα ελληνικά και είχε αυξημένο βαθμό μυωπίας.
Στο μάθημά του επικρατούσε πανδαιμόνιο από τις φωνές και τα γέλια των μαθητών: «ἀτακτοῦσι θορυβοῦντες, γελῶντες, ἄδοντες, ψιθυρίζοντες καί ἄλλως πως θορύβου ποιοῦντες». Ο ίδιος ο καθηγητής συνέταξε αναφορά προς τον διευθυντή «γαλλιστί γεγραμμένην», «ἀμηχανῶν αὐτός διά τήν εὐταξίαν τοῦ μαθήματος».
Ο σύλλογος συνειδητοποιώντας ότι βασική αιτία της αναστάτωσης ήταν ο ίδιος ο καθηγητής, «καίτοι ἀγαθός καί ἀξιότιμος καθ’ ὅλα τ’ ἄλλα», αφού οι άτακτοι στη Γαλλική είναι «εὔτακτοι καί εὐπειθεῖς» στα άλλα μαθήματα, αποφάσισε μεν να τιμωρήσει τους μαθητές που αποδεδειγμένα ενοχλούσαν στο μάθημα, αλλά να ζητήσει και από το Υπουργείο τη μετάθεση του καθηγητή «διότι καί ἄχρηστος καθίσταται ἐν τῷ Γυμνασίω τούτῳ καί ἀδύνατον νά διατηρηθῆ, ἀφοῦ ἐν πάσαις ταῖς τάξεσιν ἀφηρέθη τό ὀφειλόμενον σέβας».
Το Υπουργείο όμως απέρριψε την πρόταση μετάθεσης του Λοκ, οπότε ο σύλλογος αποφάσισε να τοποθετήσει στην τάξη του τον επιστάτη του σχολείου, τον αγωνιστή της Επανάστασης, Νικόλαο Κάρναβο, τον οποίο σέβονταν οι μαθητές προκειμένου να επιβλέπει την ομαλή διεξαγωγή του μαθήματος. Ωστόσο, όπως αναφέρει και ο ίδιος σε γραπτή αναφορά του προς τον διευθυντή του σχολείου με ημερομηνία 27 Ιανουαρίου 1850, απηύδησε: «μολονότι δε ἔπραξα πᾶν ἐπ’ ἐμοί διά τήν εὐταξίαν τῶν παραδόσεών του, μόλα ταῦτα ἐγώ μέν ἀπηύδησα ἡ δέ τάξις δεν ἐπανέρχεται, ἕνεκα τοῦ ἰδίου καθηγητοῦ, διότι μόνος του διά τῆς προφορᾶς καί τοῦ τρόπου του καθίσταται γέλος (sic)». […] Ακολούθησε νέα αναφορά του διευθυντή, Χαράλαμπου Παμπούκη, προς το Υπουργείο με αίτημα αυτή τη φορά την απόλυση του Λοκ, αίτημα το οποίο ικανοποιήθηκε με την αντικατάστασή του.» Έχασε δηλαδή ο άνθρωπος τη δουλειά του.
Ας μη βιαστεί κανείς να συμπεράνει ότι αυτή η εξέλιξη οφείλεται στις ιδιορρυθμίες και στην προσωπικότητα ενός «ακατάλληλου» εκπαιδευτικού κι ότι επομένως η στοχοποίησή του δεν αφορά τα Γαλλικά αλλά τον ίδιο ως άνθρωπο. Ανάλογη αντιμετώπιση είχαν και προηγούμενοι συνάδελφοί του, εμπειρότεροι και αυστηρότεροι, που ελληνόφωνοι ήταν και έβλεπαν περίφημα. Το ίδιο ίσχυε και για την αντιμετώπιση του μαθήματος της ξένης γλώσσας.
Το 1839 για παράδειγμα, οι διδάσκοντες του σχολείου κατηγόρησαν τον διευθυντή, Λεόντιο Αναστασιάδη για αυταρχισμό αλλά και για σωρεία αυθαιρεσιών μεταξύ των οποίων πως έχει παραβλέψει το φαινόμενο της μη τακτικής φοίτησης των μαθητών στα Γαλλικά η διδασκαλία των οποίων φαίνεται πως είχε ανατεθεί υποχρεωτικά στον καθηγητή της Φυσικής Εμμανουήλ Ψύχα. Η κρίση στο σχολείο διήρκεσε πάνω από έναν χρόνο και ξεπεράστηκε μόνο όταν το 1841 αντικαταστάθηκε ο διευθυντής ενώ ο Ψύχας μετατέθηκε στο Γυμνάσιο της Σύρου, όπου υπήρχαν επιτέλους τα απαραίτητα όργανα της Φυσικής και όπου δεν θα ήταν υποχρεωμένος να διδάσκει υποχρεωτικά και τα Γαλλικά, όπως στο Ναύπλιο.
Στις 24 Ιουνίου του επόμενου σχολικού έτους, 1842-1843, τον σύλλογο διδασκόντων απασχόλησε η συμπεριφορά έξι μαθητών που δεν επέδειξαν το «πρέπον σέβας» και «τρόπον εὔτακτον» κατά την εξέτασή τους στο μάθημα των Γαλλικών. Οι μαθητές προκάλεσαν βάσιμες υποψίες ότι δεν απέδωσαν στις εξετάσεις ανάλογα με την πρόοδο και για γνώσεις τους, με λίγα λόγια φαίνεται πως αντιμετώπισαν με επιπολαιότητα και αδιαφορία την εξέταση στο συγκεκριμένο μάθημα. Ο σύλλογος αποφάσισε να επιπλήξει αυστηρά τους μαθητές και να τους συμβουλεύσει ώστε στο εξής να μην αδικούν τους εαυτούς τους. Αυτό οφείλεται βασικά στο γεγονός ότι ο καθηγητής των Γαλλικών, Λοκ (Loque), όπως αναφέρεται, παραιτήθηκε από την περαιτέρω δίωξή τους. Αργότερα όμως, όπως είδαμε, αυτή του η επιείκεια θα έχει ως αποτέλεσμα την απόλυσή του.
Μαζί με τα Γαλλικά, την αντίδραση των μαθητών προκαλούσε και ένα ακόμη γλωσσικό μάθημα, τα Λατινικά. Ο καθηγητής των Λατινικών, Κάρολος Φαβρίκιος, φαίνεται πως αντιμετώπιζε ιδιαίτερο πρόβλημα πειθαρχίας στο μάθημά του. Σύμφωνα με τον ιστορικό του Γυμνασίου Ναυπλίου Γεώργιο Δεμοίρο, η βασική αιτία ήταν το ότι οι μαθητές και ειδικά όσοι θα ακολουθούσαν εμπορικό ή άλλο συναφές επάγγελμα θεωρούσαν περιττή την εκμάθηση των Λατινικών.
Στις 25 Μαΐου του 1845 ο Φαβρίκιος με έγγραφη αναφορά του προς τον Γυμνασιάρχη Χαράλαμπο Παμπούκη ζητά την τιμωρία του δεκατετράχρονου μαθητή Νικόλαου Βαλέττα της Α΄ Γυμνασίου ως «ἀμελοῦς, παρηκόου, αὐθάδους καί τέλος ὡς ἀποταθέντος πρός τόν καθηγητήν μετά τῶν λόγων τούτων: θά μ’ ἀφήσης ἐλεύθερον ἤ θά πίω τό αἷμα σου». Στη συνεδρίαση της επόμενης μέρας, ο σύλλογος διδασκόντων καθώς και τα παρόντα μέλη της σχολικής εφορείας επέβαλαν στον Βαλέττα την ποινή της φυλάκισης στο κτίριο του σχολείου στο οποίο ήταν υποχρεωμένος να διαμένει και τη νύχτα επί 30 ημέρες ενώ παράλληλα θα αποκλειόταν από τα μαθήματα για έξι ολόκληρους μήνες.
Ο Φαβρίκιος, ωστόσο, πριν ακόμη αναρτηθεί η απόφαση του συλλόγου, παρουσιάστηκε «ἐνώπιον τοῦ Γυμνασιάρχου καί τοῦ Συλλόγου τῶν καθηγητῶν καί διδασκάλων» και «ὑπέβαλε τά ἐφεξῆς: ὅτι σέβεται τήν ἀπόφασιν ταύτην τοῦ Συλλόγου. Ἐπειδή ὅμως ἡ εἰς ἐξαμηνιαίαν κατά τοῦ ἐνόχου μαθητοῦ ἐπιβληθεῖσα τῆς ἀποβολῆς ἐκ τοῦ Γυμνασίου ποινή ἐνδέχεται νά φέρη εἰς ἀποκλεισμόν καί παντελῆ ἀπώλειαν τόν καταδικασθέντα∙ ἐπειδή εἶτα ἐμπράκτως μετεμελήθη καί εἶναι νεαράς ἡλικίας ἐτῶν 14∙ ἐπειδή ἡ αὐστηρά αὔτη ποινή ἐφαρμοζομένη δέον νά προκρίνη μέτρα καί κατά τοῦ προκαλέσαντα ταύτην καθηγητοῦ ἐνῶ οὗτος ὡς προσβληθείς ἠτήθη μετριωτέρας ποινῆς∙ ἐπειδή ἡ ληφθεῖσα ἀπόφασις τῆς ἀνωτέρου συνεδριάσεως δέν ἐδημοσιεύθη εἰσέτι∙ διά ταῦτα ἱκετεύει τόν Σύλλογον νά εὐαρεστηθεί νά τροποποιήση τήν εἰρημένην καταληκτικήν ἀπόφασιν ἐπί τό μετριώτερον».
Πράγματι ο Σύλλογος, σε νέα συνεδρίασή του στις 29 Μαΐου, αποφάσισε ομόφωνα να μειώσει την ποινή σε 10 μέρες φυλάκιση στο κτίριο του σχολείου στη διάρκεια της οποίας έχει την «ἄδειαν νά ἀκροάζεται τά μαθήματά του ἐκτός τῶν Λατινικῶν» και φυσικά υποχρεούται να ζητήσει συγνώμη.
Η πρώτη καταγραφή που αφορά πειθαρχικά παραπτώματα στο Πρακτικό 3 έχει ημερομηνία 18 Ιανουαρίου 1846. Καταρχάς, ο σύλλογος ασχολήθηκε με την περίπτωση οκτώ μαθητών που απουσίαζαν από το σχολείο «ἄνευ ἀδείας» ενώ στη συνέχεια συζητήθηκαν οι νέες αποδοκιμασίες σε βάρος του καθηγητή των Λατινικών Καρόλου Φαβρικίου. Όπως αναφέρεται, οι μαθητές Κωνσταντίνος Ευθυμιόπουλος και Ιωάννης Ζαφειρόπουλος ενώ αποχωρούσε ο καθηγητής των Λατινικών Κάρολος Φαβρίκιος «μεγαλοφώνως καί δημοσίως ἐδυσφήμησαν τόν ἡρημένον καθηγητήν» φωνάζοντας: «Γιοῦχα!».
Αλλά ούτε και ο αντικαταστάτης του ατυχούς Λοκ είχε καλύτερη αντιμετώπιση παρότι ήταν όπως θα δούμε πολύ «ζόρικος». Τον Μάρτιο του 1857 επισημαίνεται ένα ακόμη επεισόδιο μεταξύ μαθητή και καθηγητή των Γαλλικών. Ο αντικαταστάτης του απολυθέντος ως ακατάλληλου, Λοκ, Παύλος Σφόσκης είχε κατηγορήσει τον 18χρονο τελειόφοιτο του Γυμνασίου, Σωκράτη Παπαγιαννόπουλο πως είχε κάνει τρεις απουσίες στο μάθημά του ενώ τον είχε συλλάβει και να καπνίζει εκτός σχολείου. Στις 13 Μαρτίου 1857, κατευθυνόμενος ο Σφόσκης προς την αίθουσα διδασκαλίας, διαπίστωσε πως ο Παπαγιαννόπουλος βρισκόταν μέσα στην αίθουσα και ζήτησε – προφανώς τον είχε τιμωρήσει με αποκλεισμό από τη διδασκαλία – από τον κλητήρα να τον διατάξει να αποχωρήσει. Μπροστά στην άρνηση του μαθητή να εξέλθει, επενέβη ο ίδιος ο Σφόσκης ο οποίος «συνέλαβεν αὐτόν ἐκ τοῦ τραχήλου, τόν ὤθησεν ἔξω τῆς παραδόσεως μέχρι τοῦ κατωφλίου τῆς θύρας τῆς παραδόσεως καί ὠθήσας πρός τά ἔξω τόν ἐκονδύλισε κατά τῆς κεφαλῆς». Το χτύπημα του καθηγητή φαίνεται πως ήταν ιδιαίτερα σφοδρό αφού «ὁ δέ μαθητής ζαλισθείς τότε, ἔπεσε χαμαί, δηλαδή ὡς ἐκτός ἑαυτοῦ». Στη συνέχεια, «ἀνορθωθείς προσῆλθεν ὡς τήν κεκλεισμένην τῆς αἴθουσας θύραν, καί κρούσας αὐτήν εἶπεν: «ἄνοιξε ρουφιάνε», μετά ταῦτα δέ ἀπῆλθεν ὁ μαθητής καί διελύθη ἡ δυσάρεστος αὕτη σκηνή».
Με βάση τα σημερινά δεδομένα το χαστούκι του καθηγητή σε βάρος μαθητή ακόμη κι αν δεν ήταν τόσο ισχυρό που να τον ρίξει κάτω, θα είχε επισύρει την πειθαρχική του δίωξη, ίσως και την απόλυσή του. Άλλες εποχές όμως τότε, οπότε ο σύλλογος διδασκόντων αποφάσισε για τον μαθητή και δεν ασχολήθηκε καθόλου με τη συμπεριφορά του καθηγητή: «ἐφόσον ἐκ προθέσεως ἐφέρθη ἀσχημόνως» και επειδή «διετέλη ἐν ἐξάψει καί ὡς ἐκτός ἑαυτοῦ διά τά προηγηθέντα ραπίσματα», ο Παπαγιαννόπουλος καταδικάστηκε να ζητήσει δημόσια συγνώμη αλλιώς να αποκλειστεί από τα μαθήματα.
Τα πάθη της διδασκαλίας των ξένων γλωσσών άρχισαν λοιπόν ήδη από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας της ελληνικής μέσης εκπαίδευσης και όπως γνωρίζουμε καλά, συνεχίζονται και θα συνεχίζονται όσο δε λαμβάνονται μερικά απλά εφαρμόσιμα και απαραίτητα μέτρα: τη λήψη πιστοποίησης εκμάθησης ξένης γλώσσας εντός του δημόσιου σχολείου σε όλα τα επίπεδα, την ορθολογική ταξινόμηση των μαθητών με βάση το επίπεδό τους στα συγκεκριμένα μαθήματα, την παροχή επιπλέον ωρών διδασκαλίας στο πρότυπο της πρόσθετης διδακτικής στήριξης τις μεσημβρινές ώρες, την κατάργηση της απαράδεκτης διάκρισης των μαθημάτων σε «πρωτεύοντα» που εξετάζονται και «δευτερεύοντα» που δεν εξετάζονται γραπτώς, την αναβάθμιση της διδασκαλίας της δεύτερης ξένης γλώσσας.
Τάσος Χατζηαναστασίου, Δρ Ιστορίας, εκπαιδευτικός