Όταν οι σύγχρονοι λόγιοι αναφέρονται στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, οι πρώτες εικόνες που μας έρχονται στο μυαλό είναι λόγιοι, Συντάγματα, Διαφωτισμός και μεγάλες ιδέες.
Υπάρχει μια διαδεδομένη αφήγηση που θέλει την Επανάσταση να ξεκινά από τα γραπτά, τα ιδεολογικά έργα και τις πολιτικές θεωρίες. Όμως αν περιοριστούμε εκεί, χάνουμε την ουσία της εξέγερσης. Την πραγματικότητα των ανθρώπων που την έκαναν, ανθρώπων που δεν ήξεραν ούτε να διαβάζουν ούτε να γράφουν και όμως έδωσαν τη ζωή τους για την ελευθερία.
Το 1776, με την Αμερικανική Διακήρυξη Ανεξαρτησίας και αργότερα τη Γαλλική Επανάσταση του 1789, δημιουργήθηκε το ιδεολογικό πλαίσιο για το δικαίωμα των λαών στην ελευθερία και στη λαϊκή κυριαρχία.
Αυτά τα γεγονότα αποτέλεσαν πρότυπα και έμπνευση για λόγιους και διανοούμενους της εποχής. Όμως η πραγματική επανάσταση στους ελληνικούς τόπους δεν ξεκίνησε από τα βιβλία, ξεκίνησε από τη βιωμένη καταπίεση, τη συλλογική μνήμη και τη θρησκευτική πίστη.
Κλέφτες και αρματολοί: Η ελευθερία ως καθημερινή εμπειρία
Οι κλέφτες και οι αρματολοί δεν ήταν ρομαντικές φιγούρες ή μυθικοί ήρωες. Ήταν άνθρωποι που ζούσαν στο βουνό και στα δύσβατα πέρατα της υπαίθρου, υπαγόμενοι σε δικούς τους κανόνες, εκτός της οθωμανικής εξουσίας. Η καθημερινότητά τους ήταν συνεχής μάχη για επιβίωση, και η έννοια της ελευθερίας ήταν πρακτική, όχι θεωρητική.
Για τον κλέφτη ή τον αρματολό, η ελευθερία σήμαινε να μην σκύβει το κεφάλι στον τοπικό αγά ή τον καδή, να μπορεί να κινείται ελεύθερα στο βουνό ή στις ορεινές διαβάσεις, να κρατά όπλο και να υπερασπίζεται την τιμή και την οικογένειά του.
Δεν υπήρχαν έννοιες όπως «λαϊκή κυριαρχία» ή «φυσικά ατομικά ανθρώπινα δικαιώματα».
Υπήρχε η αίσθηση του δίκαιου και της αδικίας, η οργή για την καταπίεση και η εμπειρία ότι η ελευθερία κατακτάται με το αίμα.
Τα δημοτικά τραγούδια και τα κλέφτικα δεν μιλούν για Συντάγματα.
Μιλούν για:
προδοσίες
μάχες
θυσία
τη φλόγα της ελευθερίας.
Αυτό το βιωματικό «όχι» στον τυραννικό καταναγκασμό αποτελεί τον πραγματικό σπόρο της επανάστασης.
Η Επανάσταση δεν ήταν αποκλειστικά υπόθεση των λόγιων ή των προυχόντων. Ήταν συλλογική εμπειρία και δράση. Οι αγωνιστές συμμετείχαν ενεργά, όχι γιατί καταλάβαιναν τις φιλελεύθερες έννοιες, αλλά γιατί ζούσαν καταπιεσμένοι είχαν κοινό κίνδυνο και εχθρό, ένιωθαν ότι ο όρκος και η πίστη ήταν η μόνη εγγύηση για επιβίωση.
«Έλληνας»
Το «Έλληνας» δεν ήταν ακόμη εθνικός όρος με τη σύγχρονη έννοια, αλλά βιωματικός και συλλογικός. Το έθνος γεννήθηκε στα βουνά, στα χωριά, στις εκκλησίες, πριν γίνει έννοια στα βιβλία.
Η Εκκλησία, συχνά είτε εξιδανικευμένη είτε δαιμονοποιημένη, στην πραγματικότητα λειτούργησε ως εθνικό και κοινωνικό δίκτυο. Για τον λαό, δεν ήταν πολιτικός θεσμός, ούτε φορέας φιλοσοφίας.
Ήταν σχολείο για τα παιδιά, χώρος συγκέντρωσης, διασώστης της γλώσσας και της μνήμης, πηγή ελπίδας και προφητειών.
Ο Κοσμάς ο Αιτωλός, οι Πατέρες του Γένους και οι επίσκοποι μιλούσαν στη γλώσσα του λαού, χρησιμοποιώντας κηρύγματα, μυστικά μηνύματα και προφητείες για να διατηρήσουν ζωντανή την εθνική συνείδηση. Δεν χρειαζόταν ο λαός να ξέρει τι είναι Σύνταγμα ή Διαφωτισμός. Καταλάβαινε την έννοια της δικαιοσύνης, της τιμής και της ελευθερίας μέσα από την καθημερινότητά του και τη θρησκευτική καθοδήγηση.
Η πίστη έγινε η γλώσσα της αντίστασης, η μνήμη του παρελθόντος και η ελπίδα για το μέλλον.
Η Φιλική Εταιρεία δεν απευθύνθηκε στον λαό με φιλοσοφικά επιχειρήματα ή νομικούς όρους. Γνώριζε ότι ο απλός Έλληνας δεν διαβάζει βιβλία, αλλά ακολουθεί τον όρκο και τον συμβολισμό. Τα μηνύματα της εταιρείας περιλάμβαναν, μυστικότητα, θρησκευτικά τελετουργικά, όρκους τιμής, κοινό σκοπό και συλλογική ταυτότητα.
Το Σύνθημα
Το σύνθημα της Επανάστασης δεν ήταν «Σύνταγμα ή Θάνατος».
Ήταν «Ελευθερία ή Θάνατος»!
Η γλώσσα ήταν απλή, κατανοητή και βιωματική, όπως και οι άνθρωποι που τη ζούσαν.
Συμπερασματικά το αίμα προηγήθηκε των ιδεών.
Το 1821 δεν ήταν αποτέλεσμα της θεωρίας ή των βιβλίων. Ήταν αποτέλεσμα:
βιωμένης καταπίεσης
εμπειρίας ελευθερίας στα βουνά και στα νησιά
πίστης που ενωνόταν με τη μνήμη και την καθημερινή εμπειρία
συλλογικών παραδόσεων, όρκων και συμβόλων.
Οι λόγιοι και οι ιδέες του Διαφωτισμού έδωσαν λόγο και πλαίσιο στην Επανάσταση, αλλά ο λαός έδωσε σώμα, ψυχή και αίμα. Η Εκκλησία, οι κλέφτες, οι αρματολοί και τα λαϊκά στρώματα υπήρξαν η ζωντανή μηχανή της ελευθερίας, ενώ οι λόγοι και οι συντάξεις κειμένων ήρθαν μετά για να οργανώσουν την πράξη σε ιστορία.
Αν κατανοήσουμε το 1821 μέσα από αυτή τη διπλή ματιά, ιδεολογική και βιωματική, βλέπουμε όχι μόνο μια επανάσταση των λογίων, αλλά μια επανάσταση του λαού, όπου οι λέξεις δεν ήταν η κινητήριος δύναμη, αλλά η ζωή, η πίστη και η εμπειρία.
Γι’ αυτό, το 1821 παραμένει όχι μόνο ιστορικό γεγονός, αλλά και παράδειγμα της δύναμης της συλλογικής μνήμης και δράσης, όπου η πίστη και η τιμή γίνονται όπλο και η ελευθερία εμπειρία, προτού γίνει λέξη.