Με εντολή του επικεφαλής της Αρχής για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, Χαράλαμπου Βουρλιώτη δεσμεύτηκαν οι τραπεζικοί λογαριασμοί, οι θυρίδες, οι μετοχές, καθώς και δύο ακίνητα που φέρονται να συνδέονται με τον Πρόεδρο της ΓΣΕΕ Γιάννη Παναγόπουλου, μια από τις πλέον μακρόβιες παρουσίες στον ελληνικό συνδικαλισμό.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, ο Γιάννης Παναγόπουλος και τα λοιπά εμπλεκόμενα πρόσωπα φέρεται να εμπλέκονται σε υπόθεση υπεξαίρεσης κονδυλίων από το Ελληνικό Δημόσιο και την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα οποία υπερβαίνουν συνολικά τα 73 εκατομμύρια ευρώ.
Το πόρισμα της Αρχής έχει διαβιβαστεί στον αρμόδιο εισαγγελέα και περιλαμβάνει ενδείξεις για δύο κακουργήματα: την υπεξαίρεση και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Οι δεσμεύσεις αποτελούν προληπτικά μέτρα στο πλαίσιο της έρευνας και όχι ποινική καταδίκη. Για αυτό και σε αυτό σημείο είναι απαραίτητο να τονιστεί ρητά ότι ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας δηλαδή κάθε πολίτης, θεωρείται αθώος μέχρι να υπάρξει αμετάκλητη δικαστική απόφαση.
Ωστόσο, με αφορμή την υπόθεση αυτή αναδεικνύεται, ακόμη μια φορά, η σοβαρή επιβάρυνση της σχέσης εμπιστοσύνης ανάμεσα στην κοινωνία των πολιτών και τους θεσμούς, οι οποίοι ιστορικά, υποτίθεται ότι εκφράζουν και υπερασπίζονται τα δικαιώματα των εργαζομένων.
Σε αυτό το πλαίσιο, ανακύπτει ένα κρίσιμο πολιτικό και θεσμικό στοιχείο αυτό της μακροχρόνιας ταύτισης της ΓΣΕΕ με τον Γιάννη Παναγόπουλο. Στα 72 του χρόνια, έχει συμπληρώσει πάνω από 40 χρόνια συνεχούς συνδικαλιστικής παρουσίας, με επαναλαμβανόμενες θητείες σε κορυφαίες θέσεις.
Αναμφίβολα, η διαδρομή αυτή μπορεί να εκλαμβάνεται από τον ίδιο ως καθήκον ή προσφορά. Ωστόσο, σε κοινωνικό επίπεδο, ενισχύει την εικόνα ενός κλειστού και ανακυκλούμενου συνδικαλισμού, αποκομμένου από τη νέα γενιά εργαζομένων, τις σύγχρονες μορφές εργασίας, τις νέες τεχνολογίες και τις αντίστοιχες απαιτήσεις.
Η δημόσια συζήτηση, η οποία έχει ξεκινήσει, θα πρέπει να είναι βαθιά θεσμική και όχι προσωπική. Το ερώτημα αν οι θητείες σε θέσεις ευθύνης -ακόμη και εκλεγμένες- πρέπει να περιορίζονται σε δύο ή το πολύ τρεις, αφορά την ποιότητα της δημοκρατικής λειτουργίας των συνδικάτων.
Σε πολλές χώρες υπάρχουν όρια θητειών που θεωρούνται δικλείδα ασφαλείας απέναντι στη συγκέντρωση εξουσίας, στη δημιουργία μηχανισμών και στην αδιαφάνεια.
Η κρίση που αντιμετωπίζουμε δεν είναι θεωρητική. Έρευνες κοινής γνώμης των τελευταίων ετών καταγράφουν ότι τα συνδικάτα συγκαταλέγονται στους θεσμούς με τα χαμηλότερα επίπεδα εμπιστοσύνης.
Σε πανελλαδικές μετρήσεις, η εμπιστοσύνη προς τα συνδικάτα κινείται σε ιδιαίτερα χαμηλές βαθμολογίες (κοντά στο 2 σε κλίμακα 1–5), ενώ σε ποσοστιαίες αποτυπώσεις μόλις 10%–15% των πολιτών δηλώνουν ότι τα εμπιστεύονται (Έρευνα “What Greeks Believe 2024” της διαΝΕΟσις).
Τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν συλλογική ενοχοποίηση των συνδικαλιστών. Αποτελούν, όμως, σαφή ένδειξη ότι ο σύγχρονος συνδικαλισμός δεν πείθει πως λειτουργεί με διαφάνεια, ανανέωση και πραγματική εκπροσώπηση στις μεγάλες αλλαγές στις εργασιακές συνθήκες.
Η Δημοκρατία δεν απειλείται από τον έλεγχο. Απειλείται όταν ο έλεγχος απουσιάζει και οι θεσμοί μετατρέπονται σε κλειστά, προσωποπαγή συστήματα εξουσίας.
Η εμπιστοσύνη αποκαθίσταται μόνο με λογοδοσία, θεσμική ανανέωση και σαφή όρια. Χωρίς αυτά, ο συνδικαλισμός δεν χάνει απλώς την αξιοπιστία του, χάνει την κοινωνία που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί.