Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει απαιτήσει από τους Ευρωπαίους συμμάχους να στείλουν πλοία στα Στενά του Ορμούζ, ενώ ο πόλεμος του στο Ιράν μαίνεται. Έχει επανειλημμένα επιτεθεί στο ΝΑΤΟ, την ώρα που ο Γενικός Γραμματέας της Συμμαχίας τον στηρίζει με έμφαση.
Η νέα σύγκρουση με το Ιράν φέρνει το ΝΑΤΟ και, κυρίως, την Ευρώπη μπροστά σε ένα γνώριμο αλλά όλο και πιο οξύ δίλημμα: πώς να ισορροπήσει ανάμεσα στη διατλαντική συνοχή και στα ίδια τα συμφέροντα της. Πρόκειται για έναν πόλεμο που δεν σχεδιάστηκε συλλογικά, δεν εξυπηρετεί μια σαφή στρατηγική της Συμμαχίας, αλλά παρά ταύτα παράγει συνέπειες που οι Ευρωπαίοι δεν μπορούν να αγνοήσουν.
Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ επιχειρεί να κρατήσει αυτή την εύθραυστη ισορροπία. Από τη μία πλευρά, επιλέγει δημόσια να στηρίξει την αμερικανική ηγεσία. Από την άλλη, αναζητά παρασκηνιακά μια διέξοδο που να αντανακλά το συλλογικό συμφέρον της Συμμαχίας. Η στάση αυτή αποτυπώνει την πραγματικότητα: το ΝΑΤΟ δεν είναι ενιαίο ως προς τον πόλεμο αυτόν. Για πολλούς Ευρωπαίους συμμάχους, η σύγκρουση «δεν είναι πόλεμος του ΝΑΤΟ».
Και πράγματι, δεν είναι. Δεν ενεργοποιείται το δόγμα της συλλογικής άμυνας, ούτε υπάρχει σαφής απειλή κατά κράτους-μέλους που να δικαιολογεί εμπλοκή. Ωστόσο, το να μείνει η Ευρώπη στο περιθώριο δεν αποτελεί πραγματική επιλογή. Η ελευθερία της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο, η σταθερότητα των ενεργειακών τιμών και η πιθανότητα προσφυγικών ροών συνδέονται άμεσα με τα ευρωπαϊκά συμφέροντα.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η αντίφαση: η Ευρώπη δεν θέλει να συμμετάσχει σε έναν πόλεμο αμφίβολης νομιμότητας και ασαφούς στρατηγικής, αλλά δεν μπορεί να αποφύγει τις επιπτώσεις του.
Η κατάσταση επιβαρύνεται από τη στάση της Ουάσιγκτον. Η αμερικανική ηγεσία δεν επιδίωξε ουσιαστικό συντονισμό με τους συμμάχους, ενώ ταυτόχρονα ασκεί πιέσεις για στήριξη. Αυτό εντείνει τη δυσαρέσκεια στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και τροφοδοτεί ένα βαθύτερο ερώτημα: μέχρι ποιο σημείο μπορεί να συνεχιστεί μια συμμαχία όταν το κόστος των αποφάσεων δεν κατανέμεται ισότιμα;
Παράλληλα, η ίδια η σύγκρουση αναδεικνύει έναν ευρύτερο κίνδυνο: την περαιτέρω αποσταθεροποίηση της διεθνούς τάξης. Η λογική των μονομερών στρατιωτικών ενεργειών υπονομεύει το Διεθνές Δίκαιο και ενισχύει τα κίνητρα για εξοπλισμούς, ακόμη και πυρηνικούς. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρώπη δεν μπορεί να περιορίζεται σε αντιδράσεις. Χρειάζεται στρατηγική.
Αυτό δεν σημαίνει στρατιωτική εμπλοκή στο πλευρό των Ηνωμένων Πολιτειών σε επιθετικές επιχειρήσεις. Σημαίνει, όμως, ότι η Ευρώπη οφείλει να διαμορφώσει ενεργό ρόλο εκεί όπου διακυβεύονται άμεσα τα συμφέροντά της: στη διασφάλιση των θαλάσσιων οδών, στη σταθεροποίηση της περιοχής μετά τη σύγκρουση και στην ενίσχυση της διπλωματίας.
Ήδη διαφαίνεται μια τέτοια κατεύθυνση. Ευρωπαϊκές χώρες εξετάζουν τη συμμετοχή σε αποστολές προστασίας της ναυσιπλοΐας στον Περσικό Κόλπο ή σε μελλοντικές επιχειρήσεις σταθεροποίησης. Αυτές οι πρωτοβουλίες δεν αποτελούν στήριξη ενός πολέμου επιλογής άλλων, αλλά επένδυση στην προστασία ζωτικών συμφερόντων.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Ευρώπη θα κινηθεί αποσπασματικά ή συντονισμένα. Η συγκυρία απαιτεί μια σαφή, κοινή στρατηγική που να συνδυάζει αποτροπή, διπλωματία και επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Η ευρωπαϊκή στάση απέναντι στον πόλεμο αυτό θα κριθεί από το αν θα μπορέσει να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τα συμφέροντά της σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης αστάθειας. Και αυτό προϋποθέτει κάτι περισσότερο από ισορροπίες: προϋποθέτει στρατηγική αυτονομία με πραγματικό περιεχόμενο.
* Ο Θόδωρος Τσίκας είναι πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος, επικεφαλής του Προγράμματος “Θεωρία και Πρακτική των Διεθνών Σχέσεων” στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ)