Ανάλυση από τον Τέρενς Κουίκ
Η επίσκεψη του Εμανουέλ Μακρόν στην Ελλάδα δεν ήταν μία ακόμη διπλωματική τελετουργία με δηλώσεις, χειραψίες και φωτογραφίες. Ήταν μια επίσκεψη με βαρύ πολιτικό, αμυντικό και ευρωπαϊκό αποτύπωμα. Από τη φρεγάτα «Κίμων» μέχρι το Μέγαρο Μαξίμου και από το ελληνογαλλικό επιχειρηματικό φόρουμ μέχρι τη συζήτηση για νέο ευρωπαϊκό δανεισμό, το μήνυμα ήταν σαφές: η Αθήνα και το Παρίσι θέλουν να παρουσιάσουν τη σχέση τους ως υπόδειγμα ευρωπαϊκής συμμαχίας σε μια εποχή όπου η ασφάλεια, η οικονομία και η στρατηγική αυτονομία επιστρέφουν στο κέντρο της πολιτικής.
Η εικόνα του Κυριάκου Μητσοτάκη και του Εμανουέλ Μακρόν στη φρεγάτα «Κίμων» ήταν ίσως το πιο δυνατό στιγμιότυπο της επίσκεψης. Όχι επειδή ήταν απλώς μια φωτογραφία υψηλού συμβολισμού, αλλά επειδή συμπύκνωνε το βασικό αφήγημα των δύο πλευρών: η ελληνογαλλική σχέση έχει πλέον υλικό περιεχόμενο, φέρει όπλα, συστήματα, δεσμεύσεις και κοινή γεωπολιτική ανάγνωση. Η γαλλικής προέλευσης φρεγάτα «Κίμων», πρώτη ελληνική FDI, είχε καταπλεύσει στον Πειραιά, πριν οι δύο ηγέτες κατευθυνθούν στο Μέγαρο Μαξίμου για την υπογραφή της Ενισχυμένης Συνολικής Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης.
Αν υπάρχει ένα συμπέρασμα που ξεχωρίζει, είναι ότι το παλιό σύνθημα «Ελλάς – Γαλλία – Συμμαχία» απέκτησε νέα, πιο σκληρή και πιο πρακτική διάσταση. Δεν περιορίζεται πλέον στο ιστορικό βάθος των σχέσεων ή στη διπλωματική αβρότητα. Μετατρέπεται σε πλέγμα συμφωνιών που αφορά την άμυνα, την ασφάλεια, την οικονομία, την τεχνολογία, την παιδεία, την έρευνα, την πολιτική προστασία, το Μεταναστευτικό, την ενέργεια και τη συνεργασία σε ευρωπαϊκούς και διεθνείς οργανισμούς.
Το πιο κτυπητό σημείο της επίσκεψης ήταν, χωρίς αμφιβολία, η ανανέωση και εμβάθυνση της στρατηγικής εταιρικής σχέσης στην άμυνα και την ασφάλεια. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε «κορωνίδα» της συμφωνίας τις δεσμεύσεις αμοιβαίας συνδρομής, ενώ ο Εμανουέλ Μακρόν έστειλε ένα μήνυμα που δεν χωρούσε πολλές ερμηνείες: «Μην αναρωτιέστε τι θα κάνουμε. Θα είμαστε στο πλευρό σας».
Αυτή η φράση είναι η πολιτική ουσία της επίσκεψης. Διότι η Ελλάδα δεν αναζητά απλώς προμηθευτές οπλικών συστημάτων. Αναζητά συμμαχίες με ρήτρες, πολιτική βούληση και στρατηγικό βάθος. Η Γαλλία, από την πλευρά της, βλέπει στην Ελλάδα έναν σταθερό εταίρο στην Ανατολική Μεσόγειο, σε μια περιοχή όπου τέμνονται η ευρωπαϊκή ασφάλεια, η ενεργειακή σταθερότητα, η ναυσιπλοΐα, η Μέση Ανατολή, η Κύπρος και η Τουρκία.
Οι εννέα συμφωνίες που υπεγράφησαν στο Μέγαρο Μαξίμου δείχνουν ακριβώς αυτό το άνοιγμα της σχέσης πέρα από τα στενά αμυντικά όρια. Περιλαμβάνουν την Ενισχυμένη Συνολική Στρατηγική Εταιρική Σχέση, την ανανέωση της στρατηγικής εταιρικής σχέσης για άμυνα και ασφάλεια, οδικό χάρτη συνεργασίας των υπουργείων Εξωτερικών, συμφωνίες για επαγγελματική εκπαίδευση, ανώτατη εκπαίδευση και επιστημονική έρευνα, κοινή δήλωση για την πυρηνική τεχνολογία, συνεργασία σε ψηφιακά ωκεάνια συστήματα, έρευνα και ανάπτυξη στην άμυνα, καθώς και συμφωνία με την MBDA France για την υποστήριξη των πυραύλων MICA.
Τα ευρωομόλογα και παράταση στην αποπληρωμή του Ταμείου Ανάπτυξης
Το δεύτερο μεγάλο συμπέρασμα είναι ότι η επίσκεψη Μακρόν είχε καθαρό ευρωπαϊκό υπόβαθρο. Η Αθήνα και το Παρίσι δεν μίλησαν μόνο για τις διμερείς τους σχέσεις, αλλά επιχείρησαν να τοποθετηθούν από κοινού στη μεγάλη ευρωπαϊκή συζήτηση για το μέλλον της άμυνας, της ανταγωνιστικότητας και της χρηματοδότησης των κοινών προτεραιοτήτων. Ο Μακρόν επανέφερε την ανάγκη για μεγαλύτερη αξιοποίηση ευρωπαϊκού χρέους σε τομείς όπως η άμυνα, το Διάστημα και η τεχνητή νοημοσύνη, ενώ ο Μητσοτάκης έθεσε το ερώτημα γιατί η Ευρώπη να σπεύσει να αποπληρώσει το Ταμείο Ανάκαμψης, μειώνοντας τον προϋπολογισμό των επόμενων ετών, όταν υπάρχει ισχυρή ζήτηση για ευρωπαϊκά ομόλογα.
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα πολιτική προέκταση της επίσκεψης. Η ελληνογαλλική σύμπλευση δεν αφορά μόνο τα Rafale και τις φρεγάτες. Αφορά και το πώς θα χρηματοδοτηθεί η Ευρώπη της επόμενης δεκαετίας. Από το 2028, η ΕΕ πρόκειται να αρχίσει να αποπληρώνει περίπου 25 δισ. ευρώ ετησίως για το κοινό χρέος που εκδόθηκε την περίοδο της πανδημίας, ενώ η συζήτηση αυτή συνδέεται με τον πολυετή προϋπολογισμό 2028-2034.
Με άλλα λόγια, Μητσοτάκης και Μακρόν επιχειρούν να πουν ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να μιλά για στρατηγική αυτονομία, άμυνα, τεχνητή νοημοσύνη, βιομηχανική πολιτική και ανταγωνιστικότητα, χωρίς να βάλει στο τραπέζι και το ερώτημα του χρήματος. Και αυτό είναι ένα πολιτικό μήνυμα που προκαλεί αντιδράσεις, ιδίως από χώρες που παραδοσιακά αντιστέκονται στη διεύρυνση του κοινού ευρωπαϊκού δανεισμού.
Το τρίτο σημείο που ξεχωρίζει είναι η αμυντική συνέχεια. Η Ελλάδα έχει ήδη επενδύσει βαριά στη γαλλική αμυντική τεχνολογία, με Rafale, φρεγάτες και πυραυλικά συστήματα. Η συζήτηση για τα Mirage 2000-5, τα επιπλέον Rafale και τα υποβρύχια δείχνει ότι το ελληνογαλλικό αμυντικό παζλ δεν έχει ολοκληρωθεί. Σύμφωνα με τα σχετικά ρεπορτάζ, το ενδιαφέρον εστιάζεται μεταξύ άλλων στο μέλλον των Mirage 2000-5 της Πολεμικής Αεροπορίας, στην πιθανή αντικατάστασή τους με Rafale, αλλά και στη γαλλική πρόταση για τα υποβρύχια Blacksword Barracuda της Naval Group, με ανταγωνισμό από τη γερμανική πρόταση Type 212CD.
Εδώ, όμως, βρίσκεται και η λεπτή ισορροπία. Η Ελλάδα θέλει να ενισχύσει τις Ένοπλες Δυνάμεις της χωρίς επιχειρησιακά κενά και χωρίς να μετατρέψει τη σχέση με τη Γαλλία σε μονοδιάστατη εξοπλιστική εξάρτηση. Η Γαλλία, αντίστοιχα, θέλει να διατηρήσει και να επεκτείνει το αποτύπωμά της στα ελληνικά εξοπλιστικά προγράμματα, σε μια περίοδο που η ευρωπαϊκή άμυνα αποκτά νέα σημασία λόγω Ουκρανίας, Μέσης Ανατολής και γενικότερης γεωπολιτικής αστάθειας.
Το τέταρτο συμπέρασμα αφορά τη Μεσόγειο. Η κυβερνητική ανάγνωση της συμφωνίας είναι ότι Ελλάδα και Γαλλία συγκροτούν έναν άξονα στον χώρο της Μεσογείου, με κοινές θέσεις υπέρ του Διεθνούς Δικαίου, της πολυμέρειας και του Δικαίου της Θάλασσας. Αυτό δεν είναι μια αφηρημένη διατύπωση. Ακουμπά ευθέως στα ελληνικά επιχειρήματα για την κυριαρχία, τα θαλάσσια δικαιώματα, την Ανατολική Μεσόγειο και την Κύπρο.
Ο Μακρόν συνέδεσε τη διμερή σχέση με την ενίσχυση του ευρωπαϊκού πυλώνα του ΝΑΤΟ και με την ανάγκη μιας ισχυρότερης Ευρώπης. Ο Μητσοτάκης, από την πλευρά του, υπογράμμισε ότι η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη θεμελιώνεται με πράξεις και όχι με λόγια, συνδέοντας την ελληνογαλλική αμυντική συνεργασία με την προστασία των ευρωπαϊκών συνόρων.
Το πέμπτο σημείο είναι η οικονομική διάσταση. Το επιχειρηματικό φόρουμ στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος δεν ήταν δευτερεύον επεισόδιο της επίσκεψης. Ήταν μέρος του ίδιου αφηγήματος: ότι η στρατηγική σχέση δεν μπορεί να περιορίζεται στην άμυνα, αλλά πρέπει να παράγει επενδύσεις, συμπράξεις, τεχνογνωσία και επιχειρηματικές ευκαιρίες. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε για «γόνιμες και ουσιαστικές» συζητήσεις και για ένα νέο κεφάλαιο στις ελληνογαλλικές σχέσεις, σημειώνοντας ότι τα δύο κράτη βρίσκονται «πιο κοντά από ποτέ».
Οι κυβερνητικές πηγές περιγράφουν τη Συνολική Στρατηγική Σχέση ως συμφωνία που κάνει την Ελλάδα πιο ασφαλή, την αναβαθμίζει γεωπολιτικά και δημιουργεί οικονομικές ευκαιρίες σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη και η κυβερνοασφάλεια. Αυτό είναι κρίσιμο, γιατί δείχνει την προσπάθεια να παρουσιαστεί η ελληνογαλλική σχέση ως πλατφόρμα ανάπτυξης και όχι μόνο ως αμυντικό δίχτυ ασφαλείας.
Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η επίσκεψη Μακρόν στην Ελλάδα λειτούργησε ως σκηνή επίδειξης μιας συμμαχίας που θέλει να είναι ταυτόχρονα εθνική, ευρωπαϊκή και γεωπολιτική. Εθνική, επειδή αφορά άμεσα την ασφάλεια και τη θέση της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο. Ευρωπαϊκή, επειδή συνδέεται με τη συζήτηση για την κοινή άμυνα, τη στρατηγική αυτονομία και τον ευρωπαϊκό δανεισμό. Γεωπολιτική, επειδή το Παρίσι και η Αθήνα επιχειρούν να απαντήσουν μαζί σε έναν κόσμο όπου οι παλιές βεβαιότητες δεν αρκούν.
Με απλά λόγια, η επίσκεψη Μακρόν άφησε πέντε καθαρά μηνύματα: η Γαλλία θέλει να είναι ο βασικός στρατηγικός εταίρος της Ελλάδας στην Ευρώπη· η Ελλάδα θέλει συμμαχίες με πραγματικές δεσμεύσεις· η άμυνα γίνεται ξανά ο σκληρός πυρήνας της ευρωπαϊκής πολιτικής· η οικονομία και η τεχνολογία μπαίνουν στο ίδιο πακέτο με την ασφάλεια· και η συζήτηση για το κοινό ευρωπαϊκό χρέος επιστρέφει ως προϋπόθεση για να γίνουν όλα τα παραπάνω πραγματικότητα.
Αν κάτι έμεινε από αυτή την επίσκεψη, δεν είναι μόνο το «θα είμαστε στο πλευρό σας» του Μακρόν. Είναι ότι η Αθήνα και το Παρίσι θέλουν να πουν πως η Ευρώπη του αύριο δεν μπορεί να είναι απλώς μια αγορά. Πρέπει να είναι δύναμη. Και, σε αυτό το αφήγημα, η Ελλάδα φιλοδοξεί να μην είναι παρατηρητής, αλλά κρίκος μιας νέας ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας, ισχύος και ανάπτυξης.
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ