Τί θα έπρεπε να σημαίνει; Το «θα έπρεπε» σε μία τέτοια συζήτηση μας βγάζει ήδη εκτός θέματος. Η αναζήτηση νοήματος, σε στοιχεία μάλιστα ταυτοτικής υφής, χρειάζεται να είναι πάντα ουσιαστική για να είναι αυθεντική. Αν επιβάλλεται από έναν εξωτερικό παράγοντα, ένα πρέπει που προσπαθεί να επιβληθεί από έξω, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα συναντήσει αντίσταση, που σημαίνει ότι θα χρειάζεται πάντα εξωτερική πίεση για να συνεχίσει να υφίσταται.
Ίσως αυτή να είναι μία εκ των αιτιών που μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας παραμένει αδιάφορο, ή έστω αποστασιοποιημένο, απέναντι σε παρελάσεις, εθνικές μεγαλοστομίες ή σε μια επιτηδευμένη προσπάθεια να του υποδειχθεί πώς οφείλει να αισθάνεται. Όταν το βίωμα υποκαθίσταται από την υποχρέωση, το αποτέλεσμα μοιάζει αναπόφευκτα κενό.
Υπάρχει φυσικά και ευρεία διαπιστωμένη αμάθεια. Η εικόνα ανθρώπων που αδυνατούν να απαντήσουν σε βασικές ερωτήσεις για τις εθνικές επετείους δεν είναι σπάνια. Αυτό δεν αποτελεί απαραίτητα ένδειξη αδιαφορίας, αλλά και μιας παιδείας με περιθώρια βελτίωσης.
Η συλλογιστική του παρόντος εκκινεί σε μεγάλο βαθμό από τη διαπίστωση ότι ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου μοιάζει σε πολλούς βεβιασμένος, και ως εκ τούτου αδυνατούν να τον νιώσουν. Και γιατί χρειάζεται να τον νιώσουν; Το λογικό άλμα του γραφόντος δεν είναι ότι χρειάζεται να τον νιώσουν, αλλά ότι δεν αναγνωρίζουν ότι τον βιώνουν σε πολλές διαφορετικές εκφάνσεις της ελληνικής σύγχρονης ζωής. Η ελληνική κοινωνία μοιάζει συχνά να ζει μέσα σε ένα διαρκές ανεκπλήρωτο. Σε μια πραγματικότητα που αφήνει την αίσθηση ότι «δεν θα έπρεπε να είναι έτσι». Οι εικόνες δημόσιας απαξίωσης, η πρόχειρη διαχείριση κρίσιμων καταστάσεων, η μετατροπή σοβαρών γεγονότων σε τηλεοπτικό θέαμα… όλα αυτά γεννούν μια διάχυτη δυσφορία. Όχι απλώς ως αντίδραση στις αλλεπάλληλες κρίσεις των τελευταίων -πλησιάζουμε τα 20- ετών, αλλά ως μοτίβο που επανέρχεται σε διαφορετικές περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Η αίσθηση αυτή μπορεί να εντοπιστεί από το τέλος της ίδιας της Επανάστασης και την αρχή του νέου ελληνικού κράτους. Όχι απαραίτητα στο ορόσημο της δολοφονίας του Ιωάννη Καποδίστρια, αλλά κυρίως στο γεγονός ότι μια τόσο σφοδρή και απίθανη προσπάθεια κατέληξε σε εσωτερικές συγκρούσεις και, τελικά, σε μια εξάρτηση από εξωτερικές λύσεις. Το ανεκπλήρωτο δεν αφορά μόνο το αποτέλεσμα. Αφορά τη διάσταση ανάμεσα σε αυτό που επιχειρήθηκε και σε αυτό που τελικά οικοδομήθηκε.
Η επανάσταση, όμως, όπως κι αν έπιασε, εν τέλει έπιασε. Και με τον τρόπο της αποτελεί την απόδειξη πως δεν είναι ανώφελο να έχεις θάρρος και να προσπαθείς για ένα καλύτερο αύριο. Ένα θάρρος που πολλές φορές ο Έλληνας θέλει να πάρει αλλά αδυνατεί φοβούμενος την ήττα, νιώθοντας μόνιμα καταπιεσμένος. Η επανάσταση που έπιασε δεν συμβολίζει μόνο ένα εθνικό γεγονός, αλλά και ένα συνειρμό που μπορεί να λειτουργεί πολλές φορές αποτρεπτικά, κάνοντας προτιμότερο και ευκολότερο να προσγειώσουμε το βλέμμα.
Ο Σολωμός, ωστόσο, που γίνεται αντικείμενο μελέτης σε όλα τα σχολεία στο πλαίσιο του πνεύματος του ρομαντισμού, δεν θα εμπνεόταν να γράψει για χάρη του κυνισμού. Ο Καβάφης έδωσε τιμή σε αυτούς που έμειναν να φυλάξουν τις Θερμοπύλες, όχι σε εκείνους που τις απέφυγαν γιατί ήταν επίπονες. Αν οι Αθηναίοι δεν αποφάσιζαν να υψώσουν ανάστημα στην ισχυρότερη αυτοκρατορία που είχε γνωρίσει ποτέ η ανθρώπινη ιστορία μέχρι εκείνο το σημείο, δεν θα τους μνημόνευε κανείς. Η επανάσταση το 1821, η αντίσταση το 1940, η ίδια η ζωή μας σήμερα συγκριτικά με τους προγόνους μας, φωνάζουν ότι όσο ανυπέρβλητο κι αν είναι το εμπόδιο, πάντα έχουμε περιθώριο να προσπαθούμε για ένα καλύτερο αύριο. Αρκεί να έχουμε το θάρρος για να βρούμε τη δύναμη.
Το 1821 προϋποθέτει από τη φύση του ένα ανεκπλήρωτο. Δεν έχει να κάνει μόνο με την πορεία του ελληνικού κράτους από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα. Δεν έχει να κάνει μόνο με την υπόσχεση που ρητά και άρρητα το γεγονός της επανάστασης έβαλε μπροστά για ένα ιδανικό αύριο για όλους. Έχει να κάνει ακόμα εν πολλοίς και με αυτό το φαντασιακό παράδειγμα που στέκει μπροστά μας ακίνητο αλλά επίμονο, και με την παρουσία του και μόνο μοιάζει να μας προκαλεί: έχουμε χρέος να προσπαθούμε για ένα καλύτερο αύριο, μα πολύ περισσότερο να έχουμε πάντα το θάρρος να μην συμβιβαζόμαστε με το άσχημο επειδή τυγχάνει να είναι απλά οικείο.