Έμεινα σε μια δουλειά πολύ περισσότερο απ’όσο θα έπρεπε. Το ήξερα. Το ένιωθα κάθε πρωί, λίγο πριν περάσω την πόρτα. Κι όμως έμενα. Δεν έμενα επειδή ήμουν καλά αλλά γιατί ήξερα πως λειτουργεί το σύστημα. Ποιον να αποφύγω, πότε και πως να μιλάω, πότε να κάνω πίσω. Είχα μάθει έναν χώρο που δεν μου ταίριαζε κι αυτό, κάπως στρεβλά, μου έδινε μια αίσθηση ασφάλειας. Η ερώτηση που με κρατούσε εκεί δεν ήταν “είμαι καλά εδώ;” Ήταν “κι αν αλλού είναι χειρότερα;”

Μικρή, λογική, σχεδόν αθώα ερώτηση, ικανή όμως να σε κρατήσει ακίνητη για χρόνια. Παλιότερα πίστευα ότι το δύσκολο είναι να φύγεις. Ότι εκεί φαίνεται το θάρρος, η δύναμη. Να πεις “ως εδώ” και να γυρίσεις την πλάτη χωρίς να κοιτάξεις πίσω. Τώρα δεν το βλέπω έτσι.

Advertisement
Advertisement

Γιατί το να φύγεις, όσο κι αν φοβίζει, έχει μέσα του κίνηση. Κάτι αλλάζει. Δεν ξέρεις αν θα είναι καλύτερο, αλλά τουλάχιστον δεν μένεις στάσιμη.

Το να μείνεις είναι πιο περίπλοκο. Μένεις γιατί “δεν είναι η στιγμή”, γιατί “υπάρχουν υποχρεώσεις”. Γιατί έχεις χτίσει μια καθημερινότητα που δεν γκρεμίζεται εύκολα. Μένεις γιατί φοβάσαι να χάσεις αυτά που ήδη έχεις, ακόμη κι αν δεν σε γεμίζουν πια.

Και όχι, αυτό δεν είναι πάντα δειλία. Υπάρχει μια συνειδητή παραμονή εκεί που λες “δεν είναι αυτό που θέλω, αλλά το επιλέγω για τώρα”. Αυτό έχει ευθύνη και βάρος. Το πρόβλημα ξεκινά όταν δεν το λες καν καθαρά. Όταν μπαίνεις στον αυτόματο και απλώς συνεχίζεις. Λίγο πιο κουρασμένη κάθε μέρα, λίγο πιο μακριά από αυτό που κάποτε ήθελες. Και το διανθίζεις με το “έτσι είναι η ζωή”, για να μην χρειαστεί να το σκαλίσεις. Και το κόστος δεν έρχεται ξαφνικά, απότομα. Έρχεται σιγά σιγά, υπόκωφα, ύπουλα. Στην αρχή φεύγει η διάθεση. Μετά η περιέργεια και κάποια στιγμή σταματάς να θυμάσαι ότι τα είχες ποτέ. Οι μέρες διαδέχονται η μια την άλλη, αρχίζουν να μοιάζουν μεταξύ τους. Ίδιες κινήσεις, ίδια κούραση, ίδια αναμονή να τσουλίσει η ώρα. Η μέρα της μαρμότας, αλλά χωρίς το αστείο. Κοιτάς το ρολόϊ και δεν περιμένεις κάτι, απλώς να περάσει ο χρόνος.

Κάπου εκεί, αρχίζεις να λειτουργείς αντί να ζεις. Αυτό είναι το πιο ύπουλο σημείο, γιατί δεν πονάς αρκετά για να αντιδράσεις, απλώς …χαμηλώνεις την ένταση.

Και δεν συμβαίνει μόνο στον επαγγελματικό χώρο.

Συμβαίνει και στις σχέσεις, στους γάμους. Εκεί ίσως ακόμη περισσότερο. Δεν τελειώνουν πάντα με φωνές ή προδοσίες. Μερικές φορές απλώς σβήνουν. Σαν ένα φως που δεν το έκλεισε κανείς, απλώς έμεινε ανοιχτό μέχρι που δεν φωτίζει πια. Συνεχίζεις να συνυπάρχεις, μιλάτε για τα πρακτικά, την καθημερινότητα. Ποιος θα πάρει τα παιδιά, τι θα φάτε, ποιοι λογαριασμοί πρέπει να πληρωθούν. Όλα λειτουργούν. Σχεδόν άψογα. Μόνο που λείπει κάτι βασικό που κανείς δεν το λέει. Δε θυμάσαι πότε ήταν η τελευταία στιγμή που γέλασες πραγματικά, με την καρδιά σου μαζί του. Ή που τον κοίταξες και ένιωσες ότι είσαι με τον άνθρωπό σου και όχι απλώς με έναν γνώριμο. Και κάπως έτσι, η σχέση γίνεται … μια καλή συνεργασία. Μένεις γιατί υπάρχει παρελθόν, ιστορία. Γιατί έχετε περάσει πολλά, γιατί υπάρχει μια κοινή ζωή που δεν πετιέται έτσι εύκολα. Και σωστά, δεν είναι μικρό πράγμα αυτό.

Advertisement

Μένεις και γιατί φοβάσαι.

Όχι μόνο τη μοναξιά, αλλά και την ευθύνη μιας απόφασης που δεν παίρνεται εύκολα πίσω. Το “και μετά;” εδώ γίνεται ακόμα πιο βαρύ. Και μετά έρχεται το περιβάλλον. Οι φίλοι, η οικογένεια, οι πιο κοντινοί σου άνθρωποι, που θέλουν να σε προστατέψουν. “Καλά δεν είσαι, τι σου λείπει, τι σου ήρθε τώρα να αλλάξεις; Κι αν φας τα μούτρα σου; Τουλάχιστον τώρα έχεις σταθερότητα. Ξέρεις τι σε περιμένει.”

Και ξαφνικά αισθάνεσαι ότι δεν παλεύεις μόνο με τον δικό σου φόβο. Παλεύεις και με τη φωνή τους. Μόνο που αυτοί δεν θα ζήσουν τη ζωή σου μετά. 

Advertisement

Και κάπου εκεί κάνεις μια σιωπηλή συμφωνία.

“Δεν είναι όπως θα το ήθελα, αλλά είναι αρκετό.” Μόνο που το “αρκετό” έχει μια περίεργη συνήθεια. Με τον καιρό μικραίνει κι άλλο και εσύ προσαρμόζεσαι. Μαθαίνεις να μη ζητάς πολλά, να μην ανοίγεις θέματα που μπορεί να ταράξουν τις ισορροπίες, κρατάς τα πράγματα ήρεμα και τον εαυτό σου λίγο πιο πίσω.

Κι έτσι, τόσο απλά, αρχίζεις εσύ να λείπεις από τη δική σου ζωή.

Advertisement

Δεν λέω ότι κάθε σχέση που περνάει φάση πρέπει να τελειώνει. Αυτό θα ήταν επιφανειακό και επιπόλαιο. Αλλά υπάρχει διαφορά σε μια σχέση που περνάει δυσκολία και σε μια σχέση που απλώς έχει σβήσει και συνεχίζεται από συνήθεια. Και αυτή τη διαφορά τη νιώθεις. Δεν χρειάζεται να στην πει κανείς. Απλώς, πολλές φορές, δεν θέλεις να την κοιτάξεις.

Και μετά επιστρέφεις στην ίδια ερώτηση: “Κι αν αλλού ήταν χειρότερα;”

Ίσως.

Advertisement

Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο που δεν λέγεται συχνά: κι αν αυτό που ζεις τώρα δεν είναι το χειρότερο επειδή είναι δύσκολο, αλλά επειδή είναι μισό; Δεν υπάρχει μια εύκολη απάντηση εδώ. Κι όποιος σου δώσει μια, μάλλον δεν έχει βρεθεί πραγματικά στη θέση αυτή. Υπάρχει όμως κάτι που αξίζει να  κρατήσεις: αν για να μείνεις χρειάζεται να μαζεύεσαι, να στριμώχνεσαι, να σιωπάς, να προσαρμόζεσαι μέχρι να μη σε αναγνωρίζεις… τότε το ρίσκο δεν είναι εκεί έξω.

Advertisement

Είναι ήδη εδώ.

Στην ήσυχη ζωή που συνεχίζεται κανονικά – και δεν σε χωράει πια.

Advertisement