Γράφει ο Διονύσης Τσιριγώτης, Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστημίου Πειραιώς

Η ανανέωση της εταιρικής σχέσης Ελλάδας–Γαλλίας και η υπογραφή οκτώ επιπλέον συμφωνιών στο πλαίσιο της επίσημης επίσκεψης του Εμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα συνιστούν μια εξέλιξη που υπερβαίνει σαφώς τα όρια της συμβατικής διπλωματικής πρακτικής και εγγράφεται σε μια βαθύτερη ανασύνταξη των μορφών άσκησης ισχύος στο σύγχρονο διεθνές σύστημα.

Advertisement
Advertisement

Η συγκεκριμένη σύγκλιση δεν αποτελεί απλώς συνέχεια μιας ήδη θεμελιωμένης διμερούς συνεργασίας, αλλά αντανακλά τη μετάβαση προς ευέλικτες και επιλεκτικές αρχιτεκτονικές ασφάλειας, οι οποίες αναδύονται ως απάντηση στην αποδυνάμωση της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης, στην επανεμφάνιση ανταγωνιστικών γεωπολιτικών λογικών και στην αυξανόμενη πολυπλοκότητα της κατανομής ισχύος. Στο πλαίσιο αυτό, οι διμερείς σχέσεις υψηλής στρατηγικής έντασης αποκτούν αναβαθμισμένο ρόλο, λειτουργώντας ως ενδιάμεσοι μηχανισμοί μεταξύ της πλήρους συμμαχικής δέσμευσης και της χαλαρής σύμπραξης συμφερόντων.

Η Ελληνογαλλική σύγκλιση δύναται να αναλυθεί παραγωγικά μέσα από την κλασική και νεορεαλιστική προβληματική των συμμαχιών, σύμφωνα με την οποία τα κράτη επιδιώκουν τη συγκρότηση «κοινοτήτων συμφερόντων» (Morgenthau) ως μέσο αντιμετώπισης των απειλών εντός του άναρχου διεθνούς συστήματος. Η συγκρότηση τέτοιων σχηματισμών εδράζεται πρωτίστως στην κοινή αντίληψη απειλής και στην ανάγκη περιορισμού της αβεβαιότητας, όπως έχει υπογραμμιστεί από τον Kenneth Waltz.

Υπό αυτό το πρίσμα, η ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας, η επαναβεβαίωση ρητρών αμοιβαίας συνδρομής και η επιχειρησιακή εμβάθυνση των σχέσεων τους, αντανακλούν μια σαφή στρατηγική εξισορρόπησης (balancing) σε ένα περιφερειακό υποσύστημα αυξημένης ρευστότητας, όπως η Ανατολική Μεσόγειος. Η Ελλάδα, ως κράτος πρώτης γραμμής, επιδιώκει την ενίσχυση της αποτρεπτικής της ικανότητας μέσω της πρόσδεσης σε έναν ισχυρό εταίρο, ενώ η Γαλλία αξιοποιεί τη συνεργασία ως εργαλείο προβολής ισχύος και ενίσχυσης της παρουσίας της σε μια γεωπολιτικά κρίσιμη περιφέρεια.

Εντούτοις, η αναλυτική κατηγοριοποίηση της Ελληνογαλλικής σχέσης δεν μπορεί να εξαντληθεί στον κλασικό ορισμό της συμμαχίας. Αν τοποθετηθεί σε ένα εννοιολογικό συνεχές που εκτείνεται από την ευκαιριακή συνεργασία έως τη θεσμοποιημένη συλλογική άμυνα, η σχέση αυτή καταλαμβάνει μια ενδιάμεση θέση μεταξύ στρατηγικής εταιρικής σχέσης και πλήρους συμμαχίας. Η ύπαρξη δεσμευτικών στοιχείων -όπως η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής-, η σύγκλιση εξοπλιστικών επιλογών (Rafale, Belharra) και η ενίσχυση της διαλειτουργικότητας των ενόπλων δυνάμεων προσδίδουν στη σχέση σαφή συμμαχικά χαρακτηριστικά.

Παρά ταύτα, η απουσία πλήρους θεσμικής ενσωμάτωσης, η μη ύπαρξη ενός ενιαίου διοικητικού-στρατηγικού μηχανισμού και η αβεβαιότητα ως προς την αυτόματη ανάληψη κόστους σε περίπτωση ένοπλης κρίσης δεν επιτρέπουν τον πλήρη χαρακτηρισμό της ως ολοκληρωμένης συμμαχίας. Ως εκ τούτου, η έννοια της quasi-alliance (οιονεί συμμαχία) αποδεικνύεται αναλυτικά καταλληλότερη, καθώς αποτυπώνει μια μορφή στρατηγικής σύμπραξης υψηλής έντασης που ενσωματώνει στοιχεία συμμαχίας χωρίς να τα ολοκληρώνει θεσμικά και πολιτικά.

Η ενδιάμεση αυτή μορφή συνεργασίας αντανακλά τη βαθύτερη μετατόπιση των συμμαχικών σχηματισμών στον 21ο αιώνα. Σε αντίθεση με τις αυστηρά δομημένες συμμαχίες του Ψυχρού Πολέμου, οι σύγχρονες μορφές συνεργασίας χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη ευελιξία, λειτουργική διαφοροποίηση και επιλεκτική δέσμευση. Η Ελληνογαλλική σχέση αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της τάσης, καθώς συνδυάζει στρατιωτική συνεργασία, θεσμική διασύνδεση και γεωοικονομική σύγκλιση σε ένα πολυεπίπεδο πλαίσιο. Οι συμφωνίες που εκτείνονται πέραν της άμυνας —σε τομείς όπως η τεχνολογία, η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία— συνιστούν μορφή «πυκνής θεσμικής αλληλεξάρτησης», ενισχύοντας τη συνοχή και τη βιωσιμότητα της σχέσης.

Advertisement

Παράλληλα, η Ελληνογαλλική σύμπλευση αναδεικνύει και τη δυναμική των ασύμμετρων εταίρων. Η Ελλάδα, αν και λιγότερο ισχυρή, αξιοποιεί τη γεωστρατηγική της θέση ως κόμβου μεταξύ Ευρώπης, Ανατολικής Μεσογείου και Μέσης Ανατολής για να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της ισχύ. Η δυναμική αυτή παραπέμπει στο «παράδοξο της ισχύος του αδύναμου» (Wolfers), σύμφωνα με το οποίο ένα μικρότερο κράτος μπορεί να αποκτήσει δυσανάλογη επιρροή επί μιας μεγάλης δύναμης, όταν η τελευταία θεωρεί ότι η απώλεια του κράτους «πελάτη» θα επιφέρει σημαντικό στρατηγικό κόστος. Έτσι, η σχέση δεν είναι μονοσήμαντα ιεραρχική, αλλά συγκροτεί ένα πλέγμα αμοιβαίας εξάρτησης και ανταλλακτικότητας.

Εξίσου σημαντική είναι και η γεωοικονομική διάσταση της συνεργασίας. Οι εξοπλιστικές συμφωνίες, οι επενδυτικές πρωτοβουλίες και η τεχνολογική συνεργασία εντάσσονται σε μια ευρύτερη λογική στρατηγικού καπιταλισμού, όπου τα οικονομικά εργαλεία αξιοποιούνται για την ενίσχυση της εθνικής ισχύος και της διεθνούς επιρροής. Η σύμπραξη αυτή δεν περιορίζεται στην άμυνα, αλλά διαμορφώνει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο στρατηγικής διασύνδεσης, στο οποίο η οικονομία, η τεχνολογία και η ασφάλεια λειτουργούν ως αλληλοενισχυόμενες διαστάσεις.

Ωστόσο, το καθοριστικό κριτήριο για την τελική αποτίμηση της φύσης της σχέσης δεν εντοπίζεται στο επίπεδο των θεσμικών ρυθμίσεων ή των πολιτικών διακηρύξεων, αλλά στη σφαίρα της στρατηγικής πρακτικής. Η θεωρία των συμμαχιών υπογραμμίζει ότι η πραγματική δοκιμασία μιας συμμαχίας έγκειται στη βούληση των μελών της να αναλάβουν ουσιαστικό -και ιδίως στρατιωτικό- κόστος για την υπεράσπιση του εταίρου τους. Υπό αυτό το πρίσμα, η Ελληνογαλλική σχέση παραμένει σε μια μεταβατική κατάσταση⸱ ενσωματώνει κρίσιμα συμμαχικά χαρακτηριστικά, αλλά η πλήρης της επιβεβαίωση εξαρτάται από τη συμπεριφορά των δρώντων σε συνθήκες κρίσης. Η υφιστάμενη αβεβαιότητα δεν συνιστά απαραίτητα αδυναμία, αλλά αντανακλά τη λειτουργική ευελιξία που χαρακτηρίζει τις σύγχρονες μορφές διακρατικής συνεργασίας.

Advertisement

Εν τέλει, η Eλληνογαλλική σύγκλιση δεν σηματοδοτεί απλώς την ενίσχυση μιας διμερούς σχέσης, αλλά αντανακλά έναν βαθύτερο μετασχηματισμό στον τρόπο με τον οποίο τα κράτη συγκροτούν και διαχειρίζονται τις εξωτερικές τους δεσμεύσεις. Η μετάβαση δεν αφορά μόνο το περιεχόμενο των συνεργασιών, αλλά και τη μορφολογία τους⸱ από τις άκαμπτες, πλήρως θεσμοποιημένες συμμαχίες προς ευέλικτες διατάξεις στρατηγικής σύμπραξης, όπου η δέσμευση είναι υπαρκτή αλλά όχι απόλυτη, και η συνεργασία λειτουργεί περισσότερο ως δυναμική διαδικασία παρά ως στατικό πλαίσιο.

Η περίπτωση Ελλάδας–Γαλλίας καθιστά εμφανές ότι η οργάνωση των εταιρικών σχέσεων–συμπράξεων, δεν υπακούει πλέον σε δυαδικές κατηγορίες «συμμαχίας» ή «μη συμμαχίας», αλλά συγκροτείται μέσα από ενδιάμεσες μορφές που συνδυάζουν στοιχεία αλληλεξάρτησης, αποτροπής και γεωοικονομικής σύγκλισης. Οι λεγόμενες quasi-alliances δεν αποτελούν απλώς θεωρητική κατηγορία, αλλά αναδεικνύονται σε λειτουργικά εργαλεία στρατηγικής προσαρμογής, επιτρέποντας στα κράτη να ισορροπούν μεταξύ δέσμευσης και αυτονομίας.

Σε ένα διεθνές σύστημα όπου η αβεβαιότητα δεν αποτελεί παροδική συνθήκη αλλά δομικό χαρακτηριστικό, τέτοιες μορφές συνεργασίας δεν είναι η εξαίρεση αλλά ο κανόνας που διαμορφώνεται. Η Ελληνογαλλική σχέση, συνεπώς, δεν είναι μόνο μια διμερής υπόθεση, αλλά ένα ενδεικτικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο θα συγκροτηθούν οι μελλοντικές ισορροπίες ισχύος⸱ όχι μέσω απόλυτων συμμαχιών, αλλά μέσα από ευέλικτα, πολυεπίπεδα και στρατηγικά υπολογισμένα πλέγματα συνεργασίας.

Advertisement